7/12/13

Ασκήσεις μνήμης, 54 (Άχαρα αινίγματα - Γλώσσα ζόμπι, γλώσσα βαμπίρ)


(Εφημερίδα των συντακτών 7 Δεκ. 2013)


Άχαρα αινίγματα

Ξεφυλλίζω πρόχειρα το Βήμα της Κυριακής 1/12. Το βλέμμα μου σταματά στο εξώφυλλο ενός βιβλίου: στη φωτογραφία, και με κανονικά τυπογραφικά στοιχεία αποπάνω, διαβάζω, μάλλον βλέπω, γιατί δεν ξέρω πώς να το διαβάσω: J. M. Coetzee. Κάποιοι το ξέρουν βεβαίως, και ίσως χαμογελούν τώρα ειρωνικά, με την άγνοιά μου, κάποιοι ίσως δεν με πιστεύουν (θυμάμαι κάποιον σχολιαστή σ’ ένα ιστολόγιο, όταν έγραφα ότι δεν ξέρω αν Γιόσα ή Λιόσα είναι το σωστό, και εξανέστη, ότι δεν είναι δυνατόν, ψέματα έλεγα!). Γυρίζω αμήχανος στην πίσω σελίδα: ΤΖ. Μ. ΚΟΥΤΣΙ [με κεφαλαία], Ο Ιησούς που δεν ήταν Χριστός, κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη, ξαναγυρνάω, αδυνατώ να το συνδέσω με το Coetzee, διατρέχω το κείμενο, κι όμως, αυτός είναι. Κούτσι μάλιστα τον έχει ο Α.Β., Κουτσί τον ήξερα, έτσι τον έχουν και οι περισσότερες πηγές, δεν έχει σημασία τώρα αυτό. Σημασία έχει πως, αν ο Κουτσί δεν είχε πάρει το Νόμπελ το 2003, οπότε και έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τα ρεπορτάζ, όπου γράφτηκε δηλαδή κατευθείαν ελληνικά, θα είχε μείνει όνομα κρυπτικό, για τους επαΐοντες μόνο, παγιδευμένος στο Coetzee των εξωφύλλων. Κι ο καθένας θα διάβαζε ό,τι ήθελε.

Παράδειγμα: Δεκαετίες πια γνωστός στη χώρα μας ο Χόμπσμπωμ, μας επισκέφτηκε κιόλας, είπε ότι Χόμπσμπωμ είναι το σωστό, ότι το «Χόμπσμπαουμ» είναι σκόπιμη (κακόβουλη, φαντάζομαι, εννοούσε) νύξη για την εβραϊκή καταγωγή του. Κι όμως έτσι, Χόμπσμπαουμ, τον γράφουμε 9 φορές στις 10, όταν δηλαδή τον γράφουμε ελληνικά, γιατί Hobsbawm, με λατινικά στοιχεία, τον ήθελαν πάντα οι εκδότες του.

Κι όμως, είναι οι εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης,* οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, από τις σοβαρότερες, στο επιστημονικό ιδίως βιβλίο, τώρα π.χ. και οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, αξιοζήλευτο «αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα», όλες με το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο στα ελληνικά.

Τι υπερασπίζεται επιτέλους η ορθοδοξία της ξενικής γραφής;


* Διόρθωση: Οι εκδόσεις του ΜΙΕΤ, όπως ξανάγραφα κάποτε (και μπερδεύτηκα τώρα), έχουν γενικά, στο σώμα του βιβλίου, τα ξένα ονόματα στα ελληνικά (και σε παρένθεση με λατινικά, την πρώτη φορά που απαντά το όνομα), όμως ο συγγραφέας στο εξώφυλλο γράφεται στη γλώσσα του, και μόνο στο οπισθόφυλλο, στο βιογραφικό, αποδίδεται στα ελληνικά.


Γλώσσα ζόμπι, γλώσσα βαμπίρ

Δεν μας έφτανε ο «συνωστισμός», ευφυολόγημα πασπαρτού στο στόμα ανθρώπων που δεν διάβασαν ούτε μισή γραμμή από τα συμφραζόμενα της επίμαχης λέξης, πόσο μάλλον το κεφάλαιο ολόκληρο, όπου θα έβρισκαν κείμενα-ντοκουμέντα που αποτυπώνουν ίσα ίσα την επίσημη, εθνική ανάγνωση της Ιστορίας, τώρα στα καροτσάκια που πουλάνε καραμούζες, οπαδικά κασκόλ, σημαίες και σημαιάκια έξω απ’ τα γήπεδα και τις θρησκευτικές πανηγύρεις, πάνω ψηλά, καινούριο σημαιάκι, που γράφει: «Η αρχαία ποτέ δεν πεθαίνει!»

Ούτε εδώ διάβασε κανείς τον απλούστατο, στοιχειώδη ορισμό της γλωσσολογίας πως γλώσσα νεκρή είναι η γλώσσα που, άσχετα από την όποια γονιμοποιό κτλ. αξία της, δεν έχει πλέον φυσικούς ομιλητές.

Διάβασε λόγου χάρη κανείς τον ξεκάθαρο λόγο του σοφού δασκάλου Κριαρά (Ελευθεροτυπία 12/10); «Μια γλώσσα είναι νεκρή όταν δεν μιλιέται σε συγκεκριμένο τόπο. Παρά τις προσπάθειες του καθαρευουσιανισμού στην Ελλάδα το 19ο αιώνα, η Αρχαία Ελληνική δεν μιλήθηκε. Μιλήθηκε μια καθαρεύουσα –είτε ήταν σωστή είτε όχι. Η Αρχαία Ελληνική δεν έζησε πραγματική ζωή παρά μόνο στην αρχαία Ελλάδα. Κάνοντας λόγο για ζωντάνια γλώσσας, επειδή η γλώσσα αυτή διδάσκεται κάπου, ακόμα και σε μεγάλη κλίμακα, κάνομε κατάχρηση του όρου “ζωντανός”. Η Νέα Ελληνική είναι διαφορετική γλώσσα από την Αρχαία, γιατί έχει δική της γραμματική, έστω και αν σε ορισμένες περιπτώσεις συμπίπτει με την Αρχαία. Όταν όμως ο κοινός Νεοέλληνας αδυνατεί να διαβάσει ένα κείμενο της Αρχαίας, αυτό σημαίνει ότι η Αρχαία Ελληνική δεν είναι γλώσσα του.»

Διάβασε λέω κανείς; Μα και να διάβασε, το θέμα είναι και πάλι ιδεολογικό, ιδεοληπτικό για την ακρίβεια, και σε επίπεδο οπαδικό.

Ξανά μανά λοιπόν, οι ευκαιρίες δεν λείπουν. Στο Βήμα της Κυριακής 1/12, με τίτλο: «Αν Κάρσον, “Η αρχαία ελληνική γλώσσα ζει”», η Καναδή ελληνίστρια και ποιήτρια μιλάει για τη σχέση της με την αρχαιοελληνική γραμματεία. Η συνέντευξη κλείνει με την υποχρεωτική πια ερώτηση:

«Είναι νεκρή ή όχι η αρχαία ελληνική γλώσσα; Η ηλεκτρονική της απάντηση ήταν στεγνή: “Φυσικά δεν είναι νεκρή, ορίστε, αυτή τη στιγμή μιλάμε γι' αυτήν”».

Ώστε αν μιλάτε για αγαπημένα σας πρόσωπα που έχουν φύγει απ’ τη ζωή, μην απατάστε, ζωντανά είναι. Κι όταν σας συνεπαίρνει, όταν σημαδεύει τη ζωή σας, και καθορίζει ενδεχομένως και το έργο σας, ο Μπαχ, η Τζάνις Τσόπλιν, ο Φελλίνι, ούτε λόγος, ζωντανοί ανάμεσά μας είναι –έστω κρυμμένοι κάπου, όπως ο Έλβις.

Όπως και τα αρχαία. Γλώσσα ζωντανή, για την ακρίβεια νεκροζώντανη, γλώσσα ζόμπι. Ή μάλλον βαμπίρ. Που ρουφάει τη σκέψη μας, κάθε ίχνος της λογικής μας, της πιο κοινής, να πάρει, λογικής.

buzz it!