24/5/14

Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος - Η γερή σοδειά - Απόστολοι εκ περάτων

(συντομευμένη μορφή στην Εφημερίδα των συντακτών, 23 Μαΐου 2014)




(Βενετία 1993, στο βαπορέτο --ακόμα κι εκεί πρόβα; δε θυμάμαι, αλλά δεν αποκλείεται)
 

Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος

«…εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον…» ανέβηκε αυτοσχεδιάζοντας στα ύψη, βράδυ Μεγάλης Παρασκευής, γιά δες, θαύμασα, σαν να μην είχε τσακίσει πριν ούτε στιγμή η φωνή! Γιά δες, είπα, και έδιωξα αμέσως τον ζοφώδη συνειρμό που γέννησε η συγκεκριμένη φράση.

Ήταν άλλωστε θεαματική η ανάκαμψη απ’ την αρρώστια του, την αρρώστια που θέλησε να τη διαχειριστεί μόνος του, και σου μιλούσε προϋποθέτοντας ότι ξέρεις, χωρίς όμως καμία ρητή αναφορά δική του: «Με τη βοήθεια του Θεού… καλά πάει» έλεγε, και καμάρωνε για τα κιλά που είχε χάσει, και «Δες, εγώ έβγαλα μαλλί», μου έδειξε τελευταία γελώντας το γεμάτο χνούδι κεφάλι του. Στο τέλος της ακολουθίας έλαμπε, όπως πάντα, σαν μικρό παιδί, με τα θερμά λόγια φίλων και γνωστών: «Ωραία ήταν, ε; άντε και του χρόνου» έλεγε, όμως το εξαίσιο σόλο και όλα τα «ωραία» ήταν, φαίνεται, η τελευταία αναλαμπή.

Αλλά έστω έτσι: έφυγε ορθός, πιστεύοντας ίσως πως το πήδηξε το χαντάκι, πως όλα ξαναρχίζαν όπως πριν, η φωνή, προπάντων η φωνή: «Πέρασε κι ένα κρύωμα που είχα, ευτυχώς δεν επηρέασε τη φωνή· αλλιώς, το διανοείσαι;» μου έλεγε στο τηλέφωνο, αρχές Μεγαλοβδομάδας. Μεγάλη Πέμπτη μόνο αξιώθηκα να πάω και Μεγάλη Παρασκευή, τα ’παμε λίγο μετά στο πόδι, τελευταία φορά που τον είδα, τα τελευταία λόγια που ανταλλάξαμε διά ζώσης, απ’ το τηλέφωνο μόνο μετά. Μετά, το τηλεφώνημα του Γιάννη, ότι δεν θα υπάρξει, ίδιο τουλάχιστον, «μετά».

Ώστε ήταν σημαδιακό το σόλο στο «ζωήν την αιώνιον»: έψαλε τον μέγα ύμνο του, τον μέγα πόθο και παράκλησή του, και έπειτα έσβησε· σίγουρος, πιστεύω, πως θα εισακουστεί, τόσα που έκανε, τόσα που έδωσε. Μακάρι, σκέφτηκα, να υπάρχει εκεί η αιώνια ζωή όπως την πίστευες, Λυκούργο, όμως εδώ σίγουρα θα την έχεις, με τόσο σπόρο που έσπειρες.


Η γερή σοδειά

Έφυγε ορθός, είπα, ο Λυκούργος. Περήφανος, πρέπει, και ευτυχής, για το τεράστιο ερευνητικό, διδακτικό, ερμηνευτικό, αλλά και συνθετικό έργο του. Ευτυχής, και χορτάτος πρέπει, καθώς έζησε πλούσια την αναγνώριση. Μαθητής του Σίμωνα Καρά, του ανθρώπου που επανασύνδεσε το κομμένο νήμα με την παλαιά παράδοση, διέδωσε τη μέθοδο του Δασκάλου μέσα από τα ωδεία, όπου ώς τότε η εκδυτικισμένη βυζαντινή διδασκόταν με πιάνο, έπειτα με τους μαθητές του, που εξαπλώθηκαν παντού, σ’ όλη την Ελλάδα και σε πλήθος ξένες χώρες, ψέλνοντας αλλά και διδάσκοντας τώρα κι αυτοί, στήνοντας κι αυτοί χορωδίες, με πλούσια ήδη δισκογραφία, στο Αγρίνιο ο Ανδρέας Λανάρας, εδώ και στο Βατοπέδι ο Κώστας Αγγελίδης, συνεχίζοντας την έρευνα και τις εκδόσεις, ο Γιώργος Κωνσταντίνου κ.ά.
Άφησε πλήθος ηχογραφήσεις με σπάνιους θησαυρούς, πολλούς άγνωστους πριν, της βυζαντινής μουσικής, αλλά και της αρχαίας ελληνικής, και του παλαιορωμαϊκού μέλους, ακόμα και της σύγχρονης μουσικής, σαν σολίστ, αλλά κυρίως με το ακριβότερο παιδί του, την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία. Με την οποία ταξίδεψε επί 36 χρόνια τη βυζαντινή μουσική σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από την Ιταλία ώς τη Χιλή, από την Πολωνία ώς το Αζερμπαϊτζάν, πάνω από 1.000 συναυλίες σε πάνω από 80 χώρες.

Διευθυντής με μοναδική τεχνική, στην απαιτητική βυζαντινή μουσική, με τις ποικίλες θέσεις και αναλύσεις: «σπάνια συναντάς τέτοια διεύθυνση, και σε κορυφαίους μαέστρους της δυτικής μουσικής», μου έλεγε καθηγητής μουσικολογίας, και θυμήθηκα ένα ταξίδι στη Ρωσία το 1991, όπου μας βρήκε, σύμπτωση, το πραξικόπημα κατά του Γκορμπατσόφ, μας πήγαν κάποια μέρα σε κάτι εξοχές, γύριζαν ένα ντοκιμαντέρ για κάποιο ρωσικό τηλεοπτικό κανάλι, κάποια στιγμή μάς βάλαν να καθίσουμε σε κάτι βράχια: «Ψάλτε κάτι» μας είπαν, τι να ψάλουμε, πάρτες δεν είχαμε, είπαμε όμως το κράτημα του Ιωάννου, κρατήματα είναι τα «τεριρέμ» που λέμε, συλλαβές δίχως νόημα, άρα δεν έχεις κείμενο να σε βοηθάει, το είπαμε όμως μια χαρά, όχι τόσο επειδή το ξέραμε απέξω όσο επειδή μας καθοδηγούσαν με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια τα χέρια του Λυκούργου.

Γράφτηκαν πολλά τούτες τις μέρες· το συνθετικό του έργο ήθελα να επισημάνω τώρα, το σχεδόν παραγνωρισμένο ή πάντως παραμελημένο κι από τον ίδιο. Που ποτέ δεν του αφιέρωνε ούτε γραμμή στο βιογραφικό του. «Μάζεψε σ’ έναν τόμο τα δοξαστικά σου», του έλεγα, όταν σε διάφορους εσπερινούς των πιο απίθανων αγίων, τσουπ, έβγαζε απ’ την τεράστια τσάντα-θησαυροφυλάκιο εξαίσια τονισμένο το δοξαστικό του εσπερινού, συν το λεγόμενο «των αποστίχων». Αλλά και Εκλογές στίχων, στη μνήμη των αγίων Αποστόλων, στην εορτή των Χριστουγέννων κτλ., και άλλα έργα, που λίγα όμως παρουσίαζε σε συναυλίες, κι ακόμα λιγότερα αποτυπώθηκαν σε κασέτες ή δίσκους. Τι να πρωτοπρολάβει, διαμαρτυρόταν. Καλά, Λυκούργο, φτάνει, ξεκουράσου!

Είπα για τη θηρία τσάντα, την τσάντα απ’ όπου ανέσυρε θησαυρούς, μουσικά χειρόγραφα, ηχογραφήσεις από συναυλίες του ή ακολουθίες, παλιά σε κασέτες, έπειτα σε σιντί: αυτό το ’χεις; ετούτο; σ’ το ’χω δώσει; Κι όταν τέλειωνε η πρόβα, πάντα μετά τις δέκα, δέκα και μισή το βράδυ, κάτι να πει έπειτα στον έναν, κάτι στον άλλο, αμάν, Λυκούργο, κοντεύει εντεκάμισι πια, και στο αυτοκίνητο, βάζαμε την κασέτα ή το σιντί κι ακούγαμε: και το χαιρόταν σαν μικρό παιδί: άκου εδώ, κι αυτήν εδώ τη φράση, άκου κι αυτό, ωραίο δεν είναι; είδες το τέμπο; ενώ ενδιάμεσα, κατάκοπος πια, αποκοιμόταν· φτάναμε κάποτε κάτω απ’ το σπίτι του, αρχή Κυψέλης τότε, ο δρόμος έκανε μέσα και μπορούσες να σταθείς λίγο, τι λίγο, ώρα ολόκληρη· και πράξη δεύτερη: μισό λεπτό, ν’ ακούσουμε κι αυτό, και κατεβαίνω, άρχιζε το κομμάτι, αποκοιμόταν, και με την περίφημη ικανότητά του, γνωστή στους παλιούς ιδίως της χορωδίας, από την αγρυπνία στο Σινά λ.χ., που με την τελευταία νότα του άλλου χορού, οπ, άνοιγε τα μάτια, και άρχιζε να ψέλνει, έτσι και τώρα, με την τελευταία νότα του κομματιού, ξυπνούσε αυτόματα, και: κάτσε ν’ ακούσουμε και λίγο απ’ το άλλο, ξανάκλειναν τα μάτια, με τα πολλά κατέβαινε, κι ήξερα πως απάνω, στο σπίτι του, θα ’πεφταν και μερικά τηλεφωνήματα, φιλικά-συμβουλευτικά, επαγγελματικά, διάφορα, κι απ’ το πρωί ο ίδιος κύκλος. Με τη θηρία τσάντα να οργώνει, συχνά με τα πόδια, την Αθήνα, από το ’να ωδείο στο άλλο, στην εκκλησία, σ’ άλλα μαθήματα, στην πρόβα, και βεβαίως σε συναντήσεις, επαφές, οργανωτικά για συναυλίες, για τα ταξίδια, όλα τα διοικητικά, τα πάντα από τα χέρια του περνούσαν: θαύμα αντοχής –και αποτελεσματικότητας! Φτάνει, Λυκούργο, φτάνει, ξεκουράσου!


Απόστολοι εκ περάτων

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, [...] κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ, υιέ και θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα» καταλήγει ο Παρακλητικός Κανόνας της Θεοτόκου.

Την Τετάρτη, στην εκκλησία του, την Αγία Ειρήνη, και κατά το παλαιό τυπικό, όπως αποχαιρετούσε ώς τώρα ο ίδιος φίλους και συνεργάτες, τελευταία τον Αλέξη Γιαννακόπουλο, από τα ιδρυτικά μέλη της χορωδίας, πιο πριν τον συνθέτη  και διευθυντή του Δ.Σ. της χορωδίας Μιχάλη Αδάμη, πολύ πιο πριν την Πάνυ, τη γλυκύτατη γυναίκα του Αδάμη, ή τον νεαρότατο και χαρισματικό ηθοποιό Κωνσταντίνο Παπαχρόνη, γιο του Γιάννη Παπαχρόνη, παλιού στυλοβάτη της χορωδίας, στην Αγία Ειρήνη λοιπόν και έπειτα στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, απόστολοι εκ περάτων, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, κι από Γαλλία, Σερβία, Ρουμανία, Αλβανία, Κύπρο, Αγγλία, Βουλγαρία, εκήδευσαν το σώμα του Λυκούργου. Και δεν ξέρω πάλι αν ο υιός και θεός, σίγουρα όμως όλοι, μαθητές, φίλοι, γνωστοί, όλοι μαζί παραλάβαμε το πνεύμα του, όσο μπορεί να αναδεχτεί, να σηκώσει ο καθένας, μια στάλα ο ένας, κάτι παραπάνω ο άλλος· άλλος για να το πάει λίγο παραπέρα, άλλος να το κρατήσει έστω για τον εαυτό του, θησαυρό ανεκτίμητο.

Μα με το λίγο, μα με το πολύ, σφραγίδα ζωής.



buzz it!