11/4/15

Ασκήσεις μνήμης, 120 (Ψιλικατζήδες και η συμβολική τιμή του Υψίστου - Χατζάκη αποθέωσις)

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Απρ. 2015)


Ψιλικατζήδες και η συμβολική τιμή του Υψίστου

Αγωγή ο Καμμένος στον Αντρέα Πετρουλάκη, 1.000.000 ευρώ, τζάμπα πράμα για την τιμή κοτζάμ υπουργού Ιμίων, Παρελάσεων και ΟΥΚ. Αγωγή η Γιάννα Αγγελοπούλου στο Unfollow, 800.000 ευρώ, ούτε οι γόβες μιας σεζόν για την πρώτη κυρία της Ολυμπιάδας και όχι μόνο. Αγωγή ο Ν. Κοτζιάς, με δικηγόρο τον Φαήλο, στην Athens review of books, 250.000 ευρώ, σκέτη φτήνια πια, αλλά θα μου πεις, όταν κατέθετε την αγωγή, δεν ήταν ακόμα υπουργός ο εντεταλμένος κοντυλοφόρος, κατά δική του ομολογία, του ΚΚΕ, π.χ. όταν μάτωνε το 1981 η Πολωνία. Αγωγή η πανεπιστημιακός που μπερδεύει το Μπλε Τζαμί με την Αγιά Σοφιά Άννα Παναγιωταρέα, στην πρόεδρο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων Δήμητρα Κουτσούμπα, 15.000 ευρώ, κελ ντεκαντάνς για μια Εκπρόσωπο Τάφου, που μόνο ο διεθνούς πρωτοτυπίας τίτλος της θα έπρεπε να αποτιμάται σε ουκ ολίγα μύρια.

Όλα αυτά στον δρόμο που έδειξε, φάρος φωτεινός, το περίφημο Δίκτυο 21, όταν δούλευε υπερωρίες, μοιράζοντας νυχθημερόν αγωγές δεξιά κι αριστερά. Και προς δόξαν Βενιζέλου όλα αυτά, μην το ξεχνάμε, του ποιητή του τυποκτόνου νόμου περί τύπου.

Τώρα γιατί τα γράφω τα χιλιογραμμένα ετούτα; Από μωροφιλοδοξία, ας το εξομολογηθώ, μέρες που ’ναι, μην και πάρω άφεση για την πτωχαλαζονεία μου, που είναι κι από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, μαζί με τη ζήλια, που κι αυτήν τη νιώθω να παραμονεύει, ομολογώ, καθώς χλομιάζω όποτε διαβάζω για κάποια αγωγή, και τρέμω όσο να φτάσω στο ποσό, μην τύχει κι είναι μεγαλύτερο ή έστω ίσο με αυτό που ζητούσε από εμένα και τα Νέα, όχι όποιος κι όποιος, αλλά ένας ιεράρχης, ο άγιος Πειραιώς: 10.000.000 ευρώ, να το γράψω κι ολογράφως, να το χορτάσω: δέκα εκατομμύρια ευρώ, να το κάνω και σε δραχμές, Παναγία μου, ζαλίζομαι: τρία δισεκατομμύρια, τετρακόσια τόσα εκατομμύρια, επειδή είχα γράψει, υπενθυμίζω, πως είναι αρμοδιότητας ψυχιάτρου η διατύπωσή του πως οι ομοφυλόφιλοι έκαναν αξία ζωής τον σωλήνα αποβολής των περιττωμάτων του ανθρώπινου σώματος. Εντάξει, δεν την κέρδισε ο άγιος την αγωγή (πάντως, παρεμπιπτόντως, όχι με καμιά απόφαση-περιφανή νίκη της ελευθερίας του λόγου), όμως η τιμή μου, παρακαλώ, παραμένει, όπως και η δική του, το πόσο αποτίμησε δηλαδή τον εαυτό του, μάλλον –συμβολικά πια, υποθέτω– τον Ατίμητο, αφού και ο πιο απλός ιερωμένος είναι εκπρόσωπος του Υψίστου.

Έτσι, νιώθω, το λέω κι ας ξανααμαρτάνω, πως χάος μας χωρίζει, τους δυο μας μαζί τώρα, από τους ψιλικατζήδες που ανέφερα στην αρχή. Σκέφτομαι μάλιστα να πω να μου το γράψουνε στον τάφο μου. Μαζί ίσως με τα πλούσια γαλλικά που με φίλεψε ο Μπαμπινιώτης. Α, και μ’ ένα ψιλοεξώδικο που είχα κάποτε απ’ τον Άδωνη. Ή μήπως το παρακάνω; Ε, να μην κινήσω και τον φθόνο…


Χατζάκη αποθέωσις

Πάγιος δημοσιογραφικός κανόνας, σε κάποιο νέο επεισόδιο κάποιας παλιάς και οσοδήποτε γνωστής ιστορίας, ενός εγκλήματος κτλ., η υπόμνηση των έργων και της εν γένει ταυτότητας του δράστη. Π.χ. «αθώος επιμένει έπειτα από τόσα χρόνια πως είναι ο τάδε, ο οποίος… το και το…» Αλλιώς, τα όποια νέα επεισόδια λειτουργούν συσκοτιστικά, και εντέλει αθωωτικά, με τη λήθη που με τον καιρό τυλίγει –από μόνη της ή σκόπιμα, με την παρασιώπηση– την οσοδήποτε προβεβλημένη στον καιρό της υπόθεση.

Έτσι, παρακολουθώ αμήχανος το σίριαλ των ημερών, όπου ο αναπληρωτής υπουργός πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης επιχειρεί να διώξει τον Χατζάκη από το Εθνικό, αντικανονικά; παράνομα; δεν ξέρω, αντιδημοκρατικά; επίσης δεν ξέρω, αλλά και δεν μας το λένε ευθέως οι εφημερίδες, αφήνουν όμως να το λέει με τις ατέλειωτες στήλες που πρόθυμα του παραχωρούνται ο ίδιος ο πολιτικά, λέει, διωκόμενος Χατζάκης.

Ο οποίος όμως Χατζάκης, αρτιγέννητος θαρρείς στην πιάτσα, δεν έχει ξάφνου παρελθόν και δράση, δεν είναι αυτός για τον οποίο όλοι έγραφαν χρόνια τώρα ότι έκανε το Κρατικό Βορείου Ελλάδος Δελφινάριο, και για αυτό του το επίτευγμα τον έφεραν και στο Εθνικό, να εκπονεί μεγαλεπήβολα, ανεφάρμοστα προγράμματα για μπούγιο και έπειτα να οδηγεί στην έξοδο σκηνοθέτες και άλλους σοβαρούς καλλιτέχνες. Πάνε, τώρα, σαν να μη γράφτηκαν ποτέ όλα αυτά, αυτά που απ’ τις ίδιες εφημερίδες μάθαινα κι εγώ ώς τώρα, και έφτασαν ξάφνου να παραλληλίζουν, κωμικό πια, Χατζάκη με Λούκο, ενώ περνάνε από ανάκριση με βούρδουλα και με τανάλιες τον Ξυδάκη: «Λέγε ρε, ομολόγα, ποιο το όραμά σου; γιά λέγε μας λοιπόν το όραμά σου», λες και δεν είναι όραμα, σίγουρα οφειλή, να απαλλαγείς καταρχήν από έναν διευθυντή σαν αυτόν που μας περιέγραφαν οι ίδιες, ξαναλέω, εφημερίδες!

Μικροπολιτική… Ή αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες;

buzz it!