13/1/20

Για τον Θάνο, τότε (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Ιαν. 2020 –εδώ με μικροπροσθήκες)


Θάνος Μικρούτσικος, Μαρία Δημητριάδη και Αντρέας Μικρούτσικος νεόνυμφοι, Κοραλία Σωτηριάδου

* Χάρη στη λογοκρισία της χούντας, έλεγε ο Θάνος Μικρούτσικος (συνέντευξη στην Τασούλα Επτακοίλη, τώρα στην Καθημερινή 5.1.20), δεν κυκλοφόρησαν τραγούδια του σε ποίηση Σινόπουλου, Ρίτσου και Βάρναλη, που ήταν ώς έναν μεγάλο βαθμό «μίμηση του Μίκη Θεοδωράκη»· έτσι, απέφυγε να εμφανιστεί σαν «επίγονός του» και είχε «την ευκαιρία να αποκτήσει τον προσωπικό του ήχο».

Όντως, ο Θάνος, την ίδια εποχή που ήταν βυθισμένος όσο κανένας άλλος στο έργο του Μίκη, παρουσιάζοντας γνωστά αλλά και παντελώς άγνωστα τραγούδια του στις μπουάτ, όπως έγραφα την περασμένη φορά, την ίδια εκείνη εποχή διαμόρφωνε τον προσωπικό του ήχο. Που ήταν τόσο δυνατός, ώστε να περάσει μέσα από την απέραντη θάλασσα του Μίκη και να αναδυθεί κρυστάλλινα καθαρός –με εξαίρεση προφανώς τα ελάχιστα αδισκογράφητα τραγούδια του, όπως μας λέει ο ίδιος.

* Ήδη το ’72-’73 ο Θάνος παρουσιάζει καινούρια τραγούδια του σε ποίηση Ρίτσου, τον «Στρατώνα» ή το ιδιαίτερα απαιτητικό «Δελτίο ειδήσεων» κ.ά., τραγούδια που αναμετριούνται εντέλει επί ίσοις όροις με τα τόσο φορτισμένα του Μίκη.

Κι έτσι αποκτήσαμε, όπως ξανάγραφα, τα «δικά μας» τραγούδια, όπως τα βλέπαμε να γεννιούνται πλάι μας, σαν «μέσα στον δικό μας κόσμο», όπως λέει η «Πιο όμορφη θάλασσα» από τα τόσο αστραφτερά Πολιτικά Τραγούδια.

Και μαζί τους περάσαμε μέσα από τα χρόνια της χούντας, και βαδίσαμε έπειτα στις αναρίθμητες πορείες, διαδηλώσεις, συναυλίες. Με τέτοιον δηλαδή πλούτο πλάι μας μεγαλώσαμε, με τέτοια πλούτη μας εφοδίασε ο Θάνος, πώς να του πούμε πόσα ευχαριστώ.

* Δεν θυμάμαι πότε τον γνώρισα τον Θάνο, μας είχε συστήσει η επίσης δεν θυμάμαι από πού και πότε φίλη (όπως δεν θυμάται, φευ, ούτε αυτή!) Κοραλία Σωτηριάδου, σύζυγός του τότε. Θα ’ταν το ’72 ή σίγουρα το ’73, αφού είναι η πρώτη μου θητεία στην μπουάτ όπου εμφανιζόταν, μάλλον στο υπόγειο «Χνάρι», πίσω απ’ την πλατεία Κυδαθηναίων, και οπωσδήποτε πριν από το Πολυτεχνείο, όταν έπαιζε εκείνος πιάνο στο αμφιθέατρο και τραγουδούσαμε όλοι εμείς, ξαπλωμένοι στους πάγκους και στα σκαλοπάτια, με πρώτη φυσικά την αξέχαστη Μαρία, τη Μαρία Δημητριάδη.

Κι ήταν πολλά έτσι όσα μας έδεναν, δημόσια ή πιο προσωπικά, σε εποχή λόγου χάρη που τρέχαμε, όχι λίγοι, στην Κρατική Ορχήστρα κι αποδοκιμάζαμε, να το πω κομψά, τον Πίκουλα, έναν χουντικό και άθλιο αρχιμουσικό εξ Αμερικής, που ώς κι οι μουσικοί τον σαμποτάριζαν με τρόπο. Εκεί, ομολογώ, δεν τον θυμάμαι με σιγουριά τον Θάνο, σαν τώρα όμως τον βλέπω στο Βρετανικό Συμβούλιο, σε μια συναυλία σύγχρονης μουσικής κάποιου νέου Έλληνα συνθέτη, όπου ήδη στο τέλος του πρώτου μέρους ακούστηκαν κάποιες αποδοκιμασίες, με ηχηρότερη ίσως τη δική μου, βλέπω λοιπόν στο διάλειμμα τον Θάνο, καθώς κατέβαινα απ’ τον εξώστη: «Κωλόπαιδο, εσύ ήσουν!» μου λέει, «έρχομαι κι εγώ επάνω», και το πανηγυρίσαμε κατάλληλα στο δεύτερο μέρος.

* Έτσι όμως δεν θα τελείωνα ποτέ, με τόσα που ακολούθησαν, με την ακριβή μου Καντάτα για τη Μακρόνησο, ιδίως αν μπορούσα να αγνοήσω όλα τα προζαϊκά της στοιχεία, και να ξεχάσω και το καπέλο του ΚΚΕ στην πρώτη παρουσίασή της στο Σπόρτιγκ, με την «επίσημη», ας πούμε, προσχώρηση του Θάνου στο κόμμα, έπειτα τα Τροπάρια για φονιάδες, όλα με τόσες ιστορίες, στις συναυλίες, στις πρόβες, στις ηχογραφήσεις... Έπειτα, ιδίως με το τέλος των μπουάτ, αραιώσαμε.

Και ήρθε ο Σταυρός του Νότου, με την απρόσμενη επιτυχία, ίσως γιατί, πέρα από την αξία του καθαυτή, ο κόσμος είχε αρχίσει να κουράζεται από τη μεταπολιτευτική παγκυριαρχία του πολιτικού τραγουδιού. Πολύ περισσότερο οι νεότεροι, και οι ολοένα νεότεροι, που είχαν βρει κι αυτοί τον δικό τους συνθέτη. Όμως ο δίσκος αυτός θαρρείς και επισκίασε και το παλαιότερο και το μετέπειτα, πλούσιο έργο του Θάνου.

«Πότε θα βγάλεις πια τον Ρίτσο σου» επέμενα όποτε τον έβλεπα, γιατί ο «Στρατώνας» π.χ. είχε χαθεί σ’ έναν δίσκο ετερόκλητο αν και με πολλά θαυμάσια τραγούδια, τα Τραγούδια της λευτεριάς, ενώ το «Δελτίο Ειδήσεων» του ’73 έφτασε τελικά να κυκλοφορήσει έπειτα από 30 ολόκληρα χρόνια, το 2004, μαζί με ορισμένα παλιά και κάποια νεότερα του Ρίτσου, στον Σχοινοβάτη,[1] σε εξαιρετική ερμηνεία της Γεωργίας Συλλαίου –για να ξαναχαθεί, μαζί με ολόκληρο το σιντί! Είναι εντυπωσιακό, αλλά στα πάμπολλα που γράφτηκαν για τον Θάνο Μικρούτσικο αυτές τις μέρες, δεν έτυχε να δω ούτε αναφορά έστω στο σιντί αυτό.

* Ακούστε το οπωσδήποτε αυτό το σχεδόν άγνωστο σιντί, ελάχιστο μνημόσυνο στον Θάνο. Μέσα σε λίγα τραγούδια είναι όλη του η διαδρομή, καθώς περιέχει ακριβώς τραγούδια από το ’73 ώς το 2003, από τα διόλου πρωτόλεια, ίσα ίσα απολύτως ώριμα και τολμηρά στη γραφή τους, με τον από νωρίς διαμορφωμένο προσωπικό του ήχο, ώς τα νεότατα.

Από αυτά, θέλω να ξεχωρίσω το «Καθόλου λίγο», ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια του Θάνου, από τα σπουδαιότερα των τελευταίων δεκαετιών.

Καθόλου λίγο, Θάνο; Αστειεύεσαι: πολύ! τεράστιο!


[1] Ένα από τα παλιά τραγούδια, η «Αμφίβολη προφύλαξη», έκλεινε ένα έργο σύγχρονης μουσικής του Θάνου, το Κιγκλίδωμα Ι, σε ποίηση Ρίτσου, για υψίφωνο, αφηγητή, πιάνο και μαγνητοταινία, ατονικό σε όλη του την έκταση· και στο τέλος, έπειτα από διάφορους λαρυγγισμούς, η υψίφωνος (η Καίτη Κοπανίτσα, αν θυμάμαι καλά) τραγουδούσε ένα απολύτως κλασικό στη γραφή του, λυρικότατο κομμάτι, που αιφνιδίασε, ακόμα και σκανδάλισε τότε πολλούς. Και εδώ υπήρξε πρωτοπόρος ο Θάνος Μικρούτσικος, καθώς ήταν από τους πρώτους που εξέφρασε τόσο παραστατικά, προκλητικά σχεδόν, το αδιέξοδο της πειραματικής μουσικής.

buzz it!