19/2/14

Κωστής Παπαϊωάννου, "Στοίχημα με την αυτογνωσία"


"Στοιχήματα: Εθνικισμός, Ρατσισμός, Μετανάστευση", Γιάννης Χάρης, εκδ. Γαβριηλίδη, 2013


από την παρουσίαση των δύο πρώτων τόμων των Στοιχημάτων, στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 5 Δεκεμβρίου 2013. Τον α΄ τόμο, "Εθνικισμός, Ρατσισμός, Μετανάστευση", τον παρουσίασε ο εκπαιδευτικός Κωστής Παπαϊωάννου, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Τον β΄ τόμο, "Γλωσσικά, Μεταφραστικά", η Μάρω Κακριδή-Φερράρι, επίκουρη καθηγήτρια της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών




Πολλοί επιδεικνύουν αδιαφορία ή επιφυλακτικότητα απέναντι στις σχεδόν τελετουργικά επαναλαμβανόμενες εκδοτικές συλλογές άρθρων. Δεν είναι περίεργη η αντίδραση. Συχνά τα βιβλία αυτά προκύπτουν κυρίως ή και αποκλειστικά από τη ματαιοδοξία του αρθρογράφου: δεν ικανοποιείται αρκετά από την δημοσίευση των πονημάτων του στην εφημερίδα. Επιθυμεί να δηλώσει συγγραφέας εκτός από αρθρογράφος, γυρεύοντας παράλληλα να γευτεί τη χαρά της βιβλιοπαρουσίασης, να είναι δηλαδή το τιμώμενο πρόσωπο και κάποιοι άλλοι «επώνυμοι» να μιλάνε, κατά παραγγελία του, γι’ αυτόν. Επιπλέον, οι συλλογές άρθρων πάσχουν συνήθως από αποσπασματικότητα. Άμεσα συναρτημένα τα κείμενα αυτά από την επικαιρότητα και άφευκτα δεμένα με τη βαριά αλυσίδα των 600 ή κάπου τόσων λέξεων, δεν μπορούν εύκολα να ξεφύγουν από την ίδια τους τη μοίρα. Γράφτηκαν για να δημοσιευτούν σε συγκεκριμένο χώρο, να διαβαστούν σε συγκεκριμένο χρόνο και δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν ένα κάποιο ενιαίο όλο, να συνομιλήσουν με τα προηγούμενα και τα επόμενά τους. Αυτό προδιαγράφει και τη μοίρα αυτών των εκδοτικών εγχειρημάτων. Συνήθως, αφού εξυπηρετήσουν πρόσκαιρες επικοινωνιακές ανάγκες, βρίσκονται ταχύτατα να εκποιούνται σε στοίβες στα παζάρια βιβλίων.

Τα λέω όλα αυτά για να τονίσω ακριβώς σε τι διαφέρει το βιβλίο του Γιάννη Χάρη που κλήθηκα να παρουσιάσω. Τα Στοιχήματα, που εκδόθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα και καλαισθησία από τον Γαβριηλίδη (2013), συνέχονται από ομοθεματικότητα. Έχουμε ένα αντικείμενο που εξετάζεται από όλες τις πλευρές και μάλιστα κυρίως από αυτές που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν. Ποιο είναι αυτό; Το διευκρινίζει ο ίδιος ο Χάρης στον υπότιτλο του βιβλίου: Εθνικισμός, ρατσισμός, μετανάστευση. Τα κείμενα, δημοσιευμένα τα περισσότερα στα Νέα με την προσθήκη κάποιων καινούριων, παρατίθενται με χρονολογική σειρά κι αποτελούν, όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του, ασκήσεις μνήμης απέναντι στον εξωραϊσμό του παρελθόντος και τον αναθεωρητισμό. Μοιάζουν ακόμα με σκόρπιες εγγραφές σε ημερολόγιο ή ίσως με ασκήσεις θαυμαστής ισορροπίας. Από τη μια ο παρατηρητής του δρόμου –τον φαντάζομαι να γυρνάει στο σπίτι του έχοντας αποθησαυρίσει εικόνες φαινομενικά ασήμαντες μα τόσο σημαντικές ως ψηφίδες– κι από την άλλη ο μοναχικός ταξιθέτης που βάζει την κάθε εικόνα και κάθε λέξη στη σωστή της θέση. Κι ακόμα ισορροπία ανάμεσα στο σύγχρονο και το διαχρονικό, στο καθημερινό κι εκείνο που το εξηγεί. Ο Χάρης μιλάει με την άνεση της βιωμένης σχέσης για την περίθαλψη των ανήμπορων γερόντων από τους μετανάστες αλλά και με τη γνώση του ιστορικού χρόνου για την τραυματική συνύπαρξη με τον Άλλο. Κρατάει ακόμα μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο ανώνυμο, το γενικό, την καθολίκευση του φοβικού και του άξενου αισθήματος και το ειδικό κι επώνυμο ως αναγνωρίσιμη εικόνα: η Βαγενά, ο Σαββόπουλος, ο Θεοδωρόπουλος. Κυρίως όμως ο Χάρης βλέπει πρόσωπα και καταστάσεις με ένα καυστικό χιούμορ που αποδομεί το Εμείς, υπονομεύοντας τις αυτοματικές συλλογικές μας βεβαιότητες και ταυτίσεις.

Η συγγραφή αυτή προϋποθέτει επιμονή μυρμηγκιού, λεπτοδουλειά μεγάλη. Σταχυολογώ από τις σελίδες του βιβλίου φράσεις που συνθέτουν μια οπτική ολόκληρη, μια θέαση του Άλλου και μέσα από τον Άλλο του συλλογικού μας εαυτού (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Ήταν κι οι Έλληνες ξένοι.
Γράφει ο Γ.Χ. για το σύνθημα «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» που κυριαρχούσε σε συλλαλητήριο των μοναρχικών στις 9 Νοεμβρίου 1923 στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Γράφει και για τον Πρωινό Τύπο που, πιο πρακτικός, ζητούσε να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινο περιβραχιόνιο για να τους ξεχωρίζουν οι γηγενείς και να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό μαζί τους.

Ήταν κι οι Έλληνες λαθραίοι.
Υπενθυμίζει ο Γ.Χ.: «Όλοι εμείς οι λαθραίοι βλέπουμε δυο εφιάλτες. Ο ένας είναι ότι θα πεθάνουμε στην Αμερική ξένοι και ανεπιθύμητοι, και ο άλλος είναι ότι θα μας πιάσει το Ιμιγρέσιο (Immigration Service) και θα μας στείλει πίσω στην Ελλάδα να πεθάνουμε εκεί» (Κ. Γ. Σταυράκης, Στα βήματα του Οδυσσέα, εκδ. Παπαζήση, 1999· παραθέτει ο Μιχάλης Γ. Τσάκαλος, Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, εκδ. Αιγέας, 2008, σ. 160). Και παραβατικοί ήταν, σε πείσμα όλων όσοι μιλάνε συνέχεια για την ακαριαία ένταξη την Ελλήνων στις κοινωνίες που τους δέχτηκαν. Θυμίζει πάλι ο συγγραφέας: Έτος 1925, ο υφυπουργός προεδρίας του Queensland γράφει: «Οι Έλληνες της Βόρειας Κουινσλάνδης είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς μετανάστες. [...]

»Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφτηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Το βιοτικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από ό,τι των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας, αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς» (Τσάκαλος, στο ίδιο, σ. 227 κ.ε.).

Κι ύστερα, γυρνώντας στο σήμερα, στο εδώ, ο Γ.Χ. παρατηρεί πως υπάρχουν μετανάστες και μετανάστες:
«Μαζί όμως με όλα αυτά, που έχουν συζητηθεί εξαντλητικά, ήθελα να προσέξουμε αυτό που σημαίνει η ύπαρξη καθαυτή των μεταναστών στην καθημερινότητα της μεγάλης ιδίως πόλης. Και μιλώντας για μετανάστες, εξειδικεύω στους Αλβανούς, όπως άλλωστε ξεκίνησα, με αφορμή το λαϊκό γλέντι στου Φιλοπάππου. Έτσι κι αλλιώς, πέρα από τους λαθρομετανάστες, όπως χαρακτηρίζουμε κυρίως τους Κούρδους και τους Αφγανούς πρόσφυγες των τελευταίων ετών, όταν μιλάμε γενικότερα για μετανάστες, από αυτούς που επιχειρούν να ενταχθούν στην κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας, εννοούμε τους Αλβανούς: όχι τους μακρινούς μας Πολωνούς, που είναι, να πάρει η ευχή, πιο άσπροι από μας, ξανθοί, ψηλοί, με ανώτερες σπουδές και με άλλο αέρα, σχεδόν υπεροχής· ούτε τους Φιλιππινέζους, που αυτοί, επιτέλους, είναι πιο κοντοί και πιο μαυριδεροί και από μας, και μια ιδέα σχιστομάτηδες, άλλη φυλή βρε παιδί μου, και προπαντός στην υπηρεσία μας εξαρχής, πειθήνιοι, υποτελείς».

Και βέβαια, κριτική ματιά στις δικές μας αντιφάσεις, τις αντινομίες μας:
«Και απλή λογική, που αναρωτιέται: πώς νοείται απ’ τη μια να ψηλώνουμε από εθνική υπερηφάνεια που με τον Μεγαλέξανδρο διαδώσαμε –με το μαχαίρι, μην το ξεχνούμε– τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, και από την άλλη να μας διακατέχει ιερή αγανάκτηση και να μεμψιμοιρούμε, αν όχι να απαιτούμε μαχαίρι, εκεί που μας έρχονται έτοιμοι, μες στην αυλή μας, και μαθαίνουν τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας».

Μα πάνω απ’ όλα ο Έλληνας που μας φοβίζει:
«Γράφω αυτές τις γραμμές, και δε μ’ αφήνει η ανατριχίλα τού “Έλληνα η σημαία σού ανήκει”· γιά δες, λέω, έφτασε να μου προκαλεί ανατριχίλα αυτό το “Έλληνα”, με τόση μισαλλοδοξία που κρύβει, έτσι όπως το είδαμε γραμμένο στον τοίχο του σχολείου της Ν. Μηχανιώνας, και μάλιστα από νέα παιδιά, σαν κάννη από περίστροφο, π.χ. εκείνου του “Έλληνα” που θέριζε λίγα χρόνια πριν μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας».

Και πάλι η σημαία, ξανά η σημαία, διαρκώς μπροστά μας και στις σελίδες του Γ.Χ. ο Έλληνας και η σημαία του:
«Κι αν την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου κυματίζει η σημαία του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, φοβάμαι ότι τις άλλες μέρες κυματίζει η σημαία του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Και αν με συγκινεί η σημαία της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου, ή η σημαία που θα τύχει να δω όταν βρίσκομαι σε ξένη χώρα, μετανάστης αλλά ακόμα και περαστικός, τουρίστας, ή η σημαία που θα δω σε μια αθλητική νίκη – η σημαία που θα δω στα χέρια Χρυσαυγιτών σε διαδήλωση ή ντεκόρ στο κανάλι π.χ. του Καρατζαφέρη μού φέρνει τρόμο, με παγώνει.

»Αλλά ούτε Χρυσή Αυγή ούτε Καρατζαφέρης: παντελώς άγνωστός μου γείτονας, άγνωστων δηλαδή φρονημάτων, δένοντας ένα κοντάρι με το άλλο, ύψωσε όσο πιο ψηλά μπορούσε στην ταράτσα της πολυκατοικίας του την ελληνική σημαία. Προσοχή, όχι στο διαμέρισμά του, ούτε τη μέρα της 28ης Οκτωβρίου, αλλά έτσι, μια ωραία πρωία, “καπέλο” σ’ όλη την πολυκατοικία, απέναντι σε ποιος ξέρει ποιον εχθρό, ύψωσε την ελληνική σημαία. Ποια άραγε σημαία είναι αυτή; Φοβάμαι όχι η δική μου, η εθνική, αλλά –ερήμην ίσως των προθέσεων του γείτονα– η εθνικιστική.

»Και σκέφτομαι πως μια τέτοια σημαία έκαψε τις προάλλες στην πορεία του Πολυτεχνείου κάποιος διαδηλωτής. Φταίει αυτός; Ή μήπως εγώ, που δεν κατάφερα να τον πείσω πως άλλη η σημαία στην πύλη του Πολυτεχνείου και άλλη η σημαία του τανκς που έριξε την πύλη;»

Κι αυτοί που θέλουν να γίνουν Έλληνες; Τι πρέπει να γνωρίζουν; Τι εξετάσεις να περνούν;
«Γιατί είναι αδιανόητο να μαζεύεις σε ξένη χώρα πορτοκάλια ή να ξεσκατίζεις κατάκοιτους γέρους και να μην ξέρεις “τι περιέγραψε ο ιστορικός Προκόπιος”! Δεν ξέρω εσείς· εγώ κόπηκα. Τρέχω κάθιδρος στον καθρέφτη: ίδιος ωστόσο είμαι ακόμα. Όμως, Θεέ μου, μήπως αρχίσω τότε, σιγά σιγά, να κιτρινίζω και να γίνονται και τα μάτια μου σκιστά; Ή μήπως αρχίσω και σκουραίνω και πάρω στο τέλος μαύρο κατράμι χρώμα; Μα η φωνή με ξεκουφαίνει: “Λυπάμαι, κοπήκαμε!” Σαν κοινωνία δηλαδή».

Και βέβαια, πανταχού παρών ο καθρέφτης της τηλεόρασης:
«Δίνουμε δηλαδή εντέλει άλλοθι στον Αυτιά, στον κάθε Αυτιά, όταν λέμε πως για την τηλεθέαση στήνει σαματά, ενώ είναι σαφείς και κατατεθειμένες οι βαθιά συντηρητικές έως αντιδραστικές απόψεις του. Αρκεί εξάλλου να παρακολουθήσει κανείς την άτυπη, και όχι μόνο, συμμαχία που συνάπτεται θαρρείς ενστικτωδώς ανάμεσα στον δημοσιογράφο παρουσιαστή και τον δεξιότερο των παραθυρευόντων, με στόχο τον εκάστοτε “αντιφρονούντα”, τον απεργό, τον συνδικαλιστή, τον αριστερό βουλευτή, που λοιδορείται απροκάλυπτα και στήνεται στα πέντε μέτρα: κόβει ο Βορίδης, ο Πλεύρης, ο Βελόπουλος, ράβει ο Αυτιάς, ο Παπαδάκης, ο Άκης Παυλόπουλος, με ύφος δεκαπέντε εισαγγελέων ο καθένας».

Και πάλι, πιο κοντά μας χρονικά, υπάρχουν μετανάστες και μετανάστες:
«“Μήπως ήρθε η ώρα να καταλάβουμε πως ο Αλβανός που ήρθε στην Ελλάδα γιατί ήθελε να δουλέψει και να ενταχθεί στην κοινωνία μας [...] είναι ο καλύτερός μας σύμμαχος απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα;” γράφτηκε σε γειτονική σελίδα εδώ (Τάκης Θεοδωρόπουλος, 20.6.2009). “Μήπως ήρθε η ώρα να αντιληφθούμε ότι το παιδί που πρωτεύει στο σχολείο και οι συμπλεγματικοί γονείς των συμμαθητών του δεν το αφήνουν να σηκώσει τη σημαία δεν έχει καμία σχέση με τον εξαθλιωμένο Αφγανό που ξεμπαρκάρει νύχτα σε κάποια ακτή του Αιγαίου;”

»Επικίνδυνα παιχνίδια. Ο χτεσινός “εγκληματίας που βγήκε από τις φυλακές του Μπερίσα”, “ενταγμένος” τώρα στην “κοινωνία μας”, παίρνει επίσημα από εμάς άδεια οπλοφορίας για το όπλο που από μόνος του είχε για τους Πακιστανούς που “ρίχνουν το μεροκάματο” και του “κλέβουν τη δουλειά”, για τους Κινέζους που “κρατάνε τα νοίκια ψηλά” κ.ο.κ. Εγκληματικά παιχνίδια».

Διαβάζοντας τα κείμενα του Χάρη αναλογίζομαι πόσος χρόνος χωρίζει την αρχή από το τέλος τους, το 2003 από το 2011. Αυτή η σύντομη 8ετία, η δεύτερη φάση του ύστερου μεταναστευτικού μας που ξεκίνησε στα προεόρτια των εθνικών μεγαλείων της ισχυρής Ελλάδας και τέλειωσε στα απόνερα της κρίσης, είναι σύμφυτη με την αλλαγή της αυτοεικόνας μας που διαθλάται μεταξύ πολιτισμικής ετερότητας και υφεσιακής αποδιάρθρωσης.

Πώς συμβάλλουν στην αυτοεικόνα μας αυτά τα κείμενα του Χάρη; Νομίζω πως πάνω από όλα επιβεβαιώνουν την αξία της νηφάλιας στράτευσης, της έλλογης μαχητικότητας, της συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα με όπλο τον Λόγο. Γιατί είναι σήμερα αυτά πολύτιμα; Γιατί όλοι μιλάμε για τη διάλυση του συλλογικού αλλά παράλληλα με αυτή έχουμε και την αποσάθρωση του ατομικού. Στα Στοιχήματα του Γιάννη Χάρη, το άτομο, ο ένας, ο αναγνώστης ξαναγίνεται ουσιώδης ένας, μοναδικός και μοναχικός σκεπτόμενος παρατηρητής. Κατά τούτο, είναι ένα έργο που εξερευνά διά της καθημερινής παρατήρησης και γραφής την γραμμή που συνδέει την πράξη της νόησης με την ίδια την πράξη.





buzz it!

15/2/14

Μετά τα εξεγερσιόμετρα, το οργιόμετρο - Παραεπιστήμη και μνημόνιο

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Φεβρ. 2014)


Μετά τα εξεγερσιόμετρα, το οργιόμετρο

Μπορεί να μην τα προσδιόριζαν πάντοτε επακριβώς, ξέραμε τουλάχιστον πως υπάρχουν. Τα εξεγερσιόμετρα. Που εφευρέθηκαν τον Δεκέμβρη του 2008, και έκτοτε όλο και τελειοποιούνται, ώς τα χρόνια του μνημονίου πια, όπου βγαίνουν σ’ όλα τα μίντια αδιαλείπτως τα εξεγερσιόμετρα, μάλλον οι εξεγερσιομέτρες, και μετρούν: όχι δεν είναι εξέγερση αυτό, ούτε κείνο, ούτε τ’ άλλο… Τι είναι; Πάντα και μόνο ανομία! (Που, κατά σύμπτωση, καλύπτει όλα τα εις -ία: απεργία, διαμαρτυρία κ.τ.τ.)

Και τώρα το οργιόμετρο –όχι το μέτρο των οργίων, αλλά της οργής:

Ο Νίκος Ευαγγελάτος απευθύνεται στον δήμαρχο Ωρωπού, που προαναγγέλλει κινητοποιήσεις για τα αυξημένα διόδια:

«Εγώ λοιπόν θα σας πω εδώ [...], αν κλείσετε δρόμους, θα ’μαι απέναντι. Γιατί αυτό το πανηγύρι, με το όποιος έχει ένα πρόβλημα, να ταλαιπωρεί την κοινωνία, κάποτε πρέπει να το ξεχάσουμε. [...] Το κομμάτι “κλείνω δρόμο και η κοινωνία απέναντι” έχει, εμένα τουλάχιστον, απολύτως απέναντι! Φτάνει πια!» υψώνει τώρα τη φωνή ο Εισαγγελάτος.

«Η οργή, όταν έχεις οργή για το δίκαιό σου, δεν ξέρετε, κ. Ευαγγελάτε, πού φτάνει καμιά φορά...» αποτολμά ο δήμαρχος.

«Α όχι, τότε, δήμαρχέ μου, επειδή φαντάζομαι πως θες να κάνεις κινητοποιήσεις για να επανεκλεγείς κιόλας» τον πετάει στο καναβάτσο ο Ευαγγελάτος, «τότε, δήμαρχέ μου, αν η οργή δεν ξέρουμε πού φτάνει, να ’ρθούμε κι εμείς, που μπορεί να έχουμε ένα άλλο πρόβλημα σε μια πόλη, να δημιουργήσουμε σαματά ή ό,τι άλλο. Όχι, η οργή για ανθρώπους υπεύθυνους φτάνει όχι μέχρι όπου να ’ναι, φτάνει μέχρι ένα σημείο».

Ποιο σημείο; Ούτε αυτό μας το ’πε. Αρκεί όμως που ξέρουμε, και πάλι, πως υπάρχει. Όσο υπάρχει, ευτυχώς, Ευαγγελάτος. Ευαγγελάτοι.


Παραεπιστήμη και μνημόνιο

«Γάιδαρος εκ του αεί δαίρω, ερμάρι εκ του Ερμής» καυτηρίαζε τους παρετυμολόγους ο Ροΐδης, και ιδίως αυτούς που «ανίχνευαν» ελληνικές ρίζες και στις ξένες γλώσσες: «το γερμανικόν Gasterey (εστιατόριον) εκ του γαστήρ, “διότι χάριν αυτής παρασκευάζονται τα συμπόσια”»! Δεν είναι καινούριο δηλαδή το σπορ, συχνά άλλωστε, πέρα από τα προφανή φαιδρά, δίνει και γοητευτικούς καρπούς: νά, αυτός ο άνθρωπος που βγαίνει, λέει, από το άνω θρώσκων, που όλο κοιτάει παναπεί ψηλά, ζει και βασιλεύει, ανίκητος από την επιστήμη, ακόμα και τον Μπαμπινιώτη («αβέβαιου ετύμου» γράφει), γιατί, αν δεν ήταν άνω θρώσκων, τι άνθρωπος στην ευχή θα ήταν!

Τα προφανή, είπαμε, ο ήλιος που «κινείται» μπρος στα μάτια μας, από ανατολή έως δύση… Κάποτε, εννοείται, όντως επιστήμες τα έλεγαν κι αυτά, προχώρησαν όμως στο μεταξύ, και έτσι, μας άρεσε δεν μας άρεσε, δεχτήκαμε ότι ο ήλιος δεν κινείται! Γιατί εκεί, πώς να τα βάλεις με τη φυσική επιστήμη. Όμως την επιστήμη της γλώσσας, αυτήν ο καθένας μπορεί να τη γράφει στα παλιά του τα παπούτσια, αφού ο καθένας τα της γλώσσας τα κατέχει γονιδιακώς.

Πρώτος εδώ ο Άδωνης, με ντοκτορά στην παρετυμολογία, πλ-πλ κάνει, έλεγε, το κύμα, και νά το πέλαγος.

Ε, θα ’χανε την ευκαιρία, αν έβρισκε και στήριγμα στους αρχαίους μας προγόνους; Είδε λοιπόν πως γράφει κάπου ο Στοβαίος πως γράφει κάπου ο Θεμίστιος, ρήτορας και φιλόσοφος του 4ου αιώνα μ.Χ., απ’ τους μινόρες, όπως και να το κάνουμε, ότι γενέθλιος είναι η μέρα που γεννά τους άθλους. Και η χαρά του Άδωνη: Πήρε αγκαζέ Θεμίστιο, και πού τον πήγε; Στο μνημόνιο. Διαβάστε τώρα και φανταστείτε: πρόσωπο, φωνή, ηχόχρωμα, τα ξέρετε, προσθέστε παύσεις, αυξομειώσεις της φωνής, κρεσέντα, και ιδού, επιθεωρησιακό νούμερο πρώτης:

 «Τι στ’ αλήθεια σημαίνει η γενέθλιος ημέρα; Την ονομάζουμε γενέθλιο ημέρα, γενέθλια ημέρα, γιατί; διότι είναι η μέρα που γεννά τους άθλους, ο άθλος είναι κόπος: οι άθλοι του Ηρακλέους· ο άθλος είναι ο κόπος. Η μέρα που γεννά τους άθλους, λέει ο Θεμίστιος, είναι η γενέθλιος ημέρα. Δηλαδή, ότι απ’ την ημέρα εκείνη και μετά, αδελφέ, κοπιάζεις· μην περιμένεις να σου ’ρθουνε τα πράγματα εύκολα, μην γκρινιάζεις όλη την ημέρα γιατί είναι δύσκολα, μην καταριέσαι την άθλια τη μοίρα σου για το μνημόνιο, μην αναπαράγεις συνέχεια τη μιζέρια, διότι, αφού γεννήθηκες, και ήρθε η ημέρα η γενέθλιος των κόπων, από δω και μπρος θα κοπιάζεις. Στη λήξη αυτής της διαδρομής, από τη γενέθλιο ημέρα μέχρι την αναπόφευκτο ημέρα, για εμάς τους βροτούς, του θανάτου, η τελευταία ημέρα είναι η μέρα –προσέξτε, προσέξτε, και δένει το ένα με το άλλο– της αναπαύσεως. Ωραία. Εκόπιασες που εκόπιασες, πήγαινε τώρα για ξεκούραση: οδός αναπαύσεως».

Άδωνης, η γέφυρα η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν… Τους εκ μνημονίου προς ανάπαυσιν.

buzz it!

8/2/14

O Εγκέλαδος και το ελαιόλαδο - Κι από γυναίκες, ρε γαμώτο;

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Φεβρ. 2014)


O Εγκέλαδος και το ελαιόλαδο












«Το χτύπημα του Εγκέλαδου», «οι πληγές του Εγκέλαδου» κ.ά., διαβάζω παντού, τώρα με το δράμα στην Κεφαλονιά: να φτύσω στον κόρφο μου, μην τυχόν και βάλω ιδέες σε μερικούς μερικούς να τον ευπρεπίσουν κι αυτόν και ν’ αρχίσουν να λένε: «του Εγκελάδου». Γιατί όμως τότε λένε, αρκετά συχνά: «του ελαιολάδου»;

Ο Εγκέλαδος πέρασε από παλιά στη ζωή μας, και ακολούθησε τον κανόνα για τα πολυσύλλαβα και σύνθετα, που δεν κατεβάζουν τον τόνο στη γενική: έτσι ούτε «του τριανταφύλλου» είπαμε ποτέ, ούτε «του στραβοξύλου»!

Το ελαιόλαδο τώρα, «καινούρια» λέξη, υπόκειται στις καινούριες τάσεις λογιοσύνης, και συχνά μεγαλοπιάνεται στη γενική: «η χρήση του ελαιολάδου», «παραγωγή ελαιολάδου» κ.ά. Αλλά «καινούρια» λέξη; Ναι, καινούρια στην πιάτσα, να εικονογραφεί τα ωραία παιχνίδια της γλώσσας:

Ώς λίγα χρόνια πριν, σε συνταγές, βιβλία μαγειρικής, στον λόγο της νοικοκυράς, λάδι σκέτο υπήρχε. Μπήκαν έπειτα στη μέση τα ελαφρότερα σπορέλαια, αραβοσιτέλαια κ.ά., οι συνταγές πάλι προσδιόριζαν: «ένα ποτήρι σπορέλαιο», αλλιώς το λάδι σήμαινε αυτόματα «λάδι ελιάς», ώσπου σιγά σιγά, πάλι σαν από μυστική συμφωνία, εξαπλώθηκε ευρύτατα το ελαιόλαδο.

Είπα «παιχνίδια»: η ελαία είχε γίνει από παλιά ελιά και το έλαιο, λάδι· και ενώ υπήρχε ο ελαιώνας, ο ελαιοπαραγωγός, το ελαιοτριβείο (αλλά και το λιοτρίβι), ελιές τρώγαμε πάντα, και λάδι βάζαμε στο φαγητό. Παραταύτα, τα σύνθετα με το λάδι προτίμησαν τον λόγιο τύπο: το σπορέλαιο και το αραβοσιτέλαιο που είπα, ακόμα και το καλαμποκέλαιο –κι ας είχαν βασανιστεί γενιές ολόκληρες με μουρουνόλαδο, στα μικράτα τους, κι άλλοι, μεγάλοι, με το ρετσινόλαδο.

Και τώρα, λόγιο το πρώτο συνθετικό: ελαιο-, αλλά λαϊκό το δεύτερο: λάδι –αντίθετα δηλαδή με τα έως τώρα σύνθετα, αλλά και με τις τάσεις της εποχής! Έτσι, ελαιόλαδο, αφού δεν θα μπορούσε να είναι λ.χ. «ελαι[ο]έλαιο»!

Όμως, ό,τι χάσαμε από λογιοσύνη, πάμε να το αναπληρώσουμε, με τη γενική «ελαιολάδου».

Έλαιος!


Κι από γυναίκες, ρε γαμώτο;

«Δέκα μέρες τώρα μας έχουνε τρελάνει, μετά το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, κλείνουν την Αθήνα, περιφέρουν Αφγανούς, Πακιστανούς, Μπανγκλαντεσιανούς...» Ποιοι; Ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Συριζαίοι. Που «όλη μέρα ασχολούνται με τους πρόσφυγες, σε εισαγωγικά, που τελικά είναι άοπλοι εισβολείς, όπλο στα χέρια της Τουρκίας…» Εδώ ο αντισυριζαϊσμός και βεβαίως ο ρατσισμός γίνεται και συνωμοσιολογία, μόνο Εβραίοι δεν προέκυψαν ακόμα. Τίποτα πρωτότυπο, τίποτα καινούριο. Και η συγκεκριμένη δήλωση, γνωστή, από τη Σοφία Βούλτεψη· που δεν είναι και κάποια τυχαία, αλλά κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας. Κι όμως, ή παρότι, επιτρέψτε μου: γυναίκα.

Τι είναι τώρα αλήθεια αυτό; Μπορεί και σεξισμός; ανάποδος; Ή άλλη του όψη; Μπορεί. Το να εκπλήσσεται δηλαδή κανείς διπλά, όταν κυνικές, αμοραλιστικές ρατσιστικές δηλώσεις, συμπεριφορές και στάσεις εκπορεύονται από γυναίκες.

Είδα πρόσφατα μια φωτογραφία με Χρυσαυγίτες πίσω από ένα γραφείο να χαιρετούν ναζιστικά. Νέοι και νέες, άνθρωποι κανονικοί, υγιείς, μου ’ρχεται να πω, φάτσες ωραίες, χαμογελαστές, ούτε Γερμενήδες, ούτε Παναγιώταροι ή Παππάδες… Και πέφτεις πάλι αφελώς (σεξιστικώς;) από τα σύννεφα: Λες, δηλαδή [και] αυτοί, κυρίως αυτές, τα πιστεύουν αλήθεια όλα αυτά τα ανατριχιαστικά για ανώτερες φυλές και υπάνθρωπους; Και δηλαδή μπορεί και αυτοί, και κυρίως αυτές, να συμμετέχουν και σε τάγματα εφόδου; Μπορεί. Έχει αποδειχτεί.

Όμως τα στερεότυπα: η γυναικεία φύση, η ευαισθησία, όλα αυτά, μια συνεχής ανατροπή… Άνθρωποι, λες, και δεν ματώνουν με το δράμα του συνανθρώπου; Άνθρωποι, και πιο πολύ γυναίκες;

Νά, ακόμα και η περιβόητη Σκορδέλη. Τη βλέπεις αρχικά, μια ωραία ξανθιά, λες  μόδες κι έρωτες θα ’ναι τα ενδιαφέροντά της (σεξιστικόν!), κι εκείνη κυνηγούσε από γειτονιά σε γειτονιά τους μετανάστες, έτρεχε πρώτη πρώτη στην κάμερα, άνοιγε το στόμα, κι ανατρίχιαζες. Κι η Ζαρούλια, κακά τα ψέματα, μια καλοβαλμένη και καλοντυμένη κυρία βλέπεις, κι ανοίγει το στόμα και…

Κι αν έφτασα στα άκρα, πάμε πίσω στη Βούλτεψη, στην πιο συσταζούμενη, αλίμονο, δεξιά… Και την ακούς, κυρίως αυτό, όχι να τη διαβάσεις μόνο, μα να τη δεις και να την ακούσεις· κι όχι μόνο τα λόγια, μα το ύφος, κυρίως το ύφος. Ή την άλλη. Την Άννα-Μισέλ, ούτε αυτή τυχαία, αλλά εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ, συνέχεια στα κανάλια, να λέει, να λέει –και πάλι πώς τα λέει!

Κι εσύ πάντα να εκπλήσσεσαι… Και λες, μια κι έφτασες στην Άννα-Μισέλ, που πρόσφατα σ’ ένα κανάλι εξέφρασε την κατανόησή της σε μια διαχειρίστρια πολυκατοικίας, επειδή κι η ίδια έχει διατελέσει διαχειρίστρια και ξέρει καλά τα βάσανα της δουλειάς αυτής· λες, εκτός από διαχειρίστρια: μάνα, σύζυγος, κόρη, αδερφή δεν έχει διατελέσει η Άννα-Μισέλ; Άνθρωπος;

buzz it!

2/2/14

Καλλιγραφία από τον κώλο της μαϊμούς; - Η μακάβρια κολοκυθιά και ο ανεύθυνος Υπεύθυνος


(Εφημερίδα των συντακτών 1 Φεβρ. 2014)

Καλλιγραφία από τον κώλο της μαϊμούς;















Στο φόρτε του ο Φαληρεύς (Στέφανος Κασιμάτης) της Καθημερινής, Πανδώρα άλλοτε του Βήματος, ολόκληρη καριέρα δηλαδή με κουτσομπολίστικες στήλες σε σοβαρές εφημερίδες, κουτσομπολίστικες μεν, περιωπής δε, που διαπνέονται από άκρο εστετισμό, άλλοτε με λεπτομέρειες πικάντικες έως shocking (ναι, έτσι το γράφει), άλλοτε με εμβριθείς πολιτικές αναλύσεις, που καταλήγουν σε ευχαριστίες προς τη Χρυσή Αυγή, γιατί είναι η ευκαιρία να ξεμπερδεύουμε με τη χειροτερότερή της Αριστερά…

Αυτήν τη φορά (26/1) έχουμε δύο ασκήσεις καλλιγραφίας:

1. Σχολιάζει την πιθανότητα να κατεβάσει ο ΣΥΡΙΖΑ για δήμαρχο Αθηναίων τον Λαζόπουλο, και γαργαλιέται ο Φαληρεύς, πως έτσι σπάνε τα ταμπού και ανοίγει ο δρόμος για να γίνει πρόεδρος Δημοκρατίας ο Πελεγρίνης, πρόεδρος της Βουλής η Ζωή Κωνσταντοπούλου, έως και υπουργός Εξωτερικών ο Τράγκας…

Καλά, ας χαίρεται ο αισθητής μας υπουργό τον Άδωνή του, και χάρισμά μας όλοι οι υπόλοιποι εμάς!
(Γιατί αν πάμε και σε βουλευτές, Ντινόπουλο, Άννα Μισέλ κ.ά., θα τον λυπηθούμε κιόλας.)

2. Μας βάζει έπειτα quiz (όπως το γράφει ο ίδιος) ποιος βουλευτής «έχει τελειώσει το πιο σικ σχολείο». Και μας χαρίζει την απάντηση, πως είναι ο Τσακαλώτος του ΣΥΡΙΖΑ, που αποφοίτησε απ’ το περίφημο St. Paul's του Λονδίνου. Όλο αυτό, για να μας δώσει το εξής, πάλι γαργαλιστικό: «Κάποιοι συμμαθητές του τον θυμούνται ως “strange boy”: περίεργο παιδί. Καταλαβαίνω πολύ καλά τι εννοούν. Όλοι μας καταλαβαίνουμε…» προεξοφλεί ο Φαληρεύς.

Προσωπικά τον Τσακαλώτο δεν τον γνωρίζω, και δεν καταλαβαίνω τι εννοούν οι συμμαθητές του. Πολύ περισσότερο τι εννοεί –και τι θέλει, και επιμένει, να εννοήσουμε εμείς– ο Φαληρεύς.

Το σίγουρο που καταλαβαίνουμε, άλλη μια φορά, είναι η σοφία των λαϊκών ρήσεων, όπως του τίτλου λόγου χάρη.


Η μακάβρια κολοκυθιά 
και ο ανεύθυνος Υπεύθυνος

Έκανε τον γύρο του διαδικτύου η καινούρια ιταμότητα του Πρετεντέρη. Μιλάει ο Τσίμας για τους πνιγμένους στο Φαρμακονήσι:

«Θα έπρεπε να ’χαμε δείξει λίγο περισσότερο ενδιαφέρον εμείς πρώτοι. Να μη χρειάζεται να μας το πουν απέξω να διερευνήσουμε την αλήθεια γι’ αυτή την υπόθεση. Γιατί είμαστε ήδη εκτεθειμένοι. Δεν είναι οι πρώτοι 12 αυτοί που πνίγονται. Έχουν πνιγεί 161 άνθρωποι τους τελευταίους 18 μήνες, προσπαθώντας να περάσουν από τα τουρκικά παράλια στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Έχουμε ένα βαρύ ποινικό μητρώο, θέλω να πω…»

«Γιατί; από πού προκύπτει ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι;» τον διακόπτει ξινισμένος και θαρρείς θιγμένος προσωπικά ο Πρετεντέρης.

«Δε λέω ότι είμαστε υπεύθυνοι, αλλά στην πόρτα μας έχουνε πνιγεί…» μαζεύεται ο Τσίμας.

«Άρα, πώς έχουμε ποινικό μητρώο τότε;» τον εγκαλεί ο Εισαγγελέας.

«Έχουνε πνιγεί στην πόρτα μας…» ξαναδοκιμάζει ο Τσίμας.

«Άρα ποινικό μητρώο δεν έχουμε…» θριαμβεύει ο Καρτέσιος.

«Όχι ποινικό μητρώο· σβήσ’ την έκφραση» υπογράφει τη δήλωση μετανοίας ο Τσίμας. «Έχουμε όμως ένα πρόβλημα μεγάλο…»

«Εγώ δεν δέχομαι την ευθύνη δηλαδή της δικής μας πολιτείας για το αν έρχονται χιλιάδες οι οποίοι καθ’ οδόν» αγορεύει ο αχαρακτήριστος («όχι βέβαια» σιγοντάρει ο Τσίμας), «μες στο Γενάρη μήνα, παίρνουν τα παιδιά τους, ανεβαίνουν σε μια βάρκα στο Αιγαίο» μεγαλουργεί ο αχαρακτήριστος («όχι βέβαια» σιγοντάρει ο Τσίμας), «και προφανώς πνίγονται» καταλήγει ο αχαρακτήριστος. Και λίγο παρακάτω: «Δε σημαίνει ότι κάποιος φταίει γι’ αυτό…» δίνει τη χαριστική βολή, πάντα αχαρακτήριστος.

Και καλά να μην πιστεύει ο Πρετεντέρης τις μαρτυρίες των μεταναστών, να μην πιστεύει δηλαδή στην άμεση συνέργεια των δικών μας στον πνιγμό των μεταναστών· να μην έχει γενικότερα ακούσει ή διαβάσει, ή να μην πιστεύει για τις βίαιες επαναπροωθήσεις, όπου διόλου σπάνια τρυπάν τη βάρκα των ικετών· καλά να μην πιστεύει και τις εκθέσεις διεθνών οργανισμών, ή να αμφισβητεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τα απανωτά πρόστιμα που μας επιβάλλει (αυτά αλήθεια τα πληρώνουμε; και ποιοι; Ή τάχα εφεσιβάλλει η πολιτεία; ή ο Πρετεντέρης;). Και καλά, ακόμα ακόμα, να αμφισβητεί διεθνείς πάλι κανονισμούς και αποφάσεις, π.χ. ότι δεν επαναπροωθούνται Σύροι κτλ., να αμφισβητεί εντέλει στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Όμως ποιανού πλανήτη μοναδικός κάτοικος είναι ο Πρετεντέρης; ποιανού κόσμου πολίτη θεωρεί τον εαυτό του; Αμέτοχο δηλαδή και ανεύθυνο για ό,τι συμβαίνει αλλού, πόσο μάλλον δίπλα του;

Εγώ πάντως νιώθω να με βαραίνει αφόρητα η ευθύνη. Και οι ενοχές. Ακόμα και για τον Πρετεντέρη τώρα. Που κοροϊδεύομαι πως ξεμπερδεύω με δυο σχόλια και σημειώματα γι’ αυτόν και όσα εκφράζει.

buzz it!