23/3/14

Όψεις θεοκρατισμού - Μπαξές μεν, τσιφλίκι δε


(Εφημερίδα των συντακτών 22 Μαρτίου 2014)


Όψεις θεοκρατισμού

Παραμονή των αγίων Θεοδώρων, στο προαύλιο (σκέτο, φτάνει· ούτε στον «προαύλιο χώρο», ούτε στον «αύλιο χώρο») του Α΄ Νεκροταφείου έχει στηθεί εξέδρα με σημαίες και φοινικόκλαδα, έτσι όπως γίνεται (μόνο) για την Ανάσταση ή τα Θεοφάνια. Απόρησα, ρώτησα τον φύλακα, μου ’δωσε ένα τυπωμένο χαρτί, ο δήμαρχος Αθηναίων, έγραφε, μας προσκαλεί «στην καθιερωμένη ετήσια τελετή της Επιμνημόσυνης Δέησης υπέρ αναπαύσεως των Ψυχών των Νεκρών, που θα γίνει Σάββατο 8/3, 11 π.μ.» –έως και ώρα προσέλευσης όριζε.

Καλά, ας μην ψειρίσουμε την «τελετή της Δέησης», αλλά «καθιερωμένη ετήσια»; Όπου κι αν ρώτησα, έως και θεολόγους, κανείς δεν ήξερε άλλο από τα γνωστά ψυχοσάββατα, όπου την παραμονή στον εσπερινό, αλλά και στον σαββατιάτικο όρθρο, διαβάζουν τα κόλλυβα.

Ώστε το ’κανε αυτό –το πένθιμο!– ο Δήμος τελετή; Μπαίνω στο ίντερνετ, βρήκα μόνο κάτι για το 2012, παραγγελία για 4 δάφνινα στεφάνια, στολισμό του τάφου του Τρίτση, και 3 δίσκους κόλλυβα για τα 3 δημοτικά νεκροταφεία. Άραγε πάντα με εξέδρα; Και αν όντως πάντα, σημαίνει και πως το κρατάμε τέτοιο «έθιμο»; Και οικοδεσπότης που προσκαλεί ο δήμαρχος, και μάλιστα ο τωρινός, Συνήγορος κάποτε του Πολίτη;

Κι έπειτα, πώς συμβιβάζονται οι πανηγυρικές εξέδρες με κάποια μυστικότητα που περιβάλλει την «τελετή»; Απευθύνονται μόνο σε ειδικό κοινό;

Έχουν την αίσθηση τουλάχιστον του φαιδρού (γιατί του άτοπου και ασεβούς την αφήνω στην Εκκλησία, δικός της λογαριασμός); Μακάρι.


Μπαξές μεν, τσιφλίκι δε

Στο ιντερνετικό Protagon.gr, μπαξέ-τσιφλίκι τού δεν τον λένε Σταύρο, μόνο Σταύρο και κυρ Σταύρο και Αφέντη Τσουτσουλομύτη, καλλιεργούνται πάσης φύσεως άνθη. Όχι τυχαία: πάντα υπάρχει σχέδιο πίσω από τη λεγόμενη «πολυχρωμία», τον τάχαμου «πλουραλισμό»· έχουμε έτσι, εν προκειμένω, κάποιες αριστερές φωνές, μάλλον ξεκάρφωμα που λέμε, άλλοθι απέναντι στην αριθμητική υπεροχή των νεοφιλελεύθερων (στην καλύτερη περίπτωση) δεξιών. Ώστε όταν ο τσιφλικάς λέει με χαριτωμενιά ότι θα κλέψουν ιδέες και από τ’ αριστερά και από τα δεξιά, ξέρουμε πολύ καλά ότι θα μας φτάνουν τα δάχτυλα του ενός χεριού για τα αριστερά, θέλουμε όμως και των ποδιών για τα δεξιά.
Βέβαια ο μπαξές είναι ανοιχτός σε επισκέπτες, περιπατητές, που συζητούν και σχολιάζουν. Όμως δεν μπαίνει δα και όποιος όποιος: υπάρχει σεκιουριτάς, μπράβος, πόρτα, φέις κοντρόλ, ή, πώς αλλιώς το λέγαμε; λογοκρισία.

Τις μέρες αυτές ο Κωστής Παπαϊωάννου κατάγγειλε, στο μπλογκ του («Η δημοκρατία του protagon», antiphono.wordpress.com), δύο κρούσματα λογοκρισίας εις βάρος του: δύο φορές άφησε επωνύμως σχόλιο σε δύο διαφορετικά άρθρα, κανένα δεν μπήκε. Στέκομαι στο πρώτο περιστατικό, κυρίως για να δούμε ή να θυμηθούμε τα φυόμενα στον μπαξέ. Ο Τάκης Μίχας ενίσταται, γιατί να χαρακτηρίζεται η Χρυσή Αυγή «ναζί»:

«Το ερώτημα εδώ είναι γιατί χρησιμοποιείται αυτός ο ξένος όρος τη στιγμή που υπάρχει ένας ωραιότατος ελληνικός όρος για να αποδώσει το ίδιο φαινόμενο – δηλαδή, “εθνικοσοσιαλιστές”; Γιατί, λοιπόν, “ναζί” και όχι “εθνικοσοσιαλιστές”; Πρόκειται για μια τυχαία επιλογή; Ασφαλώς όχι! Η γενικευμένη χρήση του όρου “ναζί” και η εξαφάνιση του ελληνικού όρου “εθνικοσοσιαλιστές” εξυπηρετεί καίριες σκοπιμότητες του Kομιτάτου».

Και απάντησε ο Κ.Π.: «Δεν υπάρχουν έλληνες ναζί αλλά υπάρχουν έλληνες χαζί, κύριε. Διαβάστε τις τρεις τελευταίες φράσεις σας: “Δεν υπάρχουν δυνάμεις καταστολής. Υπάρχουν δυνάμεις ασφαλείας. Δεν υπάρχουν αντιεξουσιαστές. Υπάρχουν χούλιγκανς, δολοφόνοι και ληστές. Δεν υπάρχουν Έλληνες ναζί. Υπάρχουν Έλληνες εθνικοσοσιαλιστές”. Αν μου βρείτε σε τι διαφέρουν από δήλωση της ΧΑ μπορεί και να αποφύγετε να ανήκετε στη συμπαθή κατηγορία των ελλήνων χαζί…»

(Με την ευκαιρία θα ρωτήσω εγώ τον κ. Μίχα αν αντί για «κομμουνιστές» χρησιμοποιεί τον «ωραιότατο ελληνικό όρο» κοινωνιστές… Όμως οι γλωσσικές επιλογές ποτέ δεν είναι τυχαίες, το λέει και μόνος του!)

Το ενυπόγραφο, ξαναλέω, σχόλιο του Κ.Π. λογοκρίθηκε. Όπως κι ένα πρόσφατο, στο άρθρο του Τάσου Μελετόπουλου, «Θα κάνουμε τους Χρυσαυγίτες ήρωες;» (Λυπάμαι που δεν μπορώ να επεκταθώ και σ’ αυτό, διαβάστε το στο ωραίο «Αντίφωνο».)

Καμία έκπληξη, για μένα. Πόρτα είχα φάει κι εγώ στο τσιφλίκι, και μάλιστα όχι για άμεσα πολιτικό θέμα, όταν συνηγόρησα, επωνύμως κι εγώ, σε άρθρο της Βένας Γεωργακοπούλου για τον Απόστολο Διαμαντή, ο οποίος για πολλοστή φορά τα ’βαζε με τον Γιώργο Λούκο και το φεστιβάλ. (Είχα γράψει σχετικά, στο μπλογκ μου τότε κι εγώ: «Στη Δημοκρατία του Protagon.gr, ή Η ασυλία του κ.Διαμαντή».)

Με την ανωνυμογραφία λοιπόν μπορεί να βολεύεται ο για την ώρα Σταύρος και κυρ Σταύρος. Ώστε και να μαγειρεύει αναλόγως, μεγαλοεστιάτορας εξάλλου, για το Φαρμακονήσι, όπως πρόσφατα είδαμε, κι όπως επίσης πρόσφατα ακούσαμε μαρτυρίες για στημένες συνεντεύξεις του με ανήλικους κρατουμένους στις φυλακές Αυλώνα.

Αφέντης; Σεφ οπωσδήποτε.

buzz it!

15/3/14

Ο εφιάλτης Τσοπανάκος - Ωχ, το Τρίτο!

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Μαρτίου 2014)


Ο εφιάλτης Τσοπανάκος

Έπεσε το μαύρο στην ΕΡΤ, και πια τα πάντα απέκτησαν αυτομάτως ποιοτικό διαβατήριο. Και ξαφνικά, πλάι λ.χ. σε παραγωγές υπόδειγμα ερευνητικής δουλειάς, από τις πιο παλιές και κραταιές, το Μονόγραμμα και το Παρασκήνιο ή την Εποχή των εικόνων, έως πιο πρόσφατες, το εμπνευσμένο School-Tube ή το εξόριστο στη μεταμεσονύχτια ζώνη Art café, πιάσαμε ξαφνικά να νοσταλγούμε τους ακκισμούς (γραμμή για την εκπομπή του Θέμου) της Βίκυς Φλέσσα με τις ημιεγγράμματες ατάκες, τη σκανδαλωδώς αδιάβαστη Μπήλιω Τσουκαλά (κι αυτήν διακεκριμένη προμηθεύτρια του Θέμου), ή τον οδοστρωτήρα Σπύρο Παπαδόπουλο, που ισοπέδωνε σοβαρούς καλλιτέχνες με διάφορα σκουπίδια που ανακύκλωνε, και σφύριζε σε κοτζάμ Ξανθίππη Καραθανάση: «Μπράβο, κοριτσάρα μου!

Μα ήρθε, ως φαίνεται, ο καιρός της παλινόρθωσης, και λίγο λίγο μας ξανασερβίρονται τα ίδια πιάτα.

Και πρώτα το σήμα, ο αρχαίος Τσοπανάκος με τα γκλιν γκλιν γκλιν και τις κουδούνες, που στιγματίστηκε ιδίως από την εφτάχρονη δικτατορία. Όμως, η νοσταλγία νοσταλγία, και νά, γέμισαν σιρόπια οι εφημερίδες με τον Τσοπανάκο… Που προσφέρθηκε να τον διασκευάσει αφιλοκερδώς ο Μίμης Πλέσσας, από καημό, είπε, που δεν του είχαν κι εκείνου φωτογραφία, όπως άλλων συνθετών, στο Ραδιομέγαρο.

Έτσι, με Μίμη Πλέσσα, Τσοπανάκο και με τα ίδια τα παλιά κινάμε για μια νέα εποχή.


Ωχ, το Τρίτο!

ο πιο κακοπαθημένος συνθέτης, ακόμα κι από το εξειδικευμένο, υποτίθεται, Τρίτο: Μιλώ τον ανεβάζουν, Μιλώ τον κατεβάζουν (ενώ πρόσφατα το άλλο εξειδικευμένο, το κανάλι της Βουλής, του είχε αφιέρωμα, και το καμάρωνε: ΝΤΑΡΙΙΣ ΜΙΛΟ!)


Και τσουπ, ξανά, το Τρίτο που αγαπήσαμε, με τους ίδιους, λέει, παραγωγούς, η «όαση», λέει, πολιτισμού.

Το Τρίτο, είπα, που αγαπήσαμε. Όμως παλιά, πολύ παλιά, θα πω τώρα. Όταν υπήρχαν μόνο τέσσερις όλοι κι όλοι (κρατικοί) ραδιοσταθμοί, όταν υπήρχαν (αργότερα!) μόνο δύο (κρατικά) κανάλια, κι αυτά για έξι ώρες την ημέρα. Και βέβαια, όταν δεν υπήρχε ίντερνετ ή άλλος τρόπος να ακούσεις λίγο μουσική, κλασική εν προκειμένω. Σ’ εκείνη λοιπόν τη λίθινη εποχή, μοναδικό το Τρίτο Πρόγραμμα, μια σχεδόν συνεχής ροή κλασικής μουσικής –εκείνο, ναι, ήταν όαση. Με δέντρα λιγοστά, όμως όαση.

Και ήρθε έπειτα το Τρίτο του Χατζιδάκι –την ίδια πάντα λίθινη εποχή. Με την ντριμ τιμ: Κουρουπός, Κυπουργός, Κατσούλης, Μαραγκόπουλος κ.ά., δημιουργικός οργασμός, νέοι ορίζοντες, καινούρια ακούσματα, ή άλλα παραγνωρισμένα, από το μπαρόκ έως εθνικές, παραδοσιακές μουσικές, με Καραΐνδρου, Λιάβα, ή Μαυρίκιο κ.ά.

Όπου μέσα όμως στον πλουραλισμό, κυοφορούνταν, όπως συμβαίνει, αλίμονο, συχνά, η άκριτη «ανεξιθρησκία». Και μέσα στο δήθεν πλουραλιστικό, όμως εντέλει δογματικό: «η μουσική είναι μία» (όπως το Κόμμα; η ιδεολογία; η ερωτική επιθυμία; όλα ένα και μία;), έβρισκε χώρο να χωθεί τη μια ο Φλωρινιώτης, την άλλη η σχολικού επιπέδου εκπομπή «Το ελληνικό τραγούδι στο Τρίτο». Η συστατική πια ανεξιθρησκία, όταν πλάι στον άκρο αισθητισμό θρονιάζεται ισότιμα και ο κατιμάς, μεταφραζόταν αναπόφευκτα σε σύγχυση κριτηρίων.

Που αποθεώθηκε στη μετά Χατζιδάκι εποχή. Ιδίως με τον Τσαγκάρη, α τον Τσαγκάρη, που έβγαζε όλο στόμφο διαγγέλματα από ραδιοφώνου, ή προλογίζοντας (=καπελώνοντας) με εθνοπατριωτικό περιεχόμενο διάφορες συναυλίες. Τότε που υποχώρησε κι άλλο η μουσική και πλήθυναν, την εποχή της πιο οργιαστικής πληροφόρησης, οι εκπομπές λόγου. Μια ακατάσχετη λογοδιάρροια, ήδη από την εκφώνηση (ακόμα και μουσικών εκπομπών!): τίτλος, υπότιτλος, παραϋπότιτλος… Απαγγελίες ποιημάτων, κι όχι από τους ίδιους τους ποιητές, ούτε καν από ποιητές που διαβάζουν άλλους ποιητές, παρά από κάποιους άγνωστους, και με εμφανές πρόβλημα άρθρωσης! Εξαντλητικά μαθήματα ιστορίας, π.χ. για τις Νεαρές του Ιουστινιανού (με εξαιρετικές μουσικές, οφείλω να ομολογήσω), αναγνώσεις αναλύσεων βαριάς φιλοσοφίας. Το βασικό; Χωρίς κανέναν σχεδιασμό, δύο και τρεις εκπομπές λόγου στη σειρά! Όπως και μουσικές εκπομπές, όταν μία εκπομπή αφιερωμένη στην κιθάρα (μόνη αυτή από τα πλήθος όργανα) απέκτησε και ταίρι, και κάποια στιγμή οι δύο εκπομπές για κιθάρα μπήκαν δίπλα δίπλα!

Υπήρχαν, εννοείται, και αξιόλογες εκπομπές μουσικής, π.χ. με τον Μάρκο Μωυσίδη, τον Διονύση Μαλλούχο ή την Τζουλιέτα Καρόρη, η Πρόβα ορχήστρας του Γιάννη Ευσταθιάδη, η ευφάνταστη Αναζητώντας την κυρία με τη στρυχνίνη του Χρ. Παπαγεωργίου. Που θα φρικιούσαν, πιστεύω, κι αυτές, έτσι όπως περικυκλώνονταν από ερασιτεχνισμό και ασχετοσύνη.

Τελευταία άρχισε να εκπέμπει το Τρίτο, σκέτη διαδοχή μουσικών, χωρίς ίχνος λόγου: ο παράδεισός μου, ομολογώ. Τώρα ήχησαν οι καμπάνες, ξανά το παλιό Τρίτο.

Θα είναι το ίδιο παλιό; Θα υποχρεωθούν τουλάχιστον, πολλοί, όχι λίγοι, να ανοίγουν κάποιο βιβλίο, να ψάχνουν λίγο στο διαδίκτυο, να μη λένε «μπλε Χριστούγεννα» τα μαύρα (=καταθλιπτικά κτλ.) Χριστούγεννα, Βώγκαν τον Βων Ουίλλιαμς, Μιλώ τον Μιγιώ, «θήορμπο» την αρχαία θεόρβη, «σαλτέριο» το επίσης αρχαίο ψαλτήριο, Νυχτοβάτη την Υπνοβάτιδα του Μπελλίνι, «οργανοκρούστη» τον οργανίστα, «τσιφ κοντάκτορ» τον αρχιμουσικό, Γουίλχελμ τον Βίλχελμ Κεμπφ, Κλάουντ τον Κλωντ Ντεμπυσύ, «φίλο τού Σοπέν Τζωρτζ Σαντ» τη φίλη τού Σοπέν Γεωργία Σάνδη;

Ο Θεός να δώσει!

buzz it!

9/3/14

Το νιούτσικο των ημερών - Πλυντήρια και πλυντήρια

(Εφημερίδα των Συντακτών 8 Μαρτίου 2014)
 

Το νιούτσικο των ημερών

«Κρέμασμα θέλουν όλοι οι πάνω απ’ τα 60, εγώ ο ίδιος θα τους κρεμάσω, γιατί αυτοί ψήφιζαν αυτούς που μας φέραν εδωπέρα, εγώ ήμουν μικρός και δεν ψήφιζα. Θα περπατάμε στον δρόμο, και κατευθείαν, μπουνιά στη μούρη!» Ωρυόταν μέσα στα αποδυτήρια του κολυμβητηρίου ο νεαρός γύρω στα 30, 30 κάτι, απευθυνόμενος σ’ έναν φίλο του. Δίστασα να παρέμβω σε μια ιδιωτική συζήτηση, που όμως γινόταν σε δημόσιο χώρο και στη διαπασών, χώρια που σκεφτόμουν ότι θα φαινόταν ίσως προσωπική αντίδραση, λόγω ηλικίας… Έτσι κι αλλιώς, πάντα εκ των υστέρων σου ’ρχεται η κατάλληλη ατάκα. Που εν προκειμένω θα ’ταν η απλή ερώτηση για την ηλικία του. Κι έπειτα, η επόμενη: Και τι ψήφισες πρόπερσι, σε δύο απανωτές εκλογές; και το 2009; και το 2007; και το 2004; και το 2000; ίσως και το 1996;

Δεν την έκανα τότε την ερώτηση αυτή. Θα την κάνω όμως τώρα στον όχι 30 κάτι, αλλά 50 ολοστρόγγυλα, Σταύρο Θεοδωράκη. Που αυτός, δεν μπορεί, σίγουρα θα το ξέρει ότι πολιτεύεται, όπως όλοι, και ιδίως όσοι έχουμε κάποια σχέση με δημόσια μέσα, εφημερίδες, τηλεόραση κτλ. Δεν μπορεί δηλαδή να παριστάνει τον άμωμο πολιτικά, ή να θεωρεί ότι πολιτική δράση είναι αποκλειστικά η θητεία σε κόμματα κτλ.

Δεν ξέρουμε πώς θα πολιτευτεί ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ξέρουμε όμως πώς πολιτεύτηκε (π.χ. ξέπλυμα Μιχαλολιάκου, τώρα του Λιμενικού για το Φαρμακονήσι). Προπάντων, στο προκείμενο, ότι πολιτεύτηκε. Πρώτα στην τηλεόραση, έπειτα στο διαδίκτυο, με το Protagon, όπου οι συνεργάτες του συνιστούν ουσιαστικά ολόκληρο ψηφοδέλτιο. Καταρχήν με απ’ όλα, ενδεχομένως με πιο αυξημένη δόση σε νεοφιλελεύθερους δημοσιολογούντες, όπως κυρίως νεοφιλελεύθερα ήταν τα ελάχιστα πολιτικά που ψέλλιζε το αρχικό προσωπικό διάγγελμα («Ένας Τζήμερος με σακίδιο» έγραψε εύστοχα ο Δ. Παπανικολάου στο Unfollow).

Ιδεολογική ανεξιθρησκία, που λέμε, ιδεολογικό χυλό, που τρώμε. Ίδωμεν.


Πλυντήρια και πλυντήρια

Υπάρχουν λογής λογής πλυντήρια, άλλα με μειωμένο ωράριο, άλλα με πλήρες, άλλα με την ονομασία τους γραμμένη στην ταμπέλα φαρδιά πλατιά, άλλα με παραπλανητικές φίρμες (γι’ αυτό και πιο αποτελεσματικά –ή επικίνδυνα, όπως το δει κανείς), Θέμος, Τράγκας, Πρετεντέρης, Τρέμη, Μέγκα εν γένει, Πορτοσάλτε, Μπάμπης Παπαδημητρίου, Στέφανος Κασιμάτης, Μπογδάνος, Σκάι ή συγκρότημα Αλαφούζου εν γένει, Τατιάνα,  Χατζηνικολάου, αυτός με πολυπτυχίο, πλυντήριο για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό του, τη μια να μοιράζει τα ιστορικά πονήματα του εθνικιστή Καργάκου, την άλλη τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, τη μια να σερβίρει Τράγκα, την άλλη «Ελληνοφρένεια», κι άλλοι, κι άλλοι…

Και είναι και τα πιο μικρά, τα πλυντηρίδια, όχι ακριβώς περιστασιακά, πάντως μικρά· μικρά, μα όχι περιορισμένων δυνατοτήτων, κι έτσι, από μιαν άποψη, από τα πιο επικίνδυνα κι αυτά. 

Γράφεις λόγου χάρη για θέματα άλλα, πως σε καλέσαν στη Βουλή, στην επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, να μιλήσεις, καθότι συγγραφέας, για την πολιτική του βιβλίου. Κι εκεί, λέει, ήταν καμιά σαρανταριά βουλευτές, κι έπειτα από καμιά-δυο ώρες είχαν μείνει μόνο πέντε ή έξι, σκέτη αθλιότης: «Από τη γενικευμένη αδιαφορία ξεχώρισα μόνον την παρέμβαση του Άδ. Γεωργιάδη, ο οποίος όχι μόνον ήξερε το ζήτημα, αλλά είχε και πολιτική πρόταση» επισημαίνει ο συγγραφέας. Αθώα φαινομενικά φράση, όμως, έτσι λειψή που είναι, λευκαντικό πρώτης για τον Άδωνη. Γιατί, πολύ απλά, δεν νοείται να λες ότι ο Άδωνης «όχι μόνον ήξερε το ζήτημα, αλλά είχε και πολιτική πρόταση», χωρίς να υπενθυμίζεις, να τονίζεις, να λες, υποχρεωτικά, πως ο Άδωνης είναι εκδότης και τηλεπλασιέ βιβλίων, επαγγελματίας δηλαδή του βιβλίου. Τουλάχιστον ο Πάγκαλος, όταν αναγόρευε τον Άδωνη στον καλύτερο υπουργό ναυτιλίας που είχαμε ποτέ, σε κάτι αναφερόταν, σωστό ή όχι, κάτι πάντως πέρα από το απολύτως αυτονόητο.

Έπειτα, σε άλλο σημείο, γίνεται λόγος για τον Χρυσαυγίτη βουλευτή Αρβανίτη, «ο οποίος προσπαθούσε να δώσει τη δική του ερμηνεία στον ναζιστικό χαιρετισμό». Όμως, ο κ. Αρβανίτης «διαφέρει από τον σωματότυπο του μέσου Χρυσαυγίτη, και αν μη τι άλλο δεν κακοποιεί την ελληνική με τα διάφορα “εγέρθητω”, “αθρώποι” κλπ.»

Βρήκε να θαμπωθεί ο συγγραφέας μας, δηλωμένος νοσταλγός της καθαρεύουσας, από τα ξύλινα καθαρευουσιάνικα του Χρυσαυγίτη, που «δεν κακοποιεί την ελληνική» με τι; με το πάντως κοινότατο και προαιώνιο λάθος «εγέρθητω» (ή «εγέρθητος»), που μαρτυρεί ακριβώς πόσο ξένη προς το γλωσσικό αίσθημα υπήρξε ανέκαθεν η καθαρεύουσα, ή με τον κοινότατο λαϊκό τύπο «α(ν)θρώποι».

Εμ λαϊκό; Πιφ, έκανε ο συγγραφέας μας (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 2/3), και έτρεξε για παντεσπάνι.

buzz it!

2/3/14

ΔΑΠ, Δημοτικός Άρχων Πειραιώς - Χλιδάτες βιτρίνες και μεγαλεία


(Εφημερίδα των συντακτών 28 Φεβρ. 2014)


ΔΑΠ, Δημοτικός Άρχων Πειραιώς

Θα αποτελούσε εξαίρεση στον οιονεί κανόνα δημαρχιακής συμπεριφοράς ο Βασίλης Μιχαλολιάκος; Ειδικά αυτός; Τέκνο της πιο αγνής και άδολης, ακραίας Δεξιάς, αυτοχρισμένος θύμα της τρομοκρατίας, προστάτης άγιος των εν Πειραιεί Μανιατών, όπως ο αρχηγός του Σαμαράς των Καλαματιανών,  εκλέχτηκε δημοτικός άρχοντας, νικώντας στην ενδοδεξιά κούρσα τον τότε υπόδικο Πέτρο Μαντούβαλο. Και μετά; Μακάριος δημαρχεύει. Κατά τον γενικότερο κανόνα, όπως είπα.

Δηλαδή, μήτε λακκούβα έκλεισε μήτε σκουπίδι μάζεψε, από παρτέρια όμως με κυκλάμινα άλλο τίποτα –παρόλο που τα κυκλάμινα είναι άοσμα και δεν καλύπτουν τη σκουπιδοντενεκίλα. Η οποία κυριαρχεί λόγου χάρη στην άκρη στο Μικρολίμανο (που ντράπηκε από καιρό να λέγεται Τουρκολίμανο), όπου στρατιά παραταγμένοι κάδοι δοξάζουν νυχθημερόν τον δημοτικό άρχοντα –και αυτόν τον δημοτικό άρχοντα, για να ’μαστε δίκαιοι. Και λίγο πριν μπεις στο Τουρκολίμανο, στην ακτή Δηλαβέρη, πλάι στο Δελφινάριο, εκεί παραταγμένες είναι οι λακκούβες, να καλωσορίζουν τον επισκέπτη οδηγό, και πάλι να δοξάζουν τον δημοτικό άρχοντα. Ή στο Πασαλιμάνι, μήνες να χάσκουν στη μεγάλη βόλτα τα ξεσκέπαστα φρεάτια, όπου χώνει κάνας φιλότιμος περίοικος, υποθέτω, κάποιο σανίδι ή όρθιο καφάσι, να μπορεί να ειδοποιηθεί ο ανυποψίαστος περαστικός, όχι όμως και να ξυπνήσει ο μακάριος άρχων. Αυτά, στα κεντρικότερα σημεία, σκεφτείτε αλλού.

Ούτε λακκούβα λοιπόν, ούτε σκουπίδι, η χαρά όμως των τραπεζοκαθισμάτων, κι άλλων ακόμα τραπεζοκαθισμάτων-ψήφων, πλάι στα ουκ ολίγα παλαιά, νόμιμα ή παράνομα αλλά κατ’ ανοχήν –χρυσοφόρα ανοχή, σκέφτεται κανείς. Κι ενώ το Τουρκολίμανο, με τα «κεκτημένα» πια των εστιατορίων του, μετατρέπεται σιγά σιγά σε κόμβο νυχτερινής διασκέδασης, με κέντρα και μπαρ με λάιβ μουσική, που τα συναγωνίζονται έτσι κι αλλιώς οι τύποις καφετέριες, με τέρμα ωστόσο μουσική τα βράδια, να φτάνουν τα μπάσα ώς απάνω στην Καστέλα!

Αυτά είναι όμως τα δύσκολα, και με τα δύσκολα, παναπεί τα συμφέροντα, οι δημοτικοί άρχοντες δεν τα βάζουν, παγίως, ποτέ και πουθενά. Δεν θα ’ταν έτσι εξαίρεση, όπως είπα, ο άρχων Πειραιώς.


Χλιδάτες βιτρίνες και μεγαλεία

τόση παραλία, χωρίς ξαπλώστρες, ομπρέλες, τραπεζοκαθίσματα, αμαρτία απ' τον Θεό

Ο οποίος άρχων Πειραιώς, ωστόσο, είπε κάποια στιγμή πως θα τα βάλει με την «παράνομη επιχειρηματικότητα» στις παραλίες, στα Βοτσαλάκια λόγου χάρη, όπου για κάπου δεκαπέντε χρόνια λειτουργούσε καφετέρια-τα-βράδια-μπαρ, με άδεια απλής καντίνας, η οποία δεν έδωσε ποτέ ούτε δεκάρα ενοίκιο στον δήμο. Και έβγαλε τη σπάθα ο δήμαρχος μαχητής, και τι έκανε; έδωσε τη δημοτική παραλία, μαζί με τη Φρεαττύδα πανωπροίκι, σε ποιον, στον έως τότε «παρανομούντα επιχειρηματία». Ξαπλώστρες, ομπρέλες, αιώρες, χώρος για δεξιώσεις, πάρκιν και άλλα, όνειρα για χλιδάτες παραλίες, για Ριβιέρες –αν μη τι άλλο, προαγωγή καταναλωτικών μοντέλων σε εποχές κρίσης. Χρύσωμα στο χάπι, ένας θερινός κινηματογράφος, έργο για το οποίο καταρχήν δεν θα ’χε αντίρρηση κανείς, αν δεν υπήρχε χώρος κατάλληλος αλλού, και αν δεν ήταν σίγουρο πως θα προσθέσει κι αυτός, στην ήδη επιβαρημένη περιοχή, επιπλέον κίνηση, τροχοφόρα κτλ. Δύο μοναδικές, πρότυπες ελεύθερες παραλίες, σπάνια όαση στα πόδια ακριβώς του πολύβουου λεκανοπεδίου, υπόκεινται κι αυτές στη γνωστή μαθηματική πράξη: συν μπετόν, μείον δέντρα, ίσον «αξιοποίηση», «ανάπλαση» κτλ.

Έργα βιτρίνας λοιπόν, στην καλύτερη και πιο αθώα περίπτωση, παντεσπάνι αντί για ψωμί, όταν εκκρεμούν τα στοιχειώδη. Κατά τα άλλα, ή παράλληλα, νά τα στρας και νά τα φλας στα εγκαίνια του ανακαινισμένου, περίλαμπρου Δημοτικού Θεάτρου, που το ονειρεύεται ωστόσο ο άρχων μας χειμερινό, αναβαθμισμένο Δελφινάριο –και το ’κανε ήδη, στεγάζοντας το Τσαντίρι του Λαζόπουλου, όπως εύλογα πολυσχολιάστηκε ήδη.

Πού τα θυμήθηκα όλα αυτά, τα λίγα απ’ όσα ζει και βλέπει ένας κάτοικος; Την ώρα που ανθούν και θάλλουν τα προεκλογικά χαμόγελα και λόγια του «πετυχημένου δημάρχου», όπως τον ευλόγησε και ο πρωθυπουργός, που ήρθε να βάλει ένα χεράκι στις τάχα ακομμάτιστες δημοτικές εκλογές…

Οι οποίες κινητοποίησαν τον έτσι κι αλλιώς υπερδραστήριο άρχοντά μας. Που, αν δεν μαζεύει και πάλι τους παραταγμένους στη σειρά κάδους, θα μαζέψει τις ακαθαρσίες των αδέσποτων. Πώς; με βαριά πρόστιμα, βρόντησε κι άστραψε, αγνοώντας άλλη μία φορά και τις υποχρεώσεις του και τη σχετική νομοθεσία· βαριά πρόστιμα σε όσους ταΐζουν στους δρόμους τα αδέσποτα, αντί να τα πάρουν, είπε, να τα ταΐσουν στο μπαλκόνι τους!

Κοίτα, πώς μου ’ρθε στο μυαλό το βασικό επιχείρημα που επαναλαμβάνουν οι ομοϊδεάτες του δημάρχου μεταναστοφάγοι, που λένε να πάρουμε τους ξένους στα σπίτια μας. Αλλιώς, μπουντρούμια και στρατόπεδα. Τέτοια που στοιχειώνουν, φαίνεται, τον νου του άρχοντά μας, αφού και για τα δεσποζόμενα ζώα, γκέτο επινόησε: ειδικό χώρο να τα βγάζουν οι ιδιοκτήτες τους βόλτα.

Συρματοπλέγματα αντί για μυαλά…

buzz it!

27/2/14

ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Γ΄: ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (κυκλοφόρησε ο Γ΄ τόμος)




από τα Περιεχόμενα

Βιασμός, σεξισμός και «τέχνη» * Ντιγκιντάγκες, Ολυμπιάδα και γκρίνια * Βολή των εφήβων και χαριστική βολή * Σαββόπουλος, μουσική δημιουργία και πολιτική καθοδήγηση * Παίρνει την αλήθεια μου και μου την κάνει λιώμα * Ο Χριστόδουλος και ο Παττακός * Μακάριος, μακαριότατος μέχρις αναισθησίας * Το «2» του Παπαϊωάννου και η ομοφοβική κριτική * Σάτιρα, φάρσα, πρόκληση και ηθική * Εκκλησία, εθνική παλιγγενεσία και εθνική μυθολογία * Το κρυφό σχολειό και η κρυφή του αλήθεια * Αμοραλισμός και θεομπαιξία * Ο τρόμος της αναπηρίας και ο οίκτος * Οι Ατενίστας και ο Τζουλιάνι

στην ίδια σειρά κυκλοφορούν

ακολουθεί
ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Δ΄: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


από τον ΠΡΟΛΟΓΟ

1. Στοιχήματα απέναντι στα στερεότυπα, που εμφανίζονται μάλιστα σαν αυτονόητα, στοιχήματα απέναντι στον μανιχαϊσμό του μαύρου-άσπρου, του «μ’ εμάς, αλλιώς με τους άλλους». Δεν είναι απλό, ούτε σκέτα φιλολογικό: μπροστά σε τέτοιου είδους πλαστά και εξωιστορικά διλήμματα, υπάρχεις ή δεν υπάρχεις –με την έννοια ότι ακυρώνεσαι, καταργείσαι. Και αν υπάρχεις, το μεγαλύτερο και κρισιμότερο στοίχημα: αν υπάρχεις μαζί με άλλους, και όχι μόνος, σ’ ένα αυτιστικό σύμπαν.

Κείμενα ξαναδημοσιευμένα, ξανακοιταγμένα τώρα και με ορισμένες προσθήκες, συν μερικά καινούρια, συγκεντρωμένα σ’ ένα βιβλίο, αν όντως χρειάζεται, όπως πιστεύω πάντως εγώ, να επανερχόμαστε ολοένα, όσο επανέρχεται στο κάτω κάτω η πραγματικότητα, ή η Ιστορία –σαν φάρσα, όπως μας έμαθε η μαρξική παιδεία μας, συχνά όμως σαν θρασύτατο αντίγραφο του παρελθόντος, και τότε καθόλου φάρσα, δυστυχώς, όπως μας μαθαίνει πάλι η ίδια η πραγματικότητα.

Ασκήσεις μνήμης, απ’ την άλλη, θα μπορούσε να πει κανείς, απέναντι στον εξωραϊσμό του παρελθόντος, απ’ τη μια, που αποτελεί στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση, απέναντι στον προφανούς ιδεολογικής σκοπιμότητας αναθεωρητισμό, απ’ την άλλη.

Στο τέλος τέλος, σκόρπιες εγγραφές, σαν σε ημερολόγιο, διόλου συστηματικό, άρα με όλο τον υποκειμενισμό του συντάκτη του.*

2. Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται κείμενα για την κοινωνία, τη θρησκεία και τον πολιτισμό, όπως μάλλον συμβατικά ξεχωρίζουν και επιγράφονται οι «τομείς» αυτοί. Που, πολλές φορές, ακόμα πιο δύσκολα ξεχωρίζουν από τα κείμενα που συγκροτούν τον επόμενο τόμο, με την ένδειξη «Πολιτική και Ιδεολογία». Παραταύτα επιχειρήθηκε μια ταξινόμηση, άλλοτε για λειτουργικούς απλώς λόγους, όπως έγινε με όλη τη σειρά των Στοιχημάτων (χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο α΄ τόμος της σειράς, με κείμενα για τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και το μεταναστευτικό πρόβλημα, που αυτομάτως ανάγονται στη σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας), άλλοτε με πιο ξεκάθαρο το στίγμα, την έμφαση σε επιμέρους τομείς.

Έτσι, με όλες ή παρ’ όλες τις ιδεολογικές παραμέτρους τους, στεγάζονται εδώ κείμενα για θέματα όπως η αναπηρία και η στάση μας απέναντί της, η ομοφοβία που διατρέχει τον δημόσιο γενικά ή τον κριτικό ειδικότερα λόγο, το κάπνισμα και η κοινωνική συμπεριφορά την οποία υπαγορεύει ή η οποία συναρτάται με αυτό, η ηθική της φάρσας και της πρόκλησης, ιδίως της καλλιτεχνικής, κ.ά.· κείμενα για τη θρησκεία, κι αυτά με έντονη την πολιτική διάστασή τους, όπως οι σχέσεις Εκκλησίας και κράτους, η Εκκλησία και τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.ά., με κύρια αφορμή συχνά την πληθωρική, παρεμβατική παρουσία του προηγούμενου αρχιεπισκόπου.

Στο σημείο αυτό νιώθω την ανάγκη να σταθώ περισσότερο, όπως ακριβώς στάθηκα και όταν ξεδιάλεγα τα κείμενα, και διαπίστωσα, ακόμα και αφού αφαίρεσα πολλά, πως ο Χριστόδουλος διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος. Σκέφτηκα έτσι πολύ, και μολονότι ο διακηρυγμένος στόχος της σειράς είναι η αναμέτρηση με την αναπόφευκτη αλλά και τη σκόπιμη λήθη, σκέφτηκα, λέω, κατά πόσο έχουν ακόμα νόημα τέτοια κείμενα, τώρα που πέθανε ο Χριστόδουλος κι έκλεισε ένα κεφάλαιο κτλ. Έκλεισε όμως; Ο ακροδεξιός Στόχος, κρεμασμένος σε όλα τα περίπτερα, τον έχει κάθε μέρα πάνω πάνω στην πρώτη του σελίδα. Προτάσεις αγιοποίησής του ακούγονται κάθε τόσο, είναι σίγουρο πως θα πληθύνουν κάποια στιγμή. Και, ήσσονος σημασίας αλλά σύμπτωση, τις μέρες ακριβώς που γράφεται ο πρόλογος αυτός, μία από τις εφημερίδες πλυντήρια της ακροδεξιάς, το Παρασκήνιο, μοιράζει το πόνημα Ο Χριστόδουλος της καρδιάς μας


* Η ενότητα 1 είναι κοινή σε όλους τους τόμους της σειράς.

buzz it!

23/2/14

1. Αγωγές και εκφοβισμοί, 2. Τα κέρδη των χαμένων αγωγών

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Φεβρ. 2014)
 

1. Αγωγές και εκφοβισμοί

Η Ένωση Αστυνομικών Αχαΐας απειλεί με μήνυση την «Ελληνοφρένεια» που σατιρίζει τα ΜΑΤ, ο Μελισσανίδης ζητάει από το Unfollow 1.000.000 ευρώ, ο ακροδεξιός Λεπέν έσερνε σε δίκες (που συχνά τις κέρδιζε) όποιους τον αποκαλούσαν ακροδεξιό, το ίδιο απειλούσε να κάνει και ο Καρατζαφέρης στις δόξες του, το ίδιο απειλεί τώρα η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή αν τους πούνε ναζιστές, με αγωγές εκατομμυρίων έκανε αισθητή την παρουσία του το εθνοσωστικό Δίκτυο 21, ο συγγράψας τα πλέον αντισημιτικά Πλεύρης πατήρ κέρδισε δίκη επειδή τον είπαν αντισημίτη, με αγωγές απειλεί συνέχεια ο Άδωνης, με μήνυση απείλησε τον Guardian ο Δένδιας, επειδή έγραψε πως γίνονται βασανιστήρια στην Ελλάδα, ένα βήμα κάνει στον δρόμο ο Κούγιας, πόσο μάλλον όταν πηδάει μαντρότοιχους, και στέλνει καραβιές εξώδικα σ’ Ανατολή και Δύση να προλάβει να μη γράψουν το παραμικρό (βάλτε στο γκουγκλ «Κούγιας + εξώδικο», δεκάδες χιλιάδες τα ευρήματα), τα ίδια κι ο Φαήλος, ή ο Βγενόπουλος, ή ο περίφημος Ντάνος Κρυστάλλης, μια πολυαγωγή ο ίδιος, που φόρτωσε τον σύμπαντα κόσμο με αγωγές επειδή τον χαρακτήριζαν με ιδιότητες για τις οποίες κόμπαζε ο ίδιος στα κανάλια… Και μετά, στα τάχατες πνευματικά μας γήπεδα, ποδογράφοι πανεπιστημιακοί τραβούσαν στα δικαστήρια τον Γιατρομανωλάκη και τον Γεωργουσόπουλο που έκριναν την τζούφια τους πραμάτεια, αρχαιολάτρης συγγραφέας έκανε αγωγή στον Μπουκάλα που παρέθετε τα λόγια του, θυμηθείτε και τον ιεροψάλτη από τ’ Αγρίνιο που έσυρε στο δικαστήριο τη Δόμνα Σαμίου για τα παραδοσιακά αποκριάτικά της, και πόσους άλλους, με εφαλτήριο οι περισσότεροι ένα από τα ανοσιουργήματα του Βενιζέλου, τον τυποκτόνο νόμο περί Τύπου.

Αγωγές επί αγωγών, μπορεί χαμένες οι πιο πολλές, μα τη δουλίτσα τους την κάνουν: από τη δημοσιότητα που δίνουν στον ενάγοντα, με το δυναμικό και απειλητικό προφίλ που του χαρίζουν, ώς το απυρόβλητο που του εξασφαλίζουν εφεξής!


2. Τα κέρδη των χαμένων αγωγών

Άφησα τελευταίο παράδειγμα τον άγιο Πειραιώς, μία κατηγορία μόνον του, ακριβώς ή κυρίως επειδή είναι και άνθρωπος του Θεού. Ο οποίος άγιος μοίραζε κι αυτός αγωγές, κι όχι ψιλικατζίδικα, αλλά ζητώντας λ.χ. δέκα ολόκληρα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ απ’ την αφεντιά μου και την εφημερίδα όπου αρθρογραφούσα τότε, επειδή έγραφα πως η διατύπωσή του γι’ αυτούς «που έκαναν αξία ζωής τον σωλήνα αποβολής των περιττωμάτων» ήταν αρμοδιότητας πια ψυχιάτρου (Τα Νέα 3.5.08). Δεν τα κέρδισε τα εκατομμύρια ο άγιος, αλλά τα κέρδη του τα είχε, όπως όλοι εξάλλου οι αγωγομανείς.

Γιατί, ακόμα κι αν εξόφθαλμα αβάσιμες και εξωφρενικές οι διάφορες αγωγές, έχουν αποπίσω τους γερά μελετημένη τη στρατηγική να τρομοκρατήσουν αν μη τι άλλο τον εναγόμενο. Γιατί, προτού ακόμα αθωωθείς (αν αθωωθείς, όχι πάντα αυτονόητο) από τα δικαστήρια, σε έχουν καταδικάσει οι ενάγοντες και έχουν πάρει τη μικρόχαρη εκδίκησή τους, βάζοντάς σε να τρέχεις, να χάνεις μέρες και μέρες, μαζί με τους ταλαίπωρους μάρτυρες, κι εσύ κυρίως, μην κοροϊδευόμαστε, να (αυτο)λογοκρίνεσαι, με την υπόδειξη του συνηγόρου σου (εντολή από μιαν άποψη, όταν μάλιστα είναι συνήγορος της εφημερίδας), ώσπου να βγει η απόφαση ή ώσπου να εκπνεύσει η προθεσμία για έφεση. Εξωφρενικά; Όμως σοφά, σοφότατα απ’ τη μεριά τους.

Ακόμα πιο εξωφρενικό είναι ότι τις περισσότερες φορές θα είχε κανείς κάθε λόγο, θα όφειλε ίσως, να κάνει πρώτος μήνυση σ’ όλους αυτούς, συχνά για αυτά ακριβώς για τα οποία μηνύουν εκείνοι, και πλείστα άλλα, για μισαλλοδοξία, ρατσισμό, δυσφήμηση, εξύβριση, διασπορά ψευδών ειδήσεων, όξυνση παθών, πρόκληση σε διάπραξη αξιόποινων πράξεων κτλ.

Νά, λόγου χάρη, καίει ένας πιτσιρικάς τη σημαία, τη σημαία που έγινε ρόπαλο φονικό στα χέρια των Χρυσαυγιτών, που έχει κατεξευτελιστεί έτσι κι αλλιώς στα χέρια επίορκων δικτατόρων κ.ά., και τον τραβολογάνε για προσβολή εθνικού συμβόλου, όσοι δεν θεώρησαν ώς τότε προσβολή του ίδιου συμβόλου τη χρήση του ακριβώς από τους εθνοκάπηλους και άλλους που είπαμε.

Ή αλλιώς: τραβολογάνε, ξαναλέω, για προσβολή εθνικού συμβόλου έναν πιτσιρικά που καίει μια σημαία, ενώ πανεπιστημιακός δάσκαλος, θεολόγος, κι αυτός του Θεού δηλαδή, ο κ. Γιανναράς (από τους ενάγοντες, επί Δικτύου!), προσβάλλει, χρόνια τώρα, σχεδόν ανελλιπώς τις Κυριακές από την Καθημερινή, τάμα το έχει κάνει, το κράτος που τον τρέφει, που τον μισθοδοτεί, αποκαλώντας το «Ελλαδιστάν», «φαιδρό Ελλαδέξ» ή «θλιβερό ελληνώνυμο κρατίδιο», «Ελληνώνυμους» τους Έλληνες κ.ά.

Σαν πόσες αγωγές θα έκανε σε αντίστοιχη περίπτωση ο ίδιος; Ωρέ Έλληνας κανείς;


ΥΓ. Μου πήρε πολλή ώρα, πιστέψτε με, να βρω για τον καθένα τη διατύπωση που δεν θα σηκώνει «κανονικά» μήνυση ή αγωγή: ιδού τα κέρδη τους, αυτή είναι η νίκη τους!

buzz it!