15/10/16

Ο υπερθεματιστής και τα κοντόληκτα

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Οκτ. 2016)


Και τι ’ν’ αυτός ο υπερθεματιστής που μας βρήκε; Λίγος ή τι μας έπεφτε ο πλειοδότης; Και με εντυπωσιακή ταχύτητα, σε δυο-τρεις μέρες μέσα, βρέθηκε να καμαρώνει, καινούριο κοσκινάκι, σε όλα τα μέσα, έδωσε μάλιστα τάχιστα και τίτλο σε μια ενδιαφέρουσα επιφυλλίδα: «Υπερθεματιστές αβεβαιότητας και φόβου», που δεν αναφερόταν φυσικά στους νέους καναλάρχες αλλά στους ακροδεξιούς του AfD της Γερμανίας. Και δεν εξετάζω εδώ αν στα νομικά ισχύει ο όρος στην περίπτωση των πλειστηριασμών ενώ ο πλειοδότης σε διαγωνισμούς, άρα στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες θα ’πρεπε να μιλάμε για πλειοδότες και όχι για υπερθεματιστές· το θέμα είναι πώς κάθε τόσο θαμπωνόμαστε από έναν ειδικό όρο, άγνωστο ώς τότε στον καθημερινό (και όχι μόνο) λόγο και τον μεταφέρουμε έξω από τον εκάστοτε επιστημονικό ή άλλο χώρο, συχνά άκριτα και συχνότερα λάθος. Είναι λοιπόν το καινούριο κοσκινάκι, όπως ο μακαριστός, που έγραφα την περασμένη φορά, ο οποίος έφτασε να συνάπτεται μόνιμα με τον Χριστόδουλο, ακόμα κι από τους φανατικότερους αντιπάλους του –να χρησιμοποιείται δηλαδή λάθος.

Και τι είναι η μη υποβοηθούμενη ευθανασία, που έκανε την επιδεικτική γύρα της στα μέσα, αλλά έσβησε, θέλω να πιστεύω, μαζί με την επικαιρότητα; Τι είναι ο «θάνατος με αυτενέργεια», όπως βγήκε κι έλεγε τότε κάποιος στις ειδήσεις; Ένας «κομψότερος τρόπος να πούμε την αυτοκτονία», όπως ομολόγησε ο ίδιος; Ας μας λυπηθεί ο όποιος θεός της γλώσσας.

Το ’χουμε ξαναπεί άπειρες φορές, και θα το ξαναπούμε άλλες τόσες, πως έτσι προχωράνε οι γλώσσες, με αστοχίες, με κακόζηλα ή και λάθη, που σήμερα τα κατακρίνουμε, αύριο, αν και εφόσον επικρατήσουν, πράγμα διόλου αυτονόητο εξ ορισμού, θα μας φαίνονται εντελώς φυσιολογικά, σ’ εμάς τους ίδιους και σίγουρα στους νεότερους, που θα τα βρούνε έτοιμα σερβιρισμένα και παγιωμένα. Απλώς (διόλου απλώς εντέλει, αλλ’ ας είναι) συζητούμε, έχει νόημα να συζητούμε, οφείλουμε να τα συζητούμε όλα αυτά, να συζητούμε δηλαδή για τάσεις και στάσεις και ιδεολογίες –να συζητούμε ακριβώς για εμάς τους ίδιους.

Και αν σε τέτοιες περιπτώσεις, πέρα από σκέτη ενδεχομένως παρανόηση, μπορεί να δούμε κάποια εκζήτηση, χέρι χέρι με τη λογιόστροφη εποχή μας, έχουμε άλλες περιπτώσεις όπου νεολογισμοί οι οποίοι μας ξαφνιάζουν, όπως πάντοτε εξάλλου οι νεολογισμοί, που μοιάζουν κι αυτοί κακόζηλοι, μαρτυρούν εντέλει δημιουργική χρήση της γλώσσας, σίγουρα σε μια κατεύθυνση βραχυλογίας (σταθερή κι αυτή τάση της γλώσσας), χωρίς όμως ιδεολογικές προθέσεις και αντίστοιχες φορτίσεις:

Πρόσφατα ανακάλυψα τα κοντόληκτα τρόφιμα ή προϊόντα, και βρήκα ψάχνοντας τη μικρή διαδρομή τους τα τελευταία χρόνια, όπου προϊόντα που πρόκειται σύντομα να λήξουν, που είναι κοντά στην ημερομηνία λήξης, με κοντινή ημερομηνία λήξης, είτε πουλιούνται σε πολύ χαμηλότερη τιμή είτε διανέμονται σε οργανώσεις και άλλες δομές για αστέγους και γενικά ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες. Αιφνιδιάστηκα, ομολογώ· όσο όμως το κοιτούσα, είδα ακριβώς αυτό που χαρακτήρισα δημιουργική χρήση της γλώσσας: μονολεκτικός όρος στη θέση της περίφρασης, κυρίως όμως διαφανής ετυμολογικά, και, το πιο βασικό από μια άποψη, πέρα από ιδεογλωσσικές εμμονές. Στο ίδιο κείμενο είδα και τα εξίσου διαφανή ετυμολογικά κιλοτεμάχια: «δόθηκαν πάνω από 850.000 κιλοτεμάχια τροφίμων», προφανώς συσκευασίες του ενός κιλού. Θα σταθώ όμως στο ευρηματικό, πιστεύω, κοντόληκτα.

Που είναι, όπως είπα, έξω από ιδεογλωσσικές εμμονές: Ναι, γιατί αν κινούμασταν σε χώρο διανοουμενίστικο ή με διαφημιστές και κειμενογράφους λογιόπληκτους, είδος εν υπερεπαρκεία, θα είχαμε, στην καλύτερη περίπτωση, τρόφιμα ή προϊόντα «βραχύληκτα» –και πάλι επικαλούμαι τον θεό της γλώσσας, να μην τους δίνω ιδέες. «Βραχύληκτα», με προσφυγή στο καθαρά λόγιο επίθετο βραχύς-βραχεία-βραχύ, που ανασύρθηκε κάποια στιγμή και μετέφρασε τη short list για τα βραβεία, τη σύντομη, τη μικρή, την ό,τι θέλετε λίστα ή κατάλογο, την τελική επίσης, γιατί όχι, λίστα: τα τρία κατά κανόνα έως πέντε βιβλία που φτάνουν στην τελική αναμέτρηση για ένα βραβείο. Δίνει και παίρνει η βραχεία λίστα, ούτε καν η ξενική λέξη λίστα τούς χαλάει, απ’ την άλλη, τον τραχανά της αρχαιοπρέπειας· έως και την εκτρωματική γενική πληθυντικού: «των βραχειών λιστών» διαβάσαμε, πώς και πώς περιμένω να δω το (ανακουφιστικό πια) λάθος: «των βραχέων λιστών» –και δεν θα σχολιάσω εδώ την αδόκιμη γενική πληθυντικού «των λιστών», όπως «των βαρκών», «των σουπών» και «των σαμπανιών» (υπαρκτά βεβαίως παραδείγματα).

Άλλα όμως είναι πιο χαρακτηριστικά για τα παιχνίδια της γλώσσας, όπου θα ’λεγε κανείς πως έχει εντέλει κόκαλα η γλώσσα: όροι εδραιωμένοι πια, κι όμως χωρίς κάποια λογική έστω διαφάνεια, αν μπορώ να το πω έτσι, που μόνο με λυσάρι σού ανοίγονται: η ανθρωπιστική καταστροφή, ο κοινωνικός αυτοματισμός, το βιώσιμο χρέος κ.ά., που αξίζει να τα δούμε από κοντά μιαν άλλη φορά.

buzz it!

8/10/16

Καλαισθησία και ακαλαισθησία στην πολιτική - Εκκλησιαστικά γλωσσικά ρετάλια

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Οκτ. 2016, εδώ με μικροπροσθήκες)


Καλαισθησία και ακαλαισθησία στην πολιτική

Μόδιστροι και μοδίστρες και αμπιγιέρ και αμπιγιέζ, ή ενδυτές και ενδύτριες, όπως λογιοτατίζει λ.χ. το Εθνικό Θέατρο στα προγράμματά του, κομμωτές και κομμώτριες και γενικώς στιλίστες βλέπουν τα τελευταία χρόνια να τους τρώνε το ψωμί διάφοροι δημοσιολόγοι, όχι από τίποτα λαϊφσταϊλάτα έντυπα, αλλά από αριστοκράτισσες Καθημερινές και ευγενή Συγκροτήματα, χώρια τα πολιτικά κόμματα. Πρετεντέρης, Θεοδωρόπουλος, Κασιμάτης, Πάγκαλος, Άδωνης και λοιποί υποκατέστησαν την πολιτική κριτική με μια ξινή (και ξινισμένη, φυσικά) αισθητική, ενδυματολογική κτλ. –μαζί και με μια ψυχανάλυση πρωινάδικου.

Έτσι, μέτρο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ έγινε η μη γραβάτα του Τσίπρα και άλλων κυβερνητικών, το σακίδιο του «λέτσου» Τσακαλώτου, το σαν περούκα μαλλί του Κατρούγκαλου, το σβησμένο βλέμμα και τα μονίμως κόκκινα μάτια του Δρίτσα με την πάντα τρεμάμενη φωνή, που από ένα σημείο κι έπειτα αρχίζει και μασάει τα λόγια του, αλλά τι να σου κάνει, που είναι παντρεμένος με την κυρία Τασία, την οποία είναι έτσι υποχρεωμένος να βλέπει κάθε μέρα (τ’ ορκίζομαι, γραμμένα όλα αυτά, μέχρι κεραίας), το σκοτεινό ύφος του Μπαλτά και η βαθιά κατάθλιψη του βλέμματός του, ή η κοιλιά του επίσης λέτσου Φίλη (προ Αμβροσίου αυτά).

Ώσπου η αισθητική ξέφυγε τώρα από την όψη και πέρασε στην όντως πολιτική. Όπου «ερμηνεύει» δηλαδή πολιτικές πράξεις με αναγωγή στην αισθητική. Η «“επιχείρηση” Καλογρίτσα» και η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ για «μόνιμη ιδιοποίηση της εξουσίας» κρίνεται από την «αισθητική ποιότητά» της, που «δεν είναι διαφορετική από εκείνη των υπόλοιπων ενεργειών που συνθέτουν αυτή την απόπειρα, δηλαδή από τη γενική αισθητική του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι η συνισταμένη της αισθητικής των μελών του, κυβερνητικών και μη»: Έτσι θέτει το πλαίσιο στο οποίο εξετάζει «Τα τέσσερα ρεκόρ του ΣΥΡΙΖΑ» ο πανεπιστημιακός καθηγητής Νάσος Βαγενάς (Το Βήμα 2/10).

Το θέμα προφανώς δεν είναι η όποια και οσοδήποτε σκληρή κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ και τα κατά τον κ. καθηγητή ρεκόρ του, άλλα πανευρωπαϊκά, άλλα παγκόσμια, όπως τα βαθμολογεί, από την «ταχύτητα της περίφημης κυβίστησης» και το μέγεθός της κτλ., όσο η αυτοακύρωση της κριτικής απ’ τη στιγμή που εμπρόθετα μετακομίζει από την πολιτική στην αισθητική: «το αισθητικό» επιμένει ο ίδιος πως είναι το θέμα του (η «έκφραση της αισθητικής», «οι ακαλαίσθητοι κανόνες του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες» κ.ά.), που φτάνει «στην κορυφαία –υψηλότερη από κάθε άλλη ελληνική και ευρωπαϊκή– επίδοση κυβερνητικής ακαλαισθησίας»: ήτοι η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ, οι διορισμοί ημετέρων, οι επεμβάσεις στη δικαιοσύνη κ.ά.

Αυτού του είδους η κριτική κορυφώνεται με μια κρίσιμη καταγγελία για «το άκρως ακαλαίσθητο των σχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ με το παρακράτος»: όπου μια ολέθρια, όπως καταγγέλλεται, πολιτική κρίνεται με βάση την (α)καλαισθησία της! Το ότι παλιά οι παρακρατικές οργανώσεις όπως η «Καρφίτσα» ήταν μυστικές ενώ σήμερα «φανερές και διάσημες»: οι «ποικιλώνυμες ομάδες κρούσης του κράτους των Εξαρχείων». «Των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο καλλιεργεί τα φυτώρια αλλά […] σκέπει και τα άνθη». Και πού βασίζεται η καταγγελία; Στην καταγγελία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων.

Φοβάμαι, διόλου καλαίσθητη πολιτική κριτική, μπορεί όμως πανελλαδικό και πανευρωπαϊκό και διεθνές, ίσως, ρεκόρ.


Εκκλησιαστικά γλωσσικά ρετάλια

Εκδημίες, κοιμήσεις, μακαριστοί στολίζουν όλο και πιο συχνά τον λόγο μας. Ό,τι γυαλίζει, μαζί με τα χρυσά άμφια των ιεραρχών (ψεύτικα, τάχα, πλαστικά, μας διαβεβαίωσε κάποιος άγιος), το υιοθετούμε ασμένως. Ο κυρός μάς διέφυγε για την ώρα, πάλι για νεκρό ιεράρχη, ή το ανεκδιήγητο κύριος κύριος: π.χ. «η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης, ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης κύριος κύριος Βαρθολομαίος», ακόμα και πιο σκέτα: «ο Οικουμενικός Πατριάρχης κύριος κύριος Βαρθολομαίος», όπου μετά τον πολλά σημαίνοντα τίτλο πλεονάζει και το σκέτο και κατά πολύ υποδεέστερο κύριος.

Και καλά η καμπανιστά λόγια εκδημία, ή η κοίμηση, σαν άλλος ένας ευφημισμός («κοιμήθηκε ο τάδε»!), αλλά ο μακαριστός; «Επιστρέφουμε στην εποχή του μακαριστού Χριστόδουλου» διαβάζουμε τώρα με τα καμώματα της ιεραρχίας για το μάθημα των θρησκευτικών, κάτι που μάλλον δεν πάψαμε να το διαβάζουμε, ακριβώς από τον θάνατο του Χριστόδουλου και έπειτα, ακόμα και από ρητά αντίθετους στον ίδιο και την πολιτεία του.

Μακαριστός ο Χριστόδουλος; Για τους πιστούς του, αυστηρά και μόνο. Γιατί τι είναι ο μακαριστός; Ο μακαρίτης που λέμε, για τους πολύ οικείους μας, αυστηρά και μόνο: η μακαρίτισσα η μάνα μου, ο μακαρίτης ο θειος μου κτλ., ο συχωρεμένος και η συχωρεμένη αλλιώς. Ούτε καν ο αείμνηστος, ο αλησμόνητος κτλ., που ανήκουν σε επισημότερο, αλλά πάλι προσωπικά χρωματισμένο, λόγο: η αείμνηστη ή η αλησμόνητη Μελίνα Μερκούρη. Γιατί σε ουδέτερο κείμενο, δημοσιογραφικό, δοκιμιακό, ιστορικό κτλ., δεν αναφερόμαστε στον αείμνηστο Ελευθέριο Βενιζέλο ή Ανδρέα Παπανδρέου, τον αλησμόνητο Ουίνστον Τσόρτσιλ ή την αλησμόνητη Μαντάμ Κιουρί. Πόσο μάλλον σε μακαρίτη, άρα και μακαριστό.

Όσο για τον εν λόγω, θου Κύριε Κύριε.

buzz it!

5/10/16

Μίλαν Κούντερα, "Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης"


Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης
μετάφραση από την αναθεωρημένη, γαλλική έκδοση:
Γιάννης Η. Χάρης



το σκίτσο του εξωφύλλου είναι του Μίλαν Κούντερα και η μακέτα της Ρεβέκκας Βιτάλ


(από το οπισθόφυλλο) 


«Στην αρχή αρχή της Γένεσης γράφει πως ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, για να εξουσιάζει τα πουλιά, τα ψάρια, και γενικά όλα τα ζώα. Φυσικά, τη Γένεση την έγραψε άνθρωπος, και όχι π.χ. άλογο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ο Θεός ήθελε πραγματικά να εξουσιάζει ο άνθρωπος τα άλλα πλάσματά του. Το πιθανότερο είναι να τον επινόησε ο άνθρωπος τον Θεό, για να καθαγιάσει την εξουσία που σφετερίστηκε, υφαρπάζοντάς την από την αγελάδα και το άλογο. Ναι, το δικαίωμα να σκοτώνουμε ένα ελάφι ή μια αγελάδα είναι το μόνο πράγμα που βρίσκει αδελφωμένη ολόκληρη την ανθρωπότητα, ακόμα και στους πιο αιματηρούς πολέμους.

»Αυτό το δικαίωμα μας φαίνεται αυτονόητο, επειδή βρισκόμαστε στην κορυφή της ιεραρχίας. Αρκεί όμως να μπει στο παιχνίδι ένας τρίτος, λόγου χάρη ένας επισκέπτης από άλλον πλανήτη, που θα του έχει πει ο Θεός: “Θα εξουσιάζεις τα πλάσματα όλων των άλλων αστέρων”, και τίθεται αυτομάτως υπό αμφισβήτηση όλη η αυθεντία της Γένεσης. Ο άνθρωπος ζεμένος στην άμαξα από έναν Αρειανό, ή ίσως ψητός στη σούβλα από έναν κάτοικο του Γαλαξία, ενδεχομένως να θυμόταν τότε τη μοσχαρίσια μπριζόλα που έκοβε συχνά στο πιάτο του και να ζητούσε (πολύ αργά) συγνώμη από την αγελάδα.»



Στην Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, το γνωστότερο ίσως μυθιστόρημα του Κούντερα, έπειτα από το Αστείο που τον καθιέρωσε παγκοσμίως, ο συγγραφέας, με φόντο τη νεότερη πολιτική ιστορία και πρόσχημα μια πολυδαίδαλη ερωτική σχέση, μας ξεναγεί στην περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης, με συνομιλητές του τον Παρμενίδη, τον Νίτσε, τον Μπετόβεν κ.ά. Με το γνωστό χιούμορ και τον πικρό σαρκασμό του μας μιλά για τον έρωτα και το σεξ, για την ασύμπτωτη γλώσσα των εραστών, το αισθητικό αλλά και το πολιτικό κιτς, καθώς και για τις πάσης φύσεως επιταγές, τα «πρέπει» που καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή, κάνοντας όλο και πιο ασήκωτο το βάρος της ελαφρότητάς της.

* * *



Ευχαριστίες
Θερμότατα ευχαριστώ και από εδώ σοφές φίλες και σοφούς φίλους, την Κοραλία Σωτηριάδου, τον Γιάννη Βελούδη, τον Χριστόφορο Λιοντάκη και τον Παντελή Μπουκάλα, που διάβασαν ολόκληρη τη μετάφραση και με προφύλαξαν από ουκ ολίγες κακοτοπιές, τον Σεραφείμ Βελέντζα, που διάβασε και ξαναδιάβασε, σταθερά δίπλα μου σ’ όλη τη μεταφραστική δουλειά, τη Σοφία Μαυρογενίδου, για τη βοήθειά της στα τσέχικα, και τη Βερονίκ Μπριάν, thesaurus της γαλλικής γλώσσας. Τους ευχαριστώ και ελπίζω να μην τους εκθέτω ανεπανόρθωτα, όπου δεν τους άκουσα.
 

buzz it!

1/10/16

Ήττα της κοινωνίας - Ηνωμένα Ιερά Πλυντήρια

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Οκτ. 2016)


Ήττα της κοινωνίας

Άγνωστο αν και πόσο θα προχωρήσει ο ιερός πόλεμος για το μάθημα των θρησκευτικών και αν θα λήξει με νίκη της εκκλησίας, κάτι που μοιάζει αρκετά πιθανό. Που σημαίνει υποχώρηση της κυβέρνησης, άλλο ένα πικρό ποτήρι, άλλη μία ήττα. Όμως αυτή η ήττα, να συνεννοούμαστε, δεν θα είναι τόσο ήττα του αρμόδιου υπουργού και έπειτα της κυβέρνησης όσο, κυρίως, της κοινωνίας, δική μας, και κυριότατα των λεγόμενων προοδευτικών δυνάμεων.

Οι οποίες θεωρητικά ομοφωνούν, πως κάποτε επιτέλους θα έπρεπε να ρυθμιστεί το στοιχειώδες αυτό θέμα, ελάχιστο σε σχέση με το μείζον, τις σχέσεις πολιτείας-εκκλησίας. Που σημαίνει πως κάποτε έπρεπε να δοθεί η μάχη αυτή: εδώ ανακύπτει το ερώτημα: έχει άραγε πότε το κάποτε; μπορεί δηλαδή να οριστεί επακριβώς ένα πότε; Μάλλον «ποτέ» θα είναι η απάντηση, και δεν είναι λογοπαίγνιο όλο αυτό, αλλά η ζοφερή πραγματικότητα: η θέση της εκκλησίας στην πολιτική ζωή της χώρας, η εξουσία της και οι υποτελείς πολιτικές δυνάμεις.

Από αυτή την άποψη, πιστεύω ότι έπρεπε να δοθεί η μάχη αυτή, ακόμα κι αν ήταν ή είναι από τα πριν χαμένη, ότι καλώς προχώρησε ο αρμόδιος υπουργός, ακόμα κι αν ενδέχεται να προεξοφλούσε την έκβαση της μάχης, αν ήξερε δηλαδή, όπως σωστά παρατηρούν πολλοί, πως δεν θα είχε με το μέρος του ούτε καν τους βουλευτές του κόμματός του, απέναντι στο περιστασιακό αλλά αρραγές μέτωπο εναντίων δυνάμεων –μέτωπο που θα διαμορφωνόταν, εννοείται, οποτεδήποτε, πόσο μάλλον στις σημερινές οικονομικές συνθήκες. Οι οποίες οικονομικές συνθήκες δίνουν υποτίθεται βάση στην κριτική ότι η μάχη για το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί σκέτο αντιπερισπασμό, αποπροσανατολιστική κίνηση.

Είναι η κριτική που συμπυκνώνει την κλασική γραμμή πλεύσης του ΚΚΕ, τη γνωστή στρατηγική αδράνειας ώσπου να δοθεί η μία και μοναδική μάχη των μαχών, για τον σοσιαλισμό. Διόλου περίεργο που η άποψη περί αντιπερισπασμού σε συνδυασμό με την κατάρτιση επετηρίδας στην αντιμετώπιση των προβλημάτων συναντάται με τη στάση και των άλλων αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, που μπορούν έτσι να μεταμφιέσουν τον φόβο, την απροθυμία ή και την άρνηση να συγκρουστούν με την εκκλησία, ακόμα και σε επιμέρους θέματα.

Δεν αντέχει όμως σε κριτική η κριτική αυτή. Μένει η «ωρίμανση των καιρών». Όπου η απάντηση έρχεται απ’ την Ιστορία. Πως αν περίμενε πάντα κανείς να αλλάξουν οι καιροί, η κοινωνία, η εκκλησία κτλ., ούτε η θανατική ποινή θα είχε καταργηθεί ούτε ο πολιτικός γάμος θα είχε θεσμοθετηθεί ούτε τώρα το σύμφωνο συμβίωσης, ακόμα κι η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, σ’ έναν άλλο ιερό πόλεμο, μόλις χτες, που τον θυμόμαστε πολύ καλά: ένας δημαγωγός αρχιεπίσκοπος απ’ τη μια, με όλο το εκκλησίασμα και τους ψηφοζήτουλες εθνοπατέρες, είτε στο πλευρό του είτε απλώς λουφάζοντες, όπως του κυβερνώντος κόμματος που έδινε τη μάχη, με ολίγιστες εξαιρέσεις, αν όχι την εξής μία, τον Σηφουνάκη!

Όμως στην πολιτική οφείλει να αναλαμβάνει κανείς το ρίσκο, ακόμα και της ήττας. Πάλι η Ιστορία μάς δείχνει πως προχωράμε και με επιμέρους, μικρές (μα κάποτε και μεγάλες) ήττες.


Ηνωμένα Ιερά Πλυντήρια

Τακτικό προσκύνημα στον Βόλο, που πάντα κάτι μου φυλάει έκπληξη. Πέρσι είδα το Μαλάκι, όπως ήταν σ’ όλες τις πηγές, να ’χει γίνει στην καινούρια ταμπέλα: Μαλάκιον· φέτος, ανηφορίζοντας προς Μακρινίτσα, πρόσεξα το Κατηχώρι, στην παλιά ταμπέλα, να είναι Κατωχώρι σε άλλη, νεότερη, και στην καινούρια, καμία έκπληξη πια: Κατωχώριον. Για γέλια πιο πολύ, να βγαίνουν εντέλει αρνητές της συνέχειας της γλώσσας όσοι ίσα ίσα ορκίζονται σ’ αυτήν!

Άλλο όμως το πιο φαιδρό: σε τεράστιο πανό στην πρόσοψη της Μητρόπολης αναγγέλλεται: «Έλευση και Ενθρόνιση Αντιγράφου (!) Ιεράς Εικόνος Παναγίας Βηματαρίσσης…» Όχι, πρώτη φορά άκουγε ενθρόνιση εικόνας και ο φίλος θεολόγος, ψάλτης και δάσκαλος της βυζαντινής, μια ζωή στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Η χαρά του Καμμένου, σκέφτηκα: θα στείλει πλήθος τα αγήματα να αποδώσουν τιμές –και κυρίως να γκαρίξουν, σύμφωνα με την τελευταία μόδα, τον εθνικό ύμνο.

Αλλά πούθε η εικόνα; Από το Βατοπέδι!

Και διαβάζω ξαφνικά εδώ (26/9), σε εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ του Δ. Κουκλουμπέρη, για τα διάφορα σκανδαλώδη του υπόδικου και σε αργία δημάρχου Αχιλλέα Μπέου, πως δύο μέρες πριν από τη δίκη του, σ’ ένα καλά οργανωμένο επικοινωνιακό παιχνίδι, καλεί στον Βόλο τον άλλο υπόδικο, τον ηγούμενο Βατοπεδίου Εφραίμ, να τον ανακηρύξει επίτιμο δημότη.

Ώστε σ’ αυτό το σόου, βλέπουμε τώρα, ο Εφραίμ πάει πεσκέσι μια εικόνα, έστω αντίγραφό της.

Και εδώ πια αναμειγνύεται (παναπεί πολιτεύεται!) και η τοπική εκκλησία, του Βόλου, με τον μητροπολίτη της, φαντάζομαι. Πλυντήριο κι αυτή του Μπέου.

Ιησουητισμός και θεομπαιξία.


buzz it!