15/11/08

Μεταφραστής ή συγγραφέας; (β΄)

Τα Νέα, 15 Νοεμβρίου 2008 (εδώ με προσθήκες)


«Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη, βλέπω ακόμη τη Σαπφώ σαν μια μακρινή εξαδέλφη που παίζαμε μαζί στους ίδιους κήπους, γύρω απ’ τις ίδιες ροδιές, πάνω απ’ τις ίδιες στέρνες» (από τον πρόλογο στο Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ίκαρος, ανατύπ. 1996· φωτ.: «Εσωτερικό», διαφανογραφία του Ελύτη)


Γερό αφτί απαιτείται για τη μετάφραση, και τότε το κείμενο θα σε πάρει από το χέρι και θα σε πάει εκεί που θέλει, εκεί που πήγαινε από μόνο του



Μπορεί ο Άμλετ του Χειμωνά να είναι ακριβώς «του Χειμωνά» και ελάχιστα Σαίξπηρ. Είναι όμως Χειμωνάς. Κι αυτό είναι ένα κάποιο κέρδος. Αν όχι για τη μετάφραση, πάντως για τη λογοτεχνία. Κι απ’ αυτή πλέον την άποψη, μακάρι να ’χαμε κι άλλες τέτοιες «μεταφράσεις».

Και πλάι στον ανορθόδοξο μεταφραστικά Χειμωνά, με τον οποίο τέλειωνα την προηγούμενη φορά, μακάρι κι ο ορθόδοξος μεταφραστικά Ελύτης να μας είχε αφήσει κι αυτός περισσότερες μεταφράσεις: «Δεύτερη γραφή» πάντως τις είχε ονομάσει ο ίδιος, όταν εξέδωσε το 1976 μια εκλογή από Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Ελυάρ, Πιερ Ζαν Ζουβ, Ουνγκαρέττι, Λόρκα και Μαγιακόφσκι. Και το 1984 εξέδωσε τη «μακρινή εξαδέλφη» του, τη Σαπφώ –«ανασύνθεση και απόδοση» τη χαρακτήρισε εκείνη τη δουλειά του. Μακάρι λέω να είχαμε περισσότερες τέτοιες μεταφράσεις του, άλλες σαν της Σαπφώς, του Λόρκα και του Ελυάρ, όπου η ποιητική συγγένεια είναι άμεση, εξ αίματος θα έλεγα, με αποτελέσματα υψηλής, ελυτικής πνοής, άλλες που, αν δεν μεταφέρουν σώνει και καλά, με τυπικά κριτήρια, τον αέρα ακριβώς, το ύφος του Λωτρεαμόν λ.χ., μας δίνουν πάντως άλλον έναν Ελύτη. Τι πολυτιμότερο;

Έμεινα σε δύο αναμφισβήτητα λογοτεχνικά μεγέθη, για να είναι έτσι ξεκάθαρο πόση σημασία έχει για τα γράμματά μας, τη λογοτεχνία, και για τη γλώσσα, η δική τους συνάντηση με ομοτέχνους τους, ανεξάρτητα από την έκβασή της: γιατί μπορεί να έχουμε ουσιαστική συνάντηση και συνομιλία, μπορεί όμως να έχουμε και ένα είδος μονολόγου, ένα προσωπικό δηλαδή έργο με αφορμή ένα άλλο, ξένο έργο· ή αλλιώς: έχουμε μια αυστηρά προσωπική ανάγνωση, όπως π.χ. με τον Χειμωνά. Θησαυρούς δηλαδή, είτε έτσι είτε αλλιώς.

Κάτι πολύ πιο έντονο ακόμα στην περίπτωση του Καρυωτάκη –για να σχηματιστεί έτσι τριάδα–, όπου στις λιγοστές δυστυχώς μεταφράσεις του δεν έχουμε απλώς αναδημιουργία αλλά υπέρβαση πολύ συχνά του πρωτοτύπου, και ύψιστα τότε ποιητικά επιτεύγματα –ανυπέρβλητα, τολμώ να πω: έχω κατά νου π.χ. το περίφημο «Petit mort pour rire» του Τριστάν Κορμπιέρ:

Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Χόρτα στον άνεμο και τα μαλλιά σου.
Φωσφορισμούς θ’ αφήνουν τα βαθιά σου
άδεια μάτια, φωλιές των ερπετών…[1]

Μπορεί όμως άραγε αυτό να αποτελέσει μεταφραστική μέθοδο, άποψη-εργαλείο προς πάσα χρήση –μάλλον προς πάντα χρήστη; Θα έλεγα όχι, ασυζητητί. Και όχι απλώς για λόγους μιας αυτάρεσκης, άκαμπτης, ή μάλλον αυτάρεσκα άκαμπτης μεταφραστικής ηθικής, αλλά γιατί, αν μη τι άλλο, οι προθέσεις προκαθορίζουν, προδιαγράφουν πολύ συχνά το αποτέλεσμα. Γιατί όταν μεταφράζει, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ο Χειμωνάς, ή όταν μεταφράζει ο Ελύτης, χωρίς εισαγωγικά τώρα, στη χειρότερη περίπτωση θα έχουμε μια καθαυτό ποιητική άσκηση, του ύψους πάντως του «ασκουμένου»: δεν ψάχνει βήμα να εκφραστεί ο Ελύτης, σκαλί ν’ ανέβει να δείξει το ποιητικό του ανάστημα. Γιατί αυτό είναι, φοβούμαι, το πρόβλημα εντέλει: τα όρια της νόμιμης καταρχήν και επιθυμητής, ή και απαραίτητης, φιλοδοξίας του μεταφραστή. Αλλά εδώ φοβούμαι ότι ηθικολογώ, ή κάνω δίκη προθέσεων.

Θα περάσω σε άλλα παραδείγματα, όχι από συγγραφείς μεταφραστές ή μάλλον από συγγραφείς που μεταφράζουν, αλλά από επαγγελματίες μεταφραστές, επώνυμους και προβεβλημένους πάντως:

Δίνω πρώτα το ελληνικό: «Του περιφανή τα λόγια, παναγίτσα μου ’νια μπόχα»! Περιφανής, θυμίζω, είναι ο καταφανής, ο ολοφάνερος, ο ξακουστός, ο ένδοξος –και το ’νια [μπόχα], το «διαλεκτικό», ας πούμε, μνια. Και το πρωτότυπο, δεν χρειάζεται να ξέρετε γερμανικά, τον ήχο ακούστε: Eigenlob stinkt. Κατά λέξη: Ο αυτοέπαινος, η περιαυτολογία, βρομάει. Που σημαίνει, περίπου, πως ο αυτοέπαινος μόνο έπαινος δεν είναι. Ώστε: Eigenlob stinkt, και με λέξεις επιπλέον κοινές, καθημερινές. Και ελληνικά, ξανά: «Του περιφανή τα λόγια, παναγίτσα μου ’νια μπόχα»![2]

Είναι, πιστεύω, ολοφάνερο, περιφανές, πως έτη φωτός χωρίζουν, θερμοκρασιακά τουλάχιστον, τα δύο κείμενα. (Επιπλέον, αν καταλαβαίνω καλά το ελληνικό μετάφρασμα, υπάρχει και σφάλμα ουσίας: άλλο ο περιαυτολογών και άλλο ο ξακουστός, ο περιφανής· φοβούμαι δηλαδή πως το περιφανής επιστρατεύτηκε λόγω ηχητικής συγγένειας με τον περήφανο –αλλά δεν είναι αυτό το θέμα τώρα.) Εδώ λοιπόν ο ευφάνταστος και προφανώς καταρτισμένος μεταφραστής έχει καβαλήσει, όπως έλεγα στο προηγούμενο, το κείμενο, του έχει επιβάλει τη δική του περπατησιά –τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι εντέλει.[3]

Και άλλο ένα παράδειγμα, από την ίδια μεταφραστική εργασία, και στην ίδια σελίδα. Πάλι το ελληνικό πρώτα: «Μπουνταλιά και καυχησιά, ένα κλήμα δυο τσαμπιά»! Εδώ μεταφράζεται μια γερμανική παροιμία, που αυτή έχει ομοιοκαταληξία: Dummheit und Stolz wachsen auf einem Holz. Κατά λέξη: Η βλακεία και η περηφάνια –εδώ: η αλαζονεία, η υπεροψία– βλασταίνουν απ’ το ίδιο κλαδί, απ’ το ίδιο δέντρο. Βλακεία και αλαζονεία, δηλαδή, πηγαίνουν χέρι χέρι –πάνε πακέτο, όπως θα ’λεγε κανείς σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, εδώ έχουμε, όπως είπα, ομοιοκαταληξία: Stolz - Holz· και εδώ επίσης η παροιμία συντίθεται με απλές, κοινές λέξεις. Ελληνικά, ευφάνταστα και πάλι, αμφίβολου γούστου όμως και πάλι: «Μπουνταλιά και καυχησιά, ένα κλήμα δυο τσαμπιά»!

Το σχόλιο έρχεται, αλίμονο, από μόνο του: η καυχησιά γεννάει την μπουνταλιά –στη γλώσσα εννοώ, στη μεταχείριση της γλώσσας, τη μεταχείριση έπειτα του ξένου έργου.

Ακραία τα παραδείγματά μου, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είναι καθόλου δύσκολο να παρασυρθεί κανείς και να ξεστρατίσει. Από πολλές μπάντες μπορεί κανείς να γείρει –και να γκρεμοτσακιστεί: είναι ο δημιουργικός οίστρος, το εννοώ απολύτως σοβαρά αυτό, δεν το λέω ειρωνικά, είναι η αγάπη για τον κατακτημένο πλούτο, της ελληνικής εν προκειμένω, μια συγκεκριμένη, αγαπημένη μας λέξη ή έκφραση, γλωσσικά στοιχεία από αγαπημένους μας συγγραφείς, που θέλουμε να τα προσοικειωθούμε και να τα μεταγγίσουμε στο δικό μας έργο –κάτι οπωσδήποτε θεμιτό σε έργο προσωπικό, πρωτότυπο, δικό μας, όχι όμως σε μετάφραση.

Όχι, αν δεν έχουμε την ακριβή αναλογία, το ίδιο επίπεδο ύφους, όχι απριόρι, θα έλεγα, όταν πρόκειται για πολύ προσωπικά, ιδιωματικά ή διαλεκτικά στοιχεία: δεν θα μεταφέρεις λόγου χάρη τη γλώσσα του Σκαρίμπα στον Κούντερα ή στον Χέμινγουέι ή στον Κάφκα κτλ., δεν θα βάλεις στο στόμα του Προυστ ή του Μπόρχες ή όποιου άλλου την «ανταρίτσα» του δημοτικού τραγουδιού, απ’ όπου την παίρνει και ο Νίκος Καρούζος –ο οποίος όμως παίρνει, αναλαμβάνει, «κουβαλάει», ολόκληρο τον στίχο (από την περίφημη Αναστασιά): πόχει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα,[4] και προπάντων τον εντάσσει σε ποίημα, σε ποίημά του («Προϊστορία ποιήματος»), όχι σε μετάφραση.[5] Σε μια παραλλαγή μάλιστα του δημοτικού τραγουδιού το βουνό έχει «ανταρούλα» στην κορφή… Ε όχι, ούτε ανταρίτσα, ούτε ανταρούλα, σε καμία μετάφραση, σε κανενός ξένου συγγραφέα το στόμα!

Σκοινοβάτης και ασκητής

Ακόμα πιο απλά, κι ωστόσο εξοντωτικά για τον μεταφραστή. Όταν ο Κούντερα, για να πω κάτι απ’ τα δικά μου, γράφει πως κάποιος θύμωσε: il sest faché, και χρησιμοποιεί δηλαδή την πιο κοινόχρηστη, καθημερινή, χωρίς κανένα ειδικό φορτίο λέξη, κάτι που έχει άλλωστε να κάνει με το λογοτεχνικό σχέδιο του Κούντερα, πρέπει ν’ αντισταθείς στον πειρασμό να βάλεις κάτι πιο παραστατικό, επιλέγοντας από μια τεράστια γκάμα: ούτε καν εξοργίστηκε, ούτε εξεμάνη, ούτε έγινε έξαλλος, έγινε θηρίο, πυρ και μανία, ή έξω φρενών, ή μπαρούτι, ή βαπόρι, ούτε έβγαζε καπνούς απ’ τη μύτη κτλ.

Κι όταν, αφού θύμωσε, άρχισε να φωνάζει, ή έβαλε τις φωνές, πάλι δεν θα γράψεις πως άστραψε και βρόντηξε ή πως κατέβασε Χριστοπαναγίες, καντήλια κτλ. Ναι, τεράστια η γκάμα, εδώ καραδοκούν και τα ιδεολογήματα για τον «μοναδικό πλούτο» της «μοναδικής μας γλώσσας», τίποτα λοιπόν από τα τόσα παραστατικά και σαγηνευτικά, που ωστόσο αλλοιώνουν, αλλάζουν, στο ελάχιστο έστω, τη θερμοκρασία του κειμένου. Γιατί το ελάχιστο μπορεί κάποτε να είναι το μείζον.
Οπότε; Γερό αφτί, όπως ξανάπα, και τότε το κείμενο θα σε πάρει από το χέρι και θα σε πάει εκεί που θέλει, εκεί που πήγαινε από μόνο του. Γερό αφτί, και, ε ναι: νηστεία και προσευχή. Γιατί είναι ασκητική δουλειά, από αυτή την άποψη, η μετάφραση. Και γιατί, αν αγαπάς τη δουλειά σου, αν αγαπάς πιο συγκεκριμένα το έργο που μεταφράζεις, τον συγγραφέα που μεταφράζεις, τον αγαπάς –κατά τον στοιχειώδη ορισμό της αγάπης επιτέλους– γι’ αυτό που είναι και όχι γι’ αυτό που νομίζεις ή που θα ’θελες να είναι.

Γιατί έτσι, ως γνωστόν, με τέτοια δηλαδή αγάπη, στεριώνει μία σχέση, έτσι πετυχαίνει ο γάμος.



[1] «Μικρός που πέθανε στ’ αστεία», στο Κ. Γ. Καρυωτάκης, Άπαντα τα ευρισκόμενα, φιλολ. επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, τόμ. Α΄, Αθήνα 1983, σ. 192.
[2] Από το Περί βλακείας του Ρόμπερτ Μούζιλ, μετ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Δελφίνι, Αθήνα 1992, σ. 25.
[3] Έχω ασχοληθεί και παλαιότερα με τη συγκεκριμένη στάση ή άποψη του ίδιου μεταφραστή: «Οι Τρεις γυναίκες του Ρ. Μούζιλ και το καλάμι του μεταφραστή: Η “ακάματη ολβιότητα χαράς προκεκτημένης”, το “θέλγος” και η “ανταρίτσα”», περ. Αντί Β΄ 348, 5.6.1987, και Β΄ 350, 3.7.1987· επίσης Β΄ 354, 28.8.87, και Β΄ 355, 11.9.87, ανταπάντηση σε απάντηση του Γ. Κεντρωτή, που είχε δημοσιευτεί στο Β΄ 354, 28.8.87.
[4] Το βλέπεις κείνο το βουνό, το πιο ψηλό ’πό τ’ άλλα / πόχει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα…
[5] Κι όπως αρώτησα· τι είν’ αυτό το ξεροτράχαλο; / Ο κόσμος, μ’ αποκρίθηκε η νεάνιδα Περσεφόνη. / Μια φλόγα κουρευάμενη με των ομματιώνε το αέναο ψαλίδι. / Μια φλόγα μεγαλόχαρη και πικροπαινεμένη / Πόχει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα…

buzz it!