11/5/13

Ασκήσεις μνήμης, 27 (Οι ρατσιστές αντιρατσιστές - Η μεγάλη παρέα της κυρίας Δημουλά)

(Εφημερίδα των συντακτών, 11 Μαΐου 2013)

Οι ρατσιστές αντιρατσιστές

«Υπάρχουν οργανώσεις και σωματεία και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που κάνουν αλληλεγγύη μόνο στους μετανάστες. Δεν άκουσα κανέναν να τους καταγγείλει ως ρατσιστές σε βάρος των Ελλήνων και να στείλει την αστυνομία» μεγαλούργησε ο Φαήλος Κρανιδιώτης σε εκπομπή του Σκάι, με αφορμή την απαγόρευση του χρυσαυγίτικου «συσσιτίου για Έλληνες» από τον Καμίνη.

Θα μπορούσε να είναι σκέτα κρύο ανέκδοτο, αν δεν ήταν η παγερή πραγματικότητα. Με τα αμετροεπή εθνοπατριωτικά, σεξιστικά κ.ά., που αφειδώλευτα μας χαρίζει ο κ. Κρανιδιώτης, ντόρος να γίνεται. Όπως και το ακόλουθο, που αυτό τουλάχιστον αναπαράχθηκε στον Τύπο, και σ’ εμάς εδώ:

«Καμίνη μπέη, στο Κουρμπάν Μπαϊράμ μπορείς να μοιράσεις αρνιά στα αδέρφια σου. Μερικοί, πριν τα σφάξουν, τα περιποιούνται μερακλίδικα κι αλλιώς»: αναφορά στη μεγάλη θρησκευτική γιορτή των μουσουλμάνων κατά την οποία θυσιάζουν ζώα· πριν όμως τα σφάξουν, λέει… και εδώ πια οργιάζουν κάτι άρρωστα μυαλά! Βάρβαρη προσβολή ολόκληρης θρησκευτικής κοινότητας, ολόκληρων λαών; Ψιλά γράμματα για έναν Κρανιδιώτη.

Μας είναι οικεία η εικόνα με το μικρό παιδί που το μαλώνει η μάνα του, μην ξαναπεί βρομόλογα, κι αυτό με πείσμα και κρυφή χαρά επαναλαμβάνει, λ.χ.: σκατά σκατά σκατά, ώσπου να την εξοργίσει και να του αστράψει χαστούκι, ή πάλι να την απελπίσει και να κάνει πίσω κουνώντας το κεφάλι. Και στις δύο περιπτώσεις το παιδάκι απολαμβάνει τον θρίαμβό του. Είναι εντέλει μια διαδικασία άνδρωσης, στα μάτια του κυρίως, ωρίμανσης. Για πολλούς, φαίνεται, θα την περιμένουμε πολύ ακόμα.


Η μεγάλη παρέα της κυρίας Δημουλά

«Κι όμως, εμείς πάντα βρίσκαμε παγκάκι, και μάλιστα κάθε λίγο και λιγάκι που σταματούσαμε» μονολόγησε ο Τάσος, αναφερόμενος στην τακτική βόλτα που έβγαζε, ντάλα Κυψέλη, τη μάνα του, ώς τα τελευταία της, 100 γεμάτα. Λίγο πριν, η μάνα του κυκλοφορούσε μόνη της, πήγαινε μόνη της στην τράπεζα, «να λέει και μια καλημέρα», κι ας την είχαν κλέψει μια φορά μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας.

Ε, πώς να γίνει, άλλοι φοβούνται, άλλοι όχι. Κι όσοι φοβούνται, ανθρώπινο είναι, κι υπάρχει εξάλλου αντικειμενικός λόγος να φοβάται κανείς, ιδίως σε μεγαλούπολη, και πιο πολύ όταν είναι σε προχωρημένη ηλικία. Σημασία έχει πώς τα μετράς γενικότερα τα πράγματα, πού τα τοποθετείς, πώς τα κεφαλαιοποιείς.

Η Κική Δημουλά εξέφρασε τη δυσφορία της που οι μετανάστες στην Κυψέλη πιάνουν όλα τα παγκάκια –αντί να αράζουν στη βεράντα του ρετιρέ τους ή να τα ακουμπάν σε καφετέριες, προσθέτω εγώ.

Τα ’γραψε εδώ στην εφημερίδα μας η Άννα Δαμιανίδη, εξανέστη η κ. Δημουλά, πόπο, αυτή που «θα ήθελε να τη σκοτώσει τη Χρυσή Αυγή», και να τη λένε τώρα ρατσίστρια! Παράλληλα, μέγα κύμα συμπαράστασης στο διαδίκτυο προς τη «συκοφαντημένη» ποιήτρια και αντιδράσεις, το χειρότερο, πως έτσι δίνουμε επιχειρήματα στη Χρυσή Αυγή. Θλιβερό να πρέπει να σχολιάσεις.

Το θέμα είναι πως η κ. Δημουλά, κατεστημένη, όπως και να το κάνουμε, ποιήτρια και ακαδημαϊκός, δεν είπε τίποτα παραπάνω απ’ όσα εξέφρασε ο πρωθυπουργός μας με το δόγμα «Να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» κι απ’ όσα εκφράζει με τη μεταναστευτική πολιτική του –όχι μόνος τώρα, μην το ξεχνούμε αυτό. Ακόμα ακόμα, δεν είπε τίποτα παραπάνω απ’ όσα λένε όχι οι δεξιοακροδεξιοί κοντυλοφόροι αλλά και οι προοδευτικοί τηλεαστέρες και αναλυτές.

Απλώς, περιμένουμε πάντα κάτι διαφορετικό από πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Σιγά όμως! Νά, ο Διαλεγμένος δίνει σε ετήσια βάση συνέντευξη, όπου απαιτεί να φύγουν ακόμα και οι νόμιμοι μετανάστες, όλοι!

Αμ ο Τσόκλης, με τη λυρικοαισθητική προσέγγισή του (την ίδια, θα μου πείτε, με την οποία βρέθηκε απολογητής του βιασμού): «Πώς χάλασε αυτός ο λαός;» αναρωτιόταν πριν από μερικά χρόνια· «έχουν μαζευτεί εδώ και αιώνες διάφορα απομεινάρια πλασμάτων που δυστυχούσαν στη χώρα τους και βρέθηκαν να ζουν σε ένα λαμπρό τοπίο χωρίς να το πονούν και να το αγαπούν».

Ή ο Μάτεσις, που είχε περάσει απ’ την Ομόνοια, και είδε εκεί «να αναπαύονται οι λαθρομετανάστες αφού πουλήσουν την ηρωίνη τους. [...] Ο πέριξ πληθυσμός ακούει τα ελληνικά μάλλον με επιτίμηση. Άραγε για πόσον καιρό ακόμη θα επιτρέπεται η ελληνική γλώσσα στο πέριξ της Ομόνοιας αλλοδαπό έδαφος;»

Μη στεναχωριέστε, κυρία Δημουλά, δεν θα μείνετε ποτέ μόνη, ούτε από ομοτέχνους σας, ούτε, προπάντων, από μεγάλη μερίδα τού τάχα αντιρατσιστή λαού μας.

buzz it!