27/5/13

Ασκήσεις μνήμης, 29 (Casus belli - Ο αποχαιρετισμός του Λευτέρη Βογιατζή)

(Εφημερίδα των συντακτών, 25 Μαΐου 2013)

Casus belli

Πας σε ξένο σπίτι, και πιάνεις και βρίζεις το κόμμα, τη θρησκεία, την ομάδα τους κτλ.: επιεικώς αγενές.

Στην επιχείρησή σου πιάνεις και βρίζεις το κόμμα, τη θρησκεία, την ομάδα κτλ. των υπαλλήλων σου: ποταπό.

Και στο σχολείο βάζεις τους μαθητές να αναπτύξουν στις πανελλήνιες ότι «όσο η επικοινωνία [...] πυκνώνει με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα, τόσο η μοναξιά, η ανθρώπινη, μεγαλώνει και η αποξένωση κυριαρχεί»: αψυχολόγητο έως εγκληματικό, καθώς καλλιεργεί, μάλλον επιβάλλει, π.χ. την υποκρισία (έγραψε σχετικά και η Βένα Γεωργακοπούλου εδώ, 18/5).

Αλλά προπάντων λάθος. Αφού, έπειτα από το πρώτο και εύλογο κύμα τεχνοφοβίας, έγινε φανερό ότι η νέα τεχνολογία καλύπτει ακριβώς κενά στις ανθρώπινες σχέσεις. Για τα παιδιά, εν προκειμένω, δεν μπορεί απ’ τη μια να θρηνολογούμε που δεν έχουν πού να παίξουν, στην «τσιμεντούπολη» κτλ., κι απ’ την άλλη να δαιμονοποιούμε τα μέσα που βοηθούν στο εντυπωσιακό άνοιγμά τους στον κόσμο.

Το σημαντικότερο: όταν συνομολογούμε πως τα σημερινά παιδιά είναι απείρως πιο καταρτισμένα απ’ όσο εμείς στην ηλικία τους και από την άλλη διαπιστώνουμε δυσανάλογα χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο και προπάντων εχθρική στάση απέναντι στο σχολείο, ας καταλάβουμε πως ευθυνόμαστε αποκλειστικά εμείς: σαν δάσκαλοι διακινητές κάλπικης γνώσης.


Ο αποχαιρετισμός του Λευτέρη Βογιατζή

«Πολιτιστικός επαρχιωτισμός», «στα όρια του κιτς», «η απόλυτη σκηνοθεσία», «το μαυσωλείο του Λένιν στην Κυψέλη» είναι μερικά σχόλια, ακόμα και από φίλους, για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να μας αποχαιρετήσει και να τον αποχαιρετήσουμε ο Λευτέρης Βογιατζής. (Ενώ δεν λείπουν και οι επιφυλάξεις αν ο ίδιος επέλεξε έτσι ή άλλοι.)

Αλλά πώς αποχαιρετούμε αλλιώς τους δικούς μας ανθρώπους, γενικά, και, πιο ειδικά, όταν είναι αυτό που λέμε μεγάλοι δημιουργοί.

Πρώτα είναι η θρησκευτική κηδεία, με μια από αιώνων άρτια σκηνοθετημένη τελετή. Στην οποία, παραταύτα, προσθέτουμε ό,τι μπορούμε κι εμείς, από στολισμό έως δεσποτάδες, επικήδειους κτλ. Στις μεγάλες μάλιστα προσωπικότητες, αφού εκτεθούν σε λαϊκό προσκύνημα, έως κιλλίβαντες και φιλαρμονικές. Με αποτέλεσμα, αναπόφευκτο ώς έναν μεγάλο βαθμό, με ή χωρίς φιλαρμονικές, ένα μεγάλο παζάρι.

Και τι είναι το λαϊκό προσκύνημα; Οφειλόμενη τιμή, αλλά κυρίως μια ευκαιρία να αποχαιρετήσουν τον μεγάλο νεκρό όσοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να πλησιάσουν καν, στην εκκλησία ή στον τάφο. Τι άλλο ίσως; Κάτι απ’ την παλιά παράδοση, το ξενύχτι του νεκρού, ό,τι σοφότερο εντέλει για την εξοικείωσή μας με την αναχώρηση κάποιου δικού μας.

Και είναι και η πολιτική κηδεία. Ό,τι πιο παγερό, για μένα, τουλάχιστον ώσπου να διαμορφωθεί κάποιο σχετικό τυπικό. Για την ώρα, μοιάζει πολιτική συγκέντρωση, όπως λ.χ. του φίλου Μιχάλη Παπαγιαννάκη ή της Έλλης Παπά.

Και είναι, ακόμα χειρότερα, η καμία κηδεία, ο καημός μου που δεν αποχαιρέτησα ποτέ αρχαίους φίλους όπως τη Μαρία Δημητριάδη ή τον Αντώνη Καρκαγιάννη, που έφυγαν κατευθείαν για κάποιο αποτεφρωτήριο. Αφύσικα πράγματα, μου φαίνονται, στα όρια του απάνθρωπου.

Ο Λευτέρης μάς έδωσε κι αυτήν τη χάρη, να τον αποχαιρετήσουμε, ανθρωπινά, σεμνά, ναι: σεμνά, σιωπηρά, χωρίς τα αναπόφευκτα, όπως είπα, ταρατατζούμ της θρησκευτικής κηδείας ενός «επωνύμου». Δεν τον ξενυχτήσαμε, όπως γινόταν παλιά. Ή όπως, θυμάμαι, τη Λαμπέτη, στον Άγιο Νικόλαο της Ριζαρείου, μια ευκαιρία να μείνεις στη σιωπή της νύχτας για λίγο κοντά, και τελευταία φορά, στον άνθρωπο που θαύμασες και αγάπησες. Έμεινε όμως λίγες ώρες ο Λευτέρης, πού αλλού, στο θέατρό του, το σπίτι του, και πώς αλλιώς, στη σκηνή, στα σκοτεινά, μ’ έναν μονάχα προβολέα πάνω του. Σαν πόσο φοβερό το ότι σκηνοθέτησε ο ίδιος αυτό που αλλού σκηνοθετούνε άλλοι.

Αλλά και πάλι, ποια επιτέλους η σκηνοθεσία; Ζήτησε να φοράει το κουστούμι ενός ρόλου –ένα κοινό μαύρο κουστούμι πάντως. Εμένα, χρόνια πριν η θεία μου μού είχε αφήσει παραγγελία ποιο φουστάνι να της βάλω. Αλλά και μόνοι μας δεν ντύνουμε τον νεκρό μας με το καλύτερό του ρούχο; Και ζήτησε να κρατάει το πρόγραμμα από το έργο της Σάρας Κέιν Καθαροί πια: ίσως για τον τίτλο, σκέφτηκε η φίλη του και μεταφράστρια του έργου Τζένη Μαστοράκη. «Θεατρικό» κι αυτό; Όχι σπαραχτικό;

Εγώ μονάχα ευγνωμοσύνη του χρωστάω, πλάι σ’ όλα τ’ άλλα, και γι’ αυτήν τη δυνατότητα του διαφορετικά σεμνού αποχαιρετισμού. Και έτσι τον ευχαριστώ. (Αυτόν, ή όποιον άλλον –αν– οργάνωσε αυτόν τον αποχαιρετισμό.)

buzz it!