27/5/13

Casus belli - Ο αποχαιρετισμός του Λευτέρη Βογιατζή

(Εφημερίδα των συντακτών, 25 Μαΐου 2013)

Casus belli

Πας σε ξένο σπίτι, και πιάνεις και βρίζεις το κόμμα, τη θρησκεία, την ομάδα τους κτλ.: επιεικώς αγενές.

Στην επιχείρησή σου πιάνεις και βρίζεις το κόμμα, τη θρησκεία, την ομάδα κτλ. των υπαλλήλων σου: ποταπό.

Και στο σχολείο βάζεις τους μαθητές να αναπτύξουν στις πανελλήνιες ότι «όσο η επικοινωνία [...] πυκνώνει με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα, τόσο η μοναξιά, η ανθρώπινη, μεγαλώνει και η αποξένωση κυριαρχεί»: αψυχολόγητο έως εγκληματικό, καθώς καλλιεργεί, μάλλον επιβάλλει, π.χ. την υποκρισία (έγραψε σχετικά και η Βένα Γεωργακοπούλου εδώ, 18/5).

Αλλά προπάντων λάθος. Αφού, έπειτα από το πρώτο και εύλογο κύμα τεχνοφοβίας, έγινε φανερό ότι η νέα τεχνολογία καλύπτει ακριβώς κενά στις ανθρώπινες σχέσεις. Για τα παιδιά, εν προκειμένω, δεν μπορεί απ’ τη μια να θρηνολογούμε που δεν έχουν πού να παίξουν, στην «τσιμεντούπολη» κτλ., κι απ’ την άλλη να δαιμονοποιούμε τα μέσα που βοηθούν στο εντυπωσιακό άνοιγμά τους στον κόσμο.

Το σημαντικότερο: όταν συνομολογούμε πως τα σημερινά παιδιά είναι απείρως πιο καταρτισμένα απ’ όσο εμείς στην ηλικία τους και από την άλλη διαπιστώνουμε δυσανάλογα χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο και προπάντων εχθρική στάση απέναντι στο σχολείο, ας καταλάβουμε πως ευθυνόμαστε αποκλειστικά εμείς: σαν δάσκαλοι διακινητές κάλπικης γνώσης.


Ο αποχαιρετισμός του Λευτέρη Βογιατζή

«Πολιτιστικός επαρχιωτισμός», «στα όρια του κιτς», «η απόλυτη σκηνοθεσία», «το μαυσωλείο του Λένιν στην Κυψέλη» είναι μερικά σχόλια, ακόμα και από φίλους, για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να μας αποχαιρετήσει και να τον αποχαιρετήσουμε ο Λευτέρης Βογιατζής. (Ενώ δεν λείπουν και οι επιφυλάξεις αν ο ίδιος επέλεξε έτσι ή άλλοι.)

Αλλά πώς αποχαιρετούμε αλλιώς τους δικούς μας ανθρώπους, γενικά, και, πιο ειδικά, όταν είναι αυτό που λέμε μεγάλοι δημιουργοί.

Πρώτα είναι η θρησκευτική κηδεία, με μια από αιώνων άρτια σκηνοθετημένη τελετή. Στην οποία, παραταύτα, προσθέτουμε ό,τι μπορούμε κι εμείς, από στολισμό έως δεσποτάδες, επικήδειους κτλ. Στις μεγάλες μάλιστα προσωπικότητες, αφού εκτεθούν σε λαϊκό προσκύνημα, έως κιλλίβαντες και φιλαρμονικές. Με αποτέλεσμα, αναπόφευκτο ώς έναν μεγάλο βαθμό, με ή χωρίς φιλαρμονικές, ένα μεγάλο παζάρι.

Και τι είναι το λαϊκό προσκύνημα; Οφειλόμενη τιμή, αλλά κυρίως μια ευκαιρία να αποχαιρετήσουν τον μεγάλο νεκρό όσοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να πλησιάσουν καν, στην εκκλησία ή στον τάφο. Τι άλλο ίσως; Κάτι απ’ την παλιά παράδοση, το ξενύχτι του νεκρού, ό,τι σοφότερο εντέλει για την εξοικείωσή μας με την αναχώρηση κάποιου δικού μας.

Και είναι και η πολιτική κηδεία. Ό,τι πιο παγερό, για μένα, τουλάχιστον ώσπου να διαμορφωθεί κάποιο σχετικό τυπικό. Για την ώρα, μοιάζει πολιτική συγκέντρωση, όπως λ.χ. του φίλου Μιχάλη Παπαγιαννάκη ή της Έλλης Παπά.

Και είναι, ακόμα χειρότερα, η καμία κηδεία, ο καημός μου που δεν αποχαιρέτησα ποτέ αρχαίους φίλους όπως τη Μαρία Δημητριάδη ή τον Αντώνη Καρκαγιάννη, που έφυγαν κατευθείαν για κάποιο αποτεφρωτήριο. Αφύσικα πράγματα, μου φαίνονται, στα όρια του απάνθρωπου.

Ο Λευτέρης μάς έδωσε κι αυτήν τη χάρη, να τον αποχαιρετήσουμε, ανθρωπινά, σεμνά, ναι: σεμνά, σιωπηρά, χωρίς τα αναπόφευκτα, όπως είπα, ταρατατζούμ της θρησκευτικής κηδείας ενός «επωνύμου». Δεν τον ξενυχτήσαμε, όπως γινόταν παλιά. Ή όπως, θυμάμαι, τη Λαμπέτη, στον Άγιο Νικόλαο της Ριζαρείου, μια ευκαιρία να μείνεις στη σιωπή της νύχτας για λίγο κοντά, και τελευταία φορά, στον άνθρωπο που θαύμασες και αγάπησες. Έμεινε όμως λίγες ώρες ο Λευτέρης, πού αλλού, στο θέατρό του, το σπίτι του, και πώς αλλιώς, στη σκηνή, στα σκοτεινά, μ’ έναν μονάχα προβολέα πάνω του. Σαν πόσο φοβερό το ότι σκηνοθέτησε ο ίδιος αυτό που αλλού σκηνοθετούνε άλλοι.

Αλλά και πάλι, ποια επιτέλους η σκηνοθεσία; Ζήτησε να φοράει το κουστούμι ενός ρόλου –ένα κοινό μαύρο κουστούμι πάντως. Εμένα, χρόνια πριν η θεία μου μού είχε αφήσει παραγγελία ποιο φουστάνι να της βάλω. Αλλά και μόνοι μας δεν ντύνουμε τον νεκρό μας με το καλύτερό του ρούχο; Και ζήτησε να κρατάει το πρόγραμμα από το έργο της Σάρας Κέιν Καθαροί πια: ίσως για τον τίτλο, σκέφτηκε η φίλη του και μεταφράστρια του έργου Τζένη Μαστοράκη. «Θεατρικό» κι αυτό; Όχι σπαραχτικό;

Εγώ μονάχα ευγνωμοσύνη του χρωστάω, πλάι σ’ όλα τ’ άλλα, και γι’ αυτήν τη δυνατότητα του διαφορετικά σεμνού αποχαιρετισμού. Και έτσι τον ευχαριστώ. (Αυτόν, ή όποιον άλλον –αν– οργάνωσε αυτόν τον αποχαιρετισμό.)

buzz it!

19/5/13

Ασκήσεις μνήμης, 28 (Μπα, ηγεμόνας εγώ; - «Ναι μεν, αλλά…», αλά Δημουλά: σύντομος απολογισμός)

(Εφημερίδα των συντακτών, 18 Μαΐου 2013)

Μπα, ηγεμόνας εγώ;

«Η Ελλάδα γλίτωσε την προσάρτηση στο σοσιαλιστικό μπλοκ με τίμημα την ιδεολογική ηγεμονία της παραδοσιακής Αριστεράς…» γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου, με αφορμή τη διένεξη γύρω από τη Δημουλά. Ας αφήσουμε την παράδοξη αιτιακή σχέση μη προσάρτησης έναντι ηγεμονίας. Και ας σταθούμε σ’ αυτό το περί ιδεολογικής ηγεμονίας, που έφυγε πια από την αποκλειστική σχεδόν χρήση της Ακροδεξιάς, του Γεωργιάδη και του Βορίδη, και έγινε κοινός τόπος στον λόγο της ευρύτερης Δεξιάς, μάλλον ενός χώρου που μοναδικό διακριτό συνεκτικό νήμα έχει τον αντιαριστερισμό.


Κάθομαι λοιπόν και αναλογίζομαι. Καλά, όταν έλεγαν πως τις καλύτερες γκόμενες τις ρίχνουν οι Ρηγάδες (και ενώ μετά τις «καλύτερες γκόμενες» τις έβγαλαν «άπλυτες, με αξύριστες μασχάλες»: ώστε από κει άρχισε το ρεύμα του αναθεωρητισμού;). Καλά, όταν ζήλευαν που η Αριστερά είχε Νταλάρα ενώ αυτοί Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Όμως πάνω από 20 χρόνια τώρα πρώτη δύναμη στους φοιτητές έρχονται οι Δαπίτες: σαραντάρισαν πια, γενιά της εξουσίας δηλαδή, πάλι η Αριστερά ηγεμονεύει;

Μετράω μαζικά μέσα, όπου παράγεται κι απ’ όπου διαχέεται η εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία: από τις μεγαλύτερες εφημερίδες, π.χ. του Συγκροτήματος, που βέβαια δεν είναι δεξιές, είναι όμως σφόδρα αντιαριστερές, ή το ακροδεξιόστροφο Πρώτο Θέμα, ώς τη μικρότερη μα πάντα σοβαρότερη, την Καθημερινή, με απαρτία πια εκεί των αντιαριστερών, πού ’ν’ τη η ηγεμονία της Αριστεράς; Άσε τα τηλεοπτικά κανάλια, από τα μεγαλύτερα, αντιαριστερά όλα, ώς τα μικρότερα και σχεδόν απροκάλυπτα ακροδεξιά…

Η αντιαριστερά ξεκαθαρίζει λογαριασμούς με τον παλιό αριστερό εαυτό της; Αναζητεί ιδεολογικό στίγμα;

Πάντα το σκέτο «αντί» φαντασιωνόταν πως είναι ιδεολογία. Και είναι. Άλλη όμως απ’ αυτή που νομίζει η ίδια πως είναι.


«Ναι μεν, αλλά…», αλά Δημουλά:
σύντομος απολογισμός

έτσι μένουν ελεύθερα τα παγκάκια
«Εγώ δεν έχω τίποτα με τους γκέι, ίσα ίσα έχω και φίλους γκέι, αλλά…»

Με το χέρι στην καρδιά: πόσο μας πείθει ο λόγος αυτός, πόσο ειλικρινή τον θεωρούμε; Δεν είναι τάχα ο κλασικός, στερεότυπος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η ασύνειδη έστω ομοφοβία;

Μετατοπίζω σκόπιμα το θέμα μας σ’ ένα άλλο επίπεδο, όπου το διακύβευμα, το να σε πουν δηλαδή ομοφοβικό, είναι θεωρητικά μικρότερο από το άλλο, που μας απασχόλησε στην περίπτωση Δημουλά, το να σε πουν δηλαδή ρατσιστή/ρατσίστρια.

Έτσι, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα προτείνω να διαβαστούν τα «πραγματικά» λόγια της κ. Δημουλά, πριν τα «διαστρεβλώσει», υποτίθεται, η κ. Δαμιανίδη, με το να παραλείψει τις δηλώσεις κατανόησης για το δράμα των ξένων. Είπε λοιπόν η κ. Δημουλά πως ναι μεν δεν έχουν πού να πάνε οι ξένοι, κι έτσι (= αλλά) πιάνουν τα παγκάκια. Και η κ. Δαμιανίδη διάβασε αυτό που εξ αντικειμένου έστω κρύβεται πίσω απ’ το «αλλά», και χαρακτήρισε έτσι τον λόγο της κ. Δημουλά ξενοφοβικό.

Οργίασαν οι ανώνυμοι του υπόγειου κόσμου του διαδικτύου, και είχαμε το «λιντσάρισμα» της κ. Δημουλά, οργίασαν και οι επώνυμοι του υπέργειου κόσμου της διανόησης κτλ., και είχαμε τώρα το «λιντσάρισμα» της κ. Δαμιανίδη: από συγγραφέα και πανεπιστημιακό που ζητούσε παρέμβαση της ΕΣΗΕΑ ώς τη μνημειώδους αμετροέπειας ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων κτλ.

Ισοπαλία λοιπόν, θα λέγαμε, σαν πικρό, μαύρο χιούμορ. Όμως η Δαμιανίδη ήρξατο χειρών αδίκων, θα πουν οι άλλοι. Κάνοντας την ίδια «αυθαιρεσία» που καταλογίζουν στη Δαμιανίδη. Διαβάζοντας μόνο το στερεότυπο «ναι μεν», εκεί που η Δαμιανίδη τόνισε την αντικειμενική πανουργία τού «αλλά», πανουργία που μπορεί πολλές φορές να παγιδεύσει το ίδιο το υποκείμενο που το εκφέρει. Οι μεν εξέφρασαν τη δεδομένη πίστη τους στο πρόσωπο της κ. Δημουλά, η κ. Δαμιανίδη χρησιμοποίησε εργαλειακά μια πάγια, κοινή εμπειρία, που υπερβαίνει άρα το προσωπικό και υποκειμενικό και διεκδικεί τίτλους αντικειμενικότητας. Η διαφορά είναι, νομίζω, ουσίας.

Με την προϋπόθεση ότι μας ενδιαφέρει ακόμα η ιδεολογία και όχι το απαραβίαστο του σαλονιού μας.


Υστερόγραφο, για όσους δεν τους φτάσαν τα παγκάκια, κάτι σοβαρότερο, που δεν το επισήμανε η κ. Δαμιανίδη στον λόγο της κ. Δημουλά: Ότι «οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί»· και ναι μεν «τους αγαπάμε τους ξένους», αλλά, και τώρα το «αλλά» βγαίνει από τα χείλη της κ. Δημουλά: «αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι»!

Κάποιοι άλλοι χώροι πάντως έχουν μοιραστεί –αμετάκλητα, φαίνεται.

buzz it!

11/5/13

Ασκήσεις μνήμης, 27 (Οι ρατσιστές αντιρατσιστές - Η μεγάλη παρέα της κυρίας Δημουλά)

(Εφημερίδα των συντακτών, 11 Μαΐου 2013)

Οι ρατσιστές αντιρατσιστές

«Υπάρχουν οργανώσεις και σωματεία και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που κάνουν αλληλεγγύη μόνο στους μετανάστες. Δεν άκουσα κανέναν να τους καταγγείλει ως ρατσιστές σε βάρος των Ελλήνων και να στείλει την αστυνομία» μεγαλούργησε ο Φαήλος Κρανιδιώτης σε εκπομπή του Σκάι, με αφορμή την απαγόρευση του χρυσαυγίτικου «συσσιτίου για Έλληνες» από τον Καμίνη.

Θα μπορούσε να είναι σκέτα κρύο ανέκδοτο, αν δεν ήταν η παγερή πραγματικότητα. Με τα αμετροεπή εθνοπατριωτικά, σεξιστικά κ.ά., που αφειδώλευτα μας χαρίζει ο κ. Κρανιδιώτης, ντόρος να γίνεται. Όπως και το ακόλουθο, που αυτό τουλάχιστον αναπαράχθηκε στον Τύπο, και σ’ εμάς εδώ:

«Καμίνη μπέη, στο Κουρμπάν Μπαϊράμ μπορείς να μοιράσεις αρνιά στα αδέρφια σου. Μερικοί, πριν τα σφάξουν, τα περιποιούνται μερακλίδικα κι αλλιώς»: αναφορά στη μεγάλη θρησκευτική γιορτή των μουσουλμάνων κατά την οποία θυσιάζουν ζώα· πριν όμως τα σφάξουν, λέει… και εδώ πια οργιάζουν κάτι άρρωστα μυαλά! Βάρβαρη προσβολή ολόκληρης θρησκευτικής κοινότητας, ολόκληρων λαών; Ψιλά γράμματα για έναν Κρανιδιώτη.

Μας είναι οικεία η εικόνα με το μικρό παιδί που το μαλώνει η μάνα του, μην ξαναπεί βρομόλογα, κι αυτό με πείσμα και κρυφή χαρά επαναλαμβάνει, λ.χ.: σκατά σκατά σκατά, ώσπου να την εξοργίσει και να του αστράψει χαστούκι, ή πάλι να την απελπίσει και να κάνει πίσω κουνώντας το κεφάλι. Και στις δύο περιπτώσεις το παιδάκι απολαμβάνει τον θρίαμβό του. Είναι εντέλει μια διαδικασία άνδρωσης, στα μάτια του κυρίως, ωρίμανσης. Για πολλούς, φαίνεται, θα την περιμένουμε πολύ ακόμα.


Η μεγάλη παρέα της κυρίας Δημουλά

«Κι όμως, εμείς πάντα βρίσκαμε παγκάκι, και μάλιστα κάθε λίγο και λιγάκι που σταματούσαμε» μονολόγησε ο Τάσος, αναφερόμενος στην τακτική βόλτα που έβγαζε, ντάλα Κυψέλη, τη μάνα του, ώς τα τελευταία της, 100 γεμάτα. Λίγο πριν, η μάνα του κυκλοφορούσε μόνη της, πήγαινε μόνη της στην τράπεζα, «να λέει και μια καλημέρα», κι ας την είχαν κλέψει μια φορά μέσα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας.

Ε, πώς να γίνει, άλλοι φοβούνται, άλλοι όχι. Κι όσοι φοβούνται, ανθρώπινο είναι, κι υπάρχει εξάλλου αντικειμενικός λόγος να φοβάται κανείς, ιδίως σε μεγαλούπολη, και πιο πολύ όταν είναι σε προχωρημένη ηλικία. Σημασία έχει πώς τα μετράς γενικότερα τα πράγματα, πού τα τοποθετείς, πώς τα κεφαλαιοποιείς.

Η Κική Δημουλά εξέφρασε τη δυσφορία της που οι μετανάστες στην Κυψέλη πιάνουν όλα τα παγκάκια –αντί να αράζουν στη βεράντα του ρετιρέ τους ή να τα ακουμπάν σε καφετέριες, προσθέτω εγώ.

Τα ’γραψε εδώ στην εφημερίδα μας η Άννα Δαμιανίδη, εξανέστη η κ. Δημουλά, πόπο, αυτή που «θα ήθελε να τη σκοτώσει τη Χρυσή Αυγή», και να τη λένε τώρα ρατσίστρια! Παράλληλα, μέγα κύμα συμπαράστασης στο διαδίκτυο προς τη «συκοφαντημένη» ποιήτρια και αντιδράσεις, το χειρότερο, πως έτσι δίνουμε επιχειρήματα στη Χρυσή Αυγή. Θλιβερό να πρέπει να σχολιάσεις.

Το θέμα είναι πως η κ. Δημουλά, κατεστημένη, όπως και να το κάνουμε, ποιήτρια και ακαδημαϊκός, δεν είπε τίποτα παραπάνω απ’ όσα εξέφρασε ο πρωθυπουργός μας με το δόγμα «Να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» κι απ’ όσα εκφράζει με τη μεταναστευτική πολιτική του –όχι μόνος τώρα, μην το ξεχνούμε αυτό. Ακόμα ακόμα, δεν είπε τίποτα παραπάνω απ’ όσα λένε όχι οι δεξιοακροδεξιοί κοντυλοφόροι αλλά και οι προοδευτικοί τηλεαστέρες και αναλυτές.

Απλώς, περιμένουμε πάντα κάτι διαφορετικό από πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Σιγά όμως! Νά, ο Διαλεγμένος δίνει σε ετήσια βάση συνέντευξη, όπου απαιτεί να φύγουν ακόμα και οι νόμιμοι μετανάστες, όλοι!

Αμ ο Τσόκλης, με τη λυρικοαισθητική προσέγγισή του (την ίδια, θα μου πείτε, με την οποία βρέθηκε απολογητής του βιασμού): «Πώς χάλασε αυτός ο λαός;» αναρωτιόταν πριν από μερικά χρόνια· «έχουν μαζευτεί εδώ και αιώνες διάφορα απομεινάρια πλασμάτων που δυστυχούσαν στη χώρα τους και βρέθηκαν να ζουν σε ένα λαμπρό τοπίο χωρίς να το πονούν και να το αγαπούν».

Ή ο Μάτεσις, που είχε περάσει απ’ την Ομόνοια, και είδε εκεί «να αναπαύονται οι λαθρομετανάστες αφού πουλήσουν την ηρωίνη τους. [...] Ο πέριξ πληθυσμός ακούει τα ελληνικά μάλλον με επιτίμηση. Άραγε για πόσον καιρό ακόμη θα επιτρέπεται η ελληνική γλώσσα στο πέριξ της Ομόνοιας αλλοδαπό έδαφος;»

Μη στεναχωριέστε, κυρία Δημουλά, δεν θα μείνετε ποτέ μόνη, ούτε από ομοτέχνους σας, ούτε, προπάντων, από μεγάλη μερίδα τού τάχα αντιρατσιστή λαού μας.

buzz it!

10/5/13

ηχήστε οι σάλπιγγες!

από χτες τα Στοιχήματα είναι στα βιβλιοπωλεία



buzz it!

9/5/13

Ο βασιλιάς


Στο καλό, Λευτέρη Βογιατζή, όχι άρχοντα, ή πρίγκιπα, ή ό,τι ανάλογο μεγάλο ψάχνουμε να πούμε για τους μεγάλους όταν φεύγουν, αλλά βασιλιά, βασιλιά Μίδα, που ό,τι άγγιζες, γινότανε χρυσάφι, που ό,τι άγγιζες, το έκανες χρυσάφι. Ναι, μάλλον αυτό είναι: το έκανες χρυσάφι, σε αντίθεση έτσι με τον άλλον, τον μυθικό βασιλιά, που η χάρη τού έγινε κατάρα. Εσύ, πάντοτε, μονάχα με τη χάρη, και έπειτα με την τιτάνια δύναμη τη δική σου. Και έτσι κατόρθωνες και ό,τι έπιανες το έκανες χρυσάφι. Τόσο και τέτοιο, που να νομίζουμε πως ήταν τάχα από πάντα εκεί, χρυσάφι, και πώς και δεν το βλέπαμε, οι τυφλοί. Γιατί αυτό είναι κανονικά ο βασιλιάς, αυτή είναι η μεγαλοσύνη του βασιλιά, να σου το δώσει το χρυσάφι απλόχερα και δίχως να σου πει, δες, εγώ το έκανα. Ή, δες, δικό μου είναι, όμως σου το δωρίζω, πάρ’ το. Όχι· δες, έλεγες, εδώ ήταν, εδώ είναι, για όποιον θέλει, όσο θέλει, ολονών! Και το χαιρόσουν πρώτος εσύ, όταν το βλέπαμε έτσι, κι έλαμπες σαν μικρό παιδί. Γιατί, βασιλιάς βασιλιάς, μα πάντοτε ένα μικρό, μικρό, αθώο παιδί. Ευλογημένο.
 

(Εφημερίδα των συντακτών, 8 Μαΐου 2013)

buzz it!

6/5/13

αρχίζουν τα Στοιχήματα, η ώρα του τζόγου


ε ναι, δεν ήταν για την ανάσταση μονάχα οι καμπάνες! τέλος βδομάδας, εκδότου Γαβριηλίδη θέλοντος, βγαίνουν στην πιάτσα τα Στοιχήματα, τόμος (λέμε τώρα!) α΄

κείμενα παλιά και (λίγα, είν' η αλήθεια) νέα --άλλο στοίχημα αυτό: αν δεν χαλάσαν στην κατάψυξη

ώστε

ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Α΄

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

«Φω­τιά στους τουρκόσπορους», ή Πώς υποδεχτήκαμε τους Μικρασιάτες πρόσφυγες * Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ: Λαθραίοι, απόβλητοι και παραβατικοί * Σημαία: σύμβολο εθνικό ή εθνικιστικό; * Αλβανοί, το ανθρώπινο πρόσωπο της πόλης * Πολιτιστική υποχώρηση, ανθρωπιστική έκπτωση * Μικρό, μικρούτσικο φι­δάκι, πάντως φίδι * Λαϊφστάιλ, η προοδευτική μάσκα της ξενοφοβίας * Μπούρκα και ανεκτική κοινωνία * Υπατία post it * Εουρόπα, Αζία, Άφρικα * Φόνος με φόνο * Η δική μας γκετοποίηση, κ.ά.

ακολουθούν
ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Β΄: ΓΛΩΣΣΙΚΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΑ
ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Γ΄: ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ, Δ΄: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


* * *

από τον ΠΡΟΛΟΓΟ στο Α΄


1. Στοιχήματα απέναντι στα στερεότυπα, που εμφανίζονται μάλιστα σαν αυτονόητα, στοιχήματα απέναντι στον μανιχαϊσμό του μαύρου-άσπρου, του «μ’ εμάς, αλλιώς με τους άλλους». Δεν είναι απλό, ούτε σκέτα φιλολογικό: μπροστά σε τέτοιου είδους πλαστά και εξωιστορικά διλήμματα, υπάρχεις ή δεν υπάρχεις –με την έννοια ότι ακυρώνεσαι, καταργείσαι. Και τότε πια, το μεγαλύτερο και κρισιμότερο στοίχημα, αν υπάρχεις μαζί με άλλους, και όχι μόνος, σ’ ένα αυτιστικό σύμπαν.

Κείμενα ξαναδημοσιευμένα, ξανακοιταγμένα τώρα και με ορισμένες προσθήκες, συν μερικά καινούρια, συγκεντρωμένα σ’ ένα βιβλίο, αν όντως χρειάζεται, όπως πιστεύω πάντως εγώ, να επανερχόμαστε ολοένα, όσο επανέρχεται στο κάτω κάτω η πραγματικότητα, ή η Ιστορία –σαν φάρσα, όπως μας έμαθε η μαρξική παιδεία μας, συχνά όμως σαν ακριβέστατο αντίγραφο του παρελθόντος, και τότε καθόλου φάρσα, δυστυχώς, όπως μας μαθαίνει πάλι η ίδια η πραγματικότητα.

Ασκήσεις μνήμης, απ’ την άλλη, θα μπορούσε να πει κανείς, απέναντι στον εξωραϊσμό του παρελθόντος, απ’ τη μια, που αποτελεί στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση, απέναντι στον προφανούς ιδεολογικής σκοπιμότητας αναθεωρητισμό, απ’ την άλλη.

Στο τέλος τέλος, σκόρπιες εγγραφές, σαν σε ημερολόγιο, διόλου συστηματικό, άρα με όλο τον υποκειμενισμό του συντάκτη του.

2. Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται κείμενα για τον εθνικισμό και τον ρατσισμό, στη συνάφειά τους κυρίως με ένα από τα κρισιμότερα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας μας, τους ξένους μας. Στους οποίους είμαστε οφειλέτες· όχι μόνο για την επισήμως τεκμηριωμένη συμβολή στους στην αύξηση του ΑΕΠ, ή για την καθοριστική συμμετοχή τους σε μείζονα δημόσια έργα, όπως η Ολυμπιάδα του 2004, και γενικότερα για την αναντικατάστατη συμβολή τους στην καθημερινή μας ζωή, από το βάψιμο των σπιτιών μας έως, κυρίως, την περίθαλψη των ανήμπορων γερόντων μας· όχι μόνο για όλα αυτά, λοιπόν, όσο γιατί αποτελούν τον καθρέφτη μέσα στον οποίο αντικρίζουμε το πραγματικό μας πρόσωπο, το φοβικό και άξενο, ίσαμε την πιο τερατώδη τώρα μετάλλαξή του, με την εξάρτυση και τα σύμβολα των Χρυσαυγιτών, των επάνω και των κάτω, πολιτευτών εννοώ και –το χειρότερο– ψηφοφόρων. Αυτό το συνεχές καθρέφτισμα είναι ίσως η μοναδική ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε το πραγματικό μας πρόσωπο, μοναδική λοιπόν ευκαιρία για αυτογνωσία, άρα, μακάρι, και αλλαγή.

Τα άρθρα παρατίθενται με χρονολογική τάξη, καθώς παρακολουθούν την επικαιρότητα. Μοναδική παραβίαση, η πρόταξη τριών κειμένων με θέματα απ’ τα οποία και μόνο θα έπρεπε να αρχίζει κάθε συζήτηση για μετανάστες, ρατσισμό κτλ. Είναι κείμενα που επιχειρούν να αντικρούσουν δύο από τα βασικά σχετικά στερεότυπα, (α) ότι οι Έλληνες δεν ήμασταν ποτέ ρατσιστές («ο ρατσισμός δεν υπάρχει στο DNA των Ελλήνων» ανοήτεψε πρόσφατα ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς) και (β) ότι «εμείς ήμασταν πάντοτε νόμιμοι μετανάστες». Για το πρώτο στερεότυπο επέλεξα να σταθώ, μ’ ένα κείμενο γραμμένο με την ευκαιρία της έκδοσης αυτής, στον εχθρικό συχνά τρόπο με τον οποίο υποδεχτήκαμε τους «ομοαίματους αδελφούς» μας, τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ για το δεύτερο ακολουθούν δύο ήδη δημοσιευμένα κείμενα για τους Έλληνες «λαθρομετανάστες» στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα (για τους οποίους άλλωστε πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος στις ελληνικές εφημερίδες της εποχής), όταν πολλοί πηγαίναμε ακριβώς «λαθραίοι» και συχνά καταλαμβάναμε τις πρώτες θέσεις στους πίνακες εγκληματικότητας. Όλα όσα δηλαδή είναι απότοκα της εξαθλίωσης και της μοίρας ενός μετανάστη, κι όμως αρνούμαστε να τα δούμε και να τα αναγνωρίσουμε σήμερα στο πρόσωπο και τη μοίρα των άλλων, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας, γι’ αυτό ακριβώς, την ίδια μας την Ιστορία. […]

buzz it!