13/9/14

Ασκήσεις μνήμης, 90 (Καλοκαιρινά αναγνώσματα, β΄: Ιδεολογικό στριπτίζ - Διχοτομημένη σκέψη)

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Σεπτ. 2014)


Καλοκαιρινά αναγνώσματα (β΄):
Ιδεολογικό στριπτίζ

Ιδεολογικό είναι το θέμα του όρου "λαθρομετανάστης", όχι γλωσσ(ολογ)ικό

Χρόνια του μνημονίου, του νέου, του δικού μας εμφυλίου, η ιδεολογική αντιπαράθεση αγγίζει τα όρια του κωμικού, μοιάζει παιχνίδι αντανακλαστικών, ποιος θα τραβήξει γρηγορότερα πιστόλι. Υπάρχει όμως και η διάσταση του τραγικού, όταν στη σπουδή αυτή αποκαλύπτονται πτυχές καλά κρυμμένες ώς τώρα, κάτω από την ασφυκτική τάχα πίεση της περίφημης «ηγεμονίας της αριστεράς». Το ακόμα πιο τραγικό είναι ότι αυτό το ιδεολογικό ξεγύμνωμα, από ανάγκη αρχικά, γίνεται με όλο και μεγαλύτερη αυταρέσκεια, άσκηση επιδειξιομανίας, τελετουργικό στριπτίζ.

Το σόου πια του εντυπωσιασμού έχει άλλες απαιτήσεις, το πλαίσιο πρέπει να επαναπροσδιοριστεί: Στοιχειώδεις έννοιες και βασικές κατακτήσεις του ανθρώπινου γενικότερα πολιτισμού: αγώνας, διεκδίκηση, συμπαράσταση, αλληλεγγύη, ανθρωπισμός, θεωρούνται, αυτονόητα θαρρείς, αρνητικής σημασίας· ακόμα χειρότερα: παρωχημένες, κοινώς μπανάλ, πασέ. Και τότε δεν υπάρχει ένσταση για μια συγκεκριμένη κινητοποίηση, διαδήλωση, απεργία· θεωρείται αυτομάτως, εξ ορισμού, καταδικαστέα κάθε κινητοποίηση, διαδήλωση, απεργία. Και τότε δεν υπάρχει, δεν χρειάζεται, πολιτικό επιχείρημα, ιδεολογική ανάλυση, παρά ευφυολογήματα, κοινώς εξυπνάδες, ειρωνεία και χλεύη.

Με αυτόν λ.χ. τον τρόπο αντιμετώπιζε, όπως έγραφα την περασμένη φορά, ο Τ. Θεοδωρόπουλος τις απεργίες εν γένει ή την αλληλεγγύη στη Γάζα, με αφορμή τη συμπαράσταση της Αλεξίου στις απολυμένες καθαρίστριες και ένα γλωσσικό, κατ’ αυτόν, ολίσθημά της, που του γύρισε ωστόσο μπούμεραγκ, αποκαλύπτοντας τη δική του άγνοια. Με ειρωνεία παρεμβαίνει και άλλος συγγραφέας, ο Γ. Σκαμπαρδώνης (Μακεδονία 4/7), με γλωσσικές κι αυτός φιλοδοξίες, να στιγματίσει την προσπάθεια για την κατάργηση του όρου «λαθρομετανάστης»:

«Κανείς δεν είπε τους καημένους τους χαφιέδες, τους λαθρακουστές “παράτυπους ακροατές”, τους λαθραναγνώστες “παράτυπους αναγνώστες”…» αρχίζει. Και συναγωνίζεται τον εαυτό του σε ανούσια, κατά την αίσθησή μου, ευφυολογήματα και λογοπαίγνια (έπειτα από τον και γλωσσικά εσφαλμένο τίτλο βιβλίου του Περιπολών περί πολλών τυρβάζω): να λέμε, λέει, τότε «τους ρατσιστές “παράτυπα αντιμετωπίζοντες τους αλλοδαπούς”, [...] τους δωσίλογους “παράτυπους φίλους των δυνάμεων διοίκησης”…», και άλλα φαιδρά.

Γιατί ο Γ. Σκαμπαρδώνης μοιάζει να αγνοεί το στοιχειώδες, ότι η γλώσσα, στην παραμικρή της έκφανση, είναι φορέας ιδεολογίας. Και απ’ αυτή την άποψη γίνεται όλη η συζήτηση για την καταλληλότητα του όρου «λαθρομετανάστης», τι κρύβει δηλαδή και τι δηλώνει, τη συγκεκριμένη εποχή και στις συγκεκριμένες συνθήκες, ο όρος αυτός, που έτσι κι αλλιώς ισοπεδώνει εξαρχής και μαζί στιγματίζει διαφορετικές κατηγορίες, οικονομικούς μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά.

Είναι λυπηρό αν δεν το αντιλαμβάνεται αυτό ιδίως ένας πνευματικός, όπως λέγεται, άνθρωπος, και ακόμα πιο λυπηρό αν δεν αντιλαμβάνεται ότι τα ευφυολογήματα στα οποία επιδίδεται είναι, φυσικά, κι αυτά φορέας ιδεολογίας.

Η οποία χρωματίζεται, νομίζω, με ακόμα μελανότερα χρώματα κατά την περίσταση: γιά φανταστείτε, ψιλογλωσσολογία, ψιλικατζίδικη εννοώ, πάνω στο γυμνό, εξαθλιωμένο κορμί και τη σπαραγμένη ψυχή του πρόσφυγα και του μετανάστη.


Διχοτομημένη σκέψη

«Αν αφαιρεθούν από ένα αυτόγραφο του Καβάφη ή του Ρίτσου τόνοι και πνεύματα, τότε δεν μεταβάλλεται αυτόματα η “κυριαρχία” αυτής της γραπτής “χώρας”; Ο χάρτης της διχοτομημένης Κύπρου βοηθά να καταλάβουμε αυτή την αλλοίωση.»

Λέτε; Αλλά τότε, ειδικά στου Ρίτσου το αυτόγραφο, αν αφαιρεθεί και η περίτεχνη βυζαντινότροπη γραφή του, δεν θα ’χουμε απλώς μεταβολή της κυριαρχίας, αλλά άρματα δρεπανηφόρα που δεν θ’ αφήνουν λίθο επί λίθου στο έδαφος της χώρας αυτής…

Αμ του άλλου μεγάλου; Που έγραφε (μεταγράφω ήδη με αβαρίες): ακρα τȢ ταφȢ σiοπi στο καμπο βασiλεβi· / λαλi πȢλί, περνi σπiρί, κ i μανα το ζiλεβi; Αν τώρα αυτού, αντίθετα, του προσθέσουμε τόνους και πνεύματα, χώρια η ορθογράφηση, τι θα απομείνει από τη «χώρα» του;

Άλλο καλοκαιρινό ανάγνωσμα, δισέλιδο αφιέρωμα στο γνωστό χιτ της δημοσιογραφίας: «Η μόδα του πολυτονικού: ύφος και γλώσσα» (Βήμα 13/7), που δεν θα το σχολίαζα, νισάφι πια, αν τα εισαγωγικά εδώ λόγια δεν υπογράφονταν από αξιόλογο πανεπιστημιακό, κλασικό φιλόλογο, και κυρίως συγγραφέα, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, μαζί με χαρακτηρισμούς όπως «εθνική μειοδοσία» κτλ.

Δύο σελίδες λοιπόν, όπου ανακατεύεται η γνωστή σούπα: γλώσσα-γραφή-ύφος, νέοι εκδότες πολυτονιζόμενων περιοδικών καταθέτουν τον απολύτως σεβαστό καημό τους για την επαπειλούμενη ταυτότητα της γλώσσας κτλ., ενώ από διακεκριμένη θέση μιλάνε τέσσερις ειδικοί: δύο υπέρμαχοι του μονοτονικού, ο νεοελληνιστής καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Κεχαγιόγλου και ο γλωσσολόγος καθηγητής του ΑΠΘ και διευθυντής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη Γ. Παπαναστασίου· ο γνωστός για τις συντηρητικές του θέσεις, κι όμως προσγειωμένος στο θέμα του μονοτονικού Γ. Μπαμπινιώτης, που απλώς ζητά να είναι σεβαστή η χρήση του πολυτονικού από όσους το επιθυμούν· και, θλιβερή εξαίρεση υπέρ του πολυτονικού, και απρόσμενη, σε σχέση με τις θέσεις του στο γλωσσικό, τα αρχαία κτλ., ο Γ. Γιατρομανωλάκης.[1] 

Από ελάχιστο σεβασμό και στο όνομα μιας παλιάς γνωριμίας σταματώ εδώ.






[1]. Υπέρ του πολυτονικού είχε ξαναγράψει ο Γ. Γιατρομανωλάκης, εν αιθρία θα έλεγα, όχι δηλαδή στο πλαίσιο ειδικού αφιερώματος,
όμως σε ηπιότερο τόνο: «Δικαίωμα στην άμιλλα», Βήμα 7.4.13.

buzz it!