5/10/14

Ασκήσεις μνήμης, 93 (Σοφίσματα έναντι στατιστικών)

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Οκτ. 2014)

Σοφίσματα έναντι στατιστικών

Είναι κλασικό το μισό σοβαρό μισό αστείο παράδειγμα που αμφισβητεί την εγκυρότητα, το νόημα καν, των στατιστικών: έχει ένας 10.000 ευρώ μισθό το μήνα, 0 ευρώ ο άνεργος, κι όμως βρίσκεται ξαφνικά με ένα πλασματικό μηνιαίο εισόδημα 5.000 ευρώ, που ούτε στον ύπνο του βεβαίως δεν το έχει δει. Παραταύτα κάτι αποτυπώνουν πάντοτε οι στατιστικές, όση αυθαιρεσία κι αν τους χρεώσει κανείς, ακόμα ακόμα και συγκεκριμένη (πολιτική, λόγου χάρη) σκοπιμότητα.

Ποια όμως μπορεί να είναι τάχα η σκοπιμότητα δύο ερευνών που καταλήγουν σε διαμετρικά αντίθετα αποτελέσματα (όπως διάβασα τελευταία στη στήλη του Ν. Μπακουνάκη, Το Βήμα 21.9), όπου η μία, από μεγάλο και έγκυρο ερευνητικό κέντρο των ΗΠΑ, λέει πως οι σημερινοί νέοι διαβάζουν περισσότερο από τους μεγάλους, και μάλιστα περισσότερο έντυπο παρά ηλεκτρονικό βιβλίο, ενώ η άλλη, από το υπουργείο πολιτισμού της Γαλλίας, ανταποκρίνεται μάλλον στα στερεότυπα της εποχής, ότι οι νέοι δεν διαβάζουν όσο παλιά κτλ.;

Κι αν δεν υπάρχει σκοπιμότητα, ποια τότε είναι η πραγματικότητα; Η απάντηση είναι δεδομένη και πέρα από κάθε αμφισβήτηση: πάντα και αυστηρά η δική μας, αυτή που βλέπουμε μες στην αυτάρκειά μας, εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό μας, αυτή που διαμορφώνουμε μέσα από τις δικές μας εμπειρικές παρατηρήσεις, ακούγοντας λ.χ. τα παιδιά που όλο «μαλάκα» λένε στον δρόμο, δίχως στιγμή να σκεφτούμε τα όσα άλλα δεν βλέπουμε και δεν ακούμε τι λένε και τι δεν λένε, κ.ο.κ.

Χωλά μαθηματικά

Έτσι, όσο προσεχτικοί πρέπει να είμαστε στην άκριτη αποδοχή της άλφα έρευνας και της βήτα αλήθειας άλλο τόσο πρέπει να είμαστε και στην αναίρεση ή ανασκευή τους, που μοιραία γίνεται με βάση τις δικές μας, όπως είπα, εμπειρικές παρατηρήσεις.

Που δίνουν και παίρνουν, όταν σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με την πολιτική, ιδίως στη σημερινή, εξαιρετικά συγκεχυμένη, όχι μόνο πολιτικά αλλά και ιδεολογικά, εποχή.

Ακούμε λοιπόν πολλούς να αντιδρούν έως και να χλευάζουν, θαρρείς και ούτε καν διαβάζουν, ακόμα και φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, ότι ποια κρίση, όταν γεμάτες είναι οι καφετέριες και οι ταβέρνες, χωρίς να βλέπει και να μετράει η μονόφθαλμη «στατιστική» τους τους άλλους, που είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Μισές πράξεις δηλαδή, μισή αριθμητική, και δεν ξέρω πόση, πάντως λειψή ηθική.

Στατιστικές Ι.Χ.

Θα μπορούσε, φυσικά, κανείς να καταδείξει την εγγενή αφέλεια αυτής της «λογικής», μάλλον αυτής της (κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής) στάσης, αντιτάσσοντας τη δική του στατιστική, ότι τόσοι δικοί του φίλοι, γείτονες και γνωστοί έχουν ξεχάσει τι εστί ταβέρνα, άλλοι κρύβονται απ’ τη σπιτονοικοκυρά τους, τους κόβεται το τηλέφωνο, το ηλεκτρικό κτλ.

Ας διαβάσουμε ωστόσο την πρόσφατη Έκθεση όχι του Σύριζα, ούτε της Ανταρσύας ή των Πυρήνων της Φωτιάς, αλλά του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής: 6,3 εκατομμύρια Έλληνες στο όριο της φτώχειας· 2,5 εκατομμύρια κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας, με βάση το εισόδημα του μεσαίου νοικοκυριού· 3,8 εκατομμύρια σε κίνδυνο φτώχειας λόγω υλικών στερήσεων και ανεργίας. Κι ενώ πάλι όχι ο Σύριζα κτλ. αλλά η Ελληνική Στατιστική Αρχή μετράει ανεργία 27, 8%, και ειδικά στους νέους 56,7%, και ακόμα πιο ειδικά στις νέες γυναίκες 61,5%.

Όμως όχι, τις μασάμε τις στατιστικές εμείς, αφού έχουμε, είπαμε, τις δικές μας –στατιστικές, ή αναλύσεις και συμπεράσματα.

Ράβδος εν γωνία…

Έτσι ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Τα φαινόμενα απα(ν)τούν» (Τα Νέα 13.9), μιλάει για το ανυπόστατο των στατιστικών, και επιχειρεί να αντικρούσει ιδιαίτερα αυτές που μας αποδίδουν «ευρωπαϊκά ρεκόρ σε διάφορους -ισμούς (εθνικισμό, ρατσισμό κ.λπ.) και -ίες (θρησκοληψία, ομοφοβία κ.λπ.)» ενώ επιπλέον «μας βγάζουν τον πιο δυστυχισμένο λαό στην Ευρώπη». Από αυτό ειδικά «το τελευταίο στατιστικό τερατολόγημα, περί της δυστυχίας του να είσαι Έλληνας στην Ελλάδα του Μνημονίου» ξεκινά την επίμοχθη εργασία του ο Δ.Κ.

Πανηγυρικό επιχείρημά του όχι «το τετριμμένο, αν και όχι γι’ αυτό άκυρο [...] των γεμάτων εστιατορίων, ταβερνών και ξενυχτάδικων», αλλά το ότι, αν όντως είχαν γονατίσει οι Έλληνες από την «τυραννική φορολόγηση» και τις «ανάλγητες περικοπές σε μισθούς, συντάξεις κ.λπ.», θα παίρναν το ντουφέκι τους, την έμορφη πατρόνα, και θα κατέβαιναν στους δρόμους, ειδικά επειδή εξαιρέθηκε, λέει, η Εκκλησία από τον ΕΝΦΙΑ.

Όμως δεν κατέβηκαν· ούτε καν διαμαρτυρήθηκαν. Που σημαίνει, κατά τον Δ.Κ., πως δεν γονάτισαν από την «τυραννική φορολόγηση» και τις «ανάλγητες περικοπές…» Ή μήπως σημαίνει πως δεν ήταν τυραννική η φορολόγηση και ανάλγητες οι περικοπές –όπως μοιάζει να υποδηλώνει η προφανώς ειρωνική χρήση των λέξεων από τον Δ.Κ.; Ή μήπως πως δεν υπήρξε καν φορολόγηση και περικοπές;

Ή, χίλιες φορές μακάρι, να μην ξέρω εγώ τι λέω ή τι διαβάζω…

Θα χρειαστεί να συνεχίσω και με τα υπόλοιπα αντιστατιστικά του κ. Κούρτοβικ.

buzz it!