11/10/14

Ασκήσεις μνήμης, 94 (Σοφίσματα έναντι στατιστικών, β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Σεπτ. 2014)


Σοφίσματα έναντι στατιστικών (β΄)

Για να αντικρούσει κανείς επίσημες στατιστικές που μαρτυρούν την οικονομική εξαθλίωση του ελληνικού πληθυσμού, ακόμα κι αν ο ίδιος και οι συγγενείς και φίλοι και γνωστοί και γείτονές του είναι σε ανθηρή οικονομική κατάσταση, απαιτούνται στοιχεία, και όχι απλοϊκές παρατηρήσεις για τις γεμάτες ταβέρνες, ή «αποδείξεις» διά της εις άτοπον απαγωγής, ότι, αφού οι Έλληνες δεν ξεσηκώνονται για την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας, σημαίνει πως ουδόλως δυστυχούν!

Δεν καταρρίπτονται δηλαδή οι έστω μύθοι με άλλους, αυτοσχέδιους μύθους, πολύ περισσότερο από έναν διανοούμενο με αξιώσεις όπως ο Δημοσθένης Κούρτοβικ. Ο οποίος, όπως έγραφα την προηγούμενη φορά, επιχειρεί (Νέα 13/9) να ανασκευάσει βασικούς κατ’ αυτόν μύθους, στατιστικές κρατικών φορέων και διεθνών οργανισμών, που μας απονέμουν μετάλλια σε θρησκοληψία, εθνικισμό, ρατσισμό κ.ά.

Το πρώτο «στατιστικό τερατολόγημα» με το οποίο ασχολήθηκε ήταν «η δυστυχία του να είσαι Έλληνας στην Ελλάδα του Μνημονίου». Και τα αντεπιχειρήματά του ήταν αυτά που συνοπτικά μετέφερα και εδώ, στην εισαγωγή. Δυστυχώς, ανάλογα είναι και αυτά με τα οποία αμφισβητεί και τα άλλα πρωτεία μας, επιχειρήματα που απηχούν, ιδίως στο θέμα του ρατσισμού και της ομοφοβίας, στερεότυπα από αυτά που θάλλουν σε πρωινομεσημεριανάδικα και εκπομπές «κοινωνικής κριτικής», τύπου Τατιάνας κτλ. Θα χρειαστεί έτσι να σταθώ σε κάθε κατηγορία ξεχωριστά.


Έθνος βωμολόχων αγνωστικιστών

«Μια άλλη στατιστική ανοησία, που συμμερίζονται δυστυχώς πολλοί δυτικόφρονες διανοούμενοι, είναι αυτή που μας στιγματίζει ως θρησκόληπτους» γράφει ο Δ.Κ. Και καταθέτει, σαν ατράνταχτη τάχα απόδειξη ότι δεν είμαστε θρησκόληπτοι, το γεγονός πως πουθενά αλλού δεν βρίζουν τόσο πολύ τα θεία, ώστε να χρειάζεται και νόμος που τιμωρεί την εξύβρισή τους (να εικάσω ότι τα εντυπωσιακώς αθυρόστομα αποκριάτικα τραγούδια μαρτυρούν τη σεξουαλική ελευθεριότητα της ελληνικής επαρχίας;)! Τεκμηριωτικό υλικό, η διαβίωση του Δ.Κ. σε αρκετές ξένες χώρες και οι πολλές ξένες γλώσσες που μιλάει.

Έτσι, που να μπορώ τώρα εγώ να ρωτήσω, ενδεικτικά: Σε ποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα, γιατί σε τέτοιες χώρες θα αναφέρεται, πιστεύω, ο Δ.Κ., ή με τέτοιες χώρες έχει σημασία η σύγκριση, και όχι λ.χ. με το Ιράν, σε ποια δυτικοευρωπαϊκή λέω χώρα σταυροκοπιέται ο κόσμος περνώντας έξω από εκκλησία, χτυπάνε αχάραγα οι καμπάνες καλώντας στη λειτουργία τους πιστούς (και ξυπνώντας τους απίστους), η οποία λειτουργία μεταδίδεται με μεγάφωνα και έξω, σε ικανή απόσταση, ν’ ακούνε στανικά οι ανευλαβείς; Για να μην επεκταθώ στις νηστείες, ιδίως τη Σαρακοστή του Πάσχα, και όλων ανεξαιρέτως τη Μεγαλοβδομάδα.

Επίσης, και σε συμβολικό έστω επίπεδο, και αφού αφήσουμε την αναμενόμενη Δεξιά και τον πρωθυπουργό της να κυβερνούν με τη βοήθεια της Παναγιάς: Σε ποια χώρα η πρώτη σε ψήφους βουλευτίνα κομμουνιστικού κόμματος δηλώνει επιδεικτικά έως προκλητικά την ορθοδοξία της; Σε ποια χώρα ο αρχηγός σοσιαλιστικού κόμματος μιλάει για «θεό της Ελλάδας» («που είναι ισχυρότερος από τον λαϊκισμό»); Ο ίδιος αρχηγός που κρατάει σε λιτανείες την εικόνα, ο ίδιος που βασίζεται ώς έναν μεγάλο βαθμό στις ψήφους εκκλησιαστικών και παραεκκλησιαστικών οργανώσεων; Και να μην ξεχνούμε και τον ιδρυτή του ίδιου αυτού σοσιαλιστικού κόμματος, που έτρεχε και γονάτιζε σε θαυματουργές εικόνες. Του ίδιου πάντοτε κόμματος που στη συντριπτική του πλειονότητα σφύριζε αδιάφορα, όταν ο Χριστόδουλος μάζευε υπογραφές για τις ταυτότητες, κ.ά.

Πολιτικαντισμός, θα πει κανείς, δημαγωγία. Που όμως ανταποκρίνεται ακριβώς σε υπαρκτές, τι άλλο, ανάγκες, απαιτήσεις κτλ. των ψηφοφόρων. Των «πιστών» δηλαδή, των «χριστιανών» ψηφοφόρων.

Έτσι, μπορεί κανείς να αμφισβητεί τις ξένες στατιστικές· όμως τις ντόπιες; δηλαδή το πώς (θέλουν να) αυτοπροσδιορίζονται οι Έλληνες, που δηλώνουν πρώτη πρώτη στο αξιακό τους σύστημα τη θρησκεία; Και προσοχή, δεν εννοώ να κρίνει αν είναι ή δεν είναι καλοί χριστιανοί, ή αν είναι απλώς υποκριτές (όπως όταν δηλώνουν λόγου χάρη μεγάλη συχνότητα ερωτικών επαφών κτλ.).

Όμως εδώ θα έπρεπε, έτσι κι αλλιώς, να τεθεί η ουσιαστική διάκριση θρησκευτικότητας και θρησκοληψίας. Καθώς μάλιστα φοβούμαι πως ο Δ.Κ., εν προκειμένω, συγχέει τα περί «απελευθερωτικής» ορθοδοξίας κατ’ αντιδιαστολή προς τον πουριτανικό προτεσταντισμό του Βορρά λ.χ. και τον καθολικισμό. Άλλο όμως το πόσο βαθιά θρησκεύονται και καθορίζονται έως καταδυναστεύονται από τη θρησκεία τους οι «Δυτικοί» και άλλο πόσο θρησκόληπτοι (μαζί ή και ανεξάρτητα από το πόσο θρήσκοι) μπορεί να είναι, και μαζικά σχεδόν, οι πιστοί ίσα ίσα της «ανοιχτής» θρησκείας.

Έτσι, μόνο η διάκριση θρησκευτικότητας και θρησκοληψίας (η οποία πιο πολύ συγγενεύει με την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία παρά με τη θρησκεία καθαυτή) δίνει απάντηση στο θέμα μας. Αλλιώς, κάθε μας κρίση και απόφανση βρίσκεται ήδη εκτός πραγματικότητας, ακόμα περισσότερο: παραμορφώνει βίαια και οικτρά την πραγματικότητα.

Έχουμε όμως κι άλλες «καταρρίψεις», άλλων «μύθων», για τον ρατσισμό ή την ομοφοβία των Ελλήνων: την άλλη φορά.

buzz it!