11/2/18

Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη - Δεν άνω θρώσκει σώνει και καλά ο άνθρωπος!

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Φεβρ. 2018)


Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη

Κίρκη είναι άραγε ο ΣΥΡΙΖΑ, που με το ραβδί του μεταμορφώνει τους ανθρώπους, όπως η μυθική μάγισσα τους συντρόφους του Οδυσσέα; Ή άλλου είδους μάγισσα, που με το ραβδί της αποκαλύπτει την πραγματική φύση των ανθρώπων;

Ο δικός μας εμφύλιος, επαναλαμβάνομαι, έχει ίσως έχει ίσως τις απαρχές του το 2008 και τις ταραχές που ξέσπασαν έπειτα από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Στον απόηχο των εχθροπραξιών, με τα στρατόπεδα των διανοουμένων πια να γίνονται όλο και περισσότερο διακριτά, η σταδιακή άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε άλλη μορφή και περιεχόμενο στον πόλεμο, εξουσίας πια κατά κύριο λόγο.

Και είδαμε έτσι, και βλέπουμε έτσι, την κατρακύλα γενικότερα του πολιτικού λόγου και της πολιτικής κριτικής, την όλο και δεξιότερα μετατόπιση προοδευτικών και αριστερογενών ή και αριστερών διανοουμένων, ιδίως από αυτούς που είχαν δώσει τον τόνο το 2008. Ώσπου φτάνουμε σε παγιωμένα αντισυριζαϊκά ανακλαστικά, όπου προκρίνεται αυτόματα οτιδήποτε έχει ακριβώς αντισυριζαϊκό πρόσημο, και δεν πά’ να ’ναι ο λεπενιστής τσεκουροφόρος Βορίδης αυτός, ή ο χωρίς κανέναν χαρακτηρισμό πλέον Άδωνης. Και τις μέρες αυτές τα οπωσδήποτε εθνικιστικά συλλαλητήρια, με κεντρικό ομιλητή στην Αθήνα τον Μίκη Θεοδωράκη, που από καιρό έχει εκφράσει εθνικιστικές και αντισημιτικές απόψεις.

Έτσι, μόνο μισόλογα ακούστηκαν σαν αντίδραση από τις δυνάμεις του λεγόμενου προοδευτικού τόξου, κι αυτά πάντοτε με γάντια και μαχαιροπίρουνο. Ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που από σκέτο αντισυριζαϊσμό, ελπίζω, κι όχι από ακροδεξιές θέσεις, αποφάσισαν να συνταχτούν με τον «λαό», προσκυνώντας το τοτέμ Μίκης.

Η Κίρκη, είπαμε, κι απ’ τα πολλά συντριπτικά που διαβάσαμε, ας ευθυμήσουμε για λίγο, με μια απ’ τις υμνήτριες του Άδωνη, που λέγαμε, στο περιβόλι του αντισυριζαϊσμού, το Protagon.gr.

Γράφει λοιπόν η άλλως Αδωνίτσα πως ο Θεοδωράκης «ξανατίναξε μπόι» –το «ξανά» αναφέρεται στο απεταξάμην του, έπειτα από το σύντομο φιλοσυριζαϊκό διάλειμμά του. Και αναθυμάται μια συναυλία Χατζιδάκι-Θεοδωράκη-Λιβανελί στην Έφεσο, όπου «ήταν τόση η συγκίνηση που καλέστηκε η ψυχή να γλείψει!»

Ξανατίναξε λοιπόν μπόι ο Μίκης. Και μας ξετίναξε. Οριστικά.


Δεν άνω θρώσκει σώνει και καλά ο άνθρωπος!

Η λέξη γάιδαρος, έλεγαν κάποτε, βγαίνει απ’ το αεί δαίρω· το φιτίλι, τότε μάλιστα που γραφόταν με -υ: φυτίλι, απ’ το φωτός ύλη· ενώ άνθρωπος, το δημοφιλέστερο, είναι τάχα ο άνω θρώσκων, που πηδάει προς τα πάνω, που τραβάει τ’ αψήλου.

Πάει καιρός που η επιστήμη, είτε βρήκε τη σωστή προέλευση μιας λέξης, το έτυμο, είτε δεν τη βρήκε, αποφάνθηκε πάντως πως όλα τα παραπάνω, και άπειρα άλλα, εννοείται, είναι παραετυμολογία. Η οποία πάει μαζί με την παραεπιστήμη. Η οποία ξέρουμε πια πού διακονείται και τι σκοπούς υπηρετεί –όταν γλωσσολογίζεται ο Άδωνης, λόγου χάρη, πως από το πλ πλ πλ που κάνει το κύμα βγήκε η λ. πέλαγος!

Φυσικά και δεν μπορεί να ξέρει ο καθένας, ακόμα και επιστήμονας, την ετυμολογία μιας λέξης, την εξέλιξη της επιστήμης κτλ. Διαβάζει όμως, οφείλει να διαβάζει, ιδίως όταν μιλάει από δημόσιο βήμα και δημοσίως στοχάζεται.

Όπως ο Γιώργος Κιμούλης, που θέλησε να στοχαστεί τις προάλλες από εδώ (27.1.18) με ετυμολογίες, όπου οι δύο στις τρεις ήταν παραετυμολογίες (ασήμαντη λεπτομέρεια για την τρίτη: το σχήμα δεν βγαίνει από τον αόριστο έσχον τού ρ. έχω, αλλά από τον μέλλοντα: σχήσω).

Ας δούμε τα σοβαρά όμως, με τον αντίλογο να έρχεται από τον Μπαμπινιώτη, που αντιπροσωπεύει τη συντηρητικότερη σχολή της γλωσσολογίας, πέρα από την οποία υπάρχει μόνο η παραγλωσσολογία των Αδώνηδων.

«Τι είναι αυτός ο Άλλος, μιας και ξένος δεν υπάρχει» φιλοσοφεί ο Κιμούλης. «Ο ξένος προκύπτει από το “ξοινός” που σημαίνει κοινός. Κοινή είναι η γη, δεν ανήκει μόνο σ’ εμένα και σε κανέναν άλλον.»

Όμως ο Μπαμπινιώτης: «από το αρχαίο ξένος/ξείνος, από το *ξένFος, αβέβαιου ετύμου».

«Η ταυτότητά μας είναι μία: άνθρωπος» φιλοσοφεί και πάλι ο Κιμούλης. «Και εκ των πραγμάτων αυτή η διαβολεμένη ταυτότητα της ύπαρξής μας κουβαλάει τον κίνδυνο της έπαρσης, από το όνομά του και μόνο: “άνω θρώσκω”, πηδώ προς τα πάνω. Προς τα πού; Πουθενά.»

Όμως ο Μπαμπινιώτης: «αρχαίο, αβέβαιου ετύμου, πιθανώς από το *άνδρ-ωπος, από το ανήρ, ανδρός + -ωπός [...], με τη σημασία “ο έχων ανδρική όψη, αυτός που μοιάζει με άνδρα”, όπου άνδρας σημαίνει γενικότερα τον άνθρωπο [...]. Ας σημειωθεί ότι αρχικώς η λέξη χρησιμοποιήθηκε κυρίως με μειωτική κάπως σημασία, για να δηλώσει την τάξη των θνητών ανθρώπων, εν αντιθέσει με εκείνη των θεών. Είναι προφανές ότι η σύνδεση με το αρχαίο αναθρώσκω “αναπηδώ” είναι παρετυμολογική και επιστημονικώς αβάσιμη».

Μπορεί δηλαδή να αναθρώσκει κάποιος, όχι όμως γιατί αυτό σημαίνει τάχα τ’ όνομά του, η λέξη «άνθρωπος». Κι όταν πηδάει έτσι στον βρόντο, πηδάει στο πουθενά, όπως είπε μόνος του ο Κιμούλης. Με άλλα λόγια: πλ πλ πλ, αλήθεια πέλαγος, βαθύ.

buzz it!