2/4/16

Το «Χρηστικό Λεξικό» της Ακαδημίας που τόλμησε (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών, 2 Απρ. 2016, εδώ με μικροπροσθήκες και σημειώσεις)


Τρία μεγάλα λεξικά μέσα σε 16 χρόνια είναι σίγουρα πλούσια σοδειά: 1998, το Λεξικό Μπαμπινιώτη (ΛΕ.ΜΠ.) και έπειτα του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (Λ.Ι.ΤΡ.), και 2014 της Ακαδημίας Αθηνών, με υπεύθυνο τον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη (ΛΕ.Χ.).

Ο κύκλος δεν είχε αρχίσει ομαλά. Το πολλά υποσχόμενο ΛΕΜΠ, με τα ειδικά σχόλια μέσα σε πλαίσιο, τους πίνακες με κλιτικά παραδείγματα κτλ., περιείχε εντυπωσιακά σε όγκο λάθη, πάσης φύσεως, που άρχισαν να επισημαίνονται σε αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, από ειδικούς επιστήμονες έως το σατιρικό Ποντίκι.

Από τα κεντρικά σημεία της κριτικής ήταν ο υπερβολικά ρυθμιστικός χαρακτήρας του (αλλά και ιδεολογικά χρωματισμένος, με εθνοπατριωτικά έως φυλετικά παραδείγματα και θρησκευτικές εμμονές) και η (αντιεπιστημονική, ειδικότερα αντιγλωσσολογική) επανεισαγωγή ορθογραφήσεων που χάνονταν στους αιώνες, όπως αγώρι, ρωδάκινο, τσηρώτο, τιττυβίζω, ή που δεν είχαν καν υπάρξει, όπως αίολος (αντί για έωλος) κ.ά. Με τα χρόνια, από έκδοση σε έκδοση, ώς την 4η του 2012 και με αρκετές ανατυπώσεις ενδιαμέσως, συν τα διάφορα επιμέρους λεξικά (Ορθογραφικό, Για το σχολείο και το γραφείο κ.ά.), σίγουρα πολλά λάθη διορθώθηκαν, άλλα πάντα ελπίζει κανείς πως κάποτε θα διορθωθούν, όπως η χρονιά της Γαλλικής Επανάστασης, που ακόμα εμφανίζεται να έγινε το 1769 (λ. Βαστίλλη), τα ομώνυμα, που συγχέονται με τα συνώνυμα (!), και άλλα, που δεν είναι της ώρας να σημειωθούν εδώ,[1] ενώ η φιλόδοξη ορθογραφική «επανάσταση» επιχειρεί σιγά σιγά να συμβιώσει με την επίσημη, σχολική ορθογραφία –ώσπου κάποιο από τα λεξικά έφτασε να διαφημίζεται, στο εξώφυλλο κιόλας, πως είναι «σύμφωνο με τη σχολική ορθογραφία».

Φιάσκο επιστημονικό, από μιαν άποψη, καθώς μάλιστα, παρά την τεράστια εμπορική επιτυχία του λεξικού αλλά και την υπερπροβολή του αναντίλεκτα επικοινωνιακού λεξικογράφου, ελάχιστα έμειναν σε χρήση, όπως το πόσω μάλλον ή ο παραπανήσιος –ούτε ρωδάκινα ούτε τσηρώτα και τιττυβίσματα. Η σύγχυση ωστόσο παραμένει, αν δεν επιτείνεται κιόλας, με νέες παλινωδίες (τυπικά νόμιμες αναθεωρήσεις): η λ. νινί φερειπείν, που δινόταν αρχικά: νηνί, αποκαταστάθηκε στην κοινόχρηστη μορφή της: νινί, ενώ αντίθετα ο αρχικά κουτός σε κάποια φάση έγινε κουττός, το ένα λεξικό έχει μαντήλι, το άλλο μαντίλι κ.ο.κ.

Την ίδια χρονιά ακολούθησε το έγκυρο ΛΙΤΡ, που όμως σαν να χάθηκε μέσα στον επικοινωνιακό σάλο που είχε προκληθεί με το ΛΕΜΠ, και το περισσότερο που μπόρεσε ίσως να κάνει ήταν να βοηθήσει ακριβώς το ΛΕΜΠ να διορθώσει πολλές από τις ετυμολογήσεις του. Παράλληλα, αυτό που αποτελεί εχέγγυο της ποιότητας του ΛΙΤΡ, το όνομα του κορυφαίου γλωσσολόγου Μανόλη Τριανταφυλλίδη και του φερώνυμου Ινστιτούτου, εμφανίζεται σαν ένα είδος «στίγματος», από ανθρώπους που προφανέστατα δεν έχουν ανοίξει την εντυπωσιακά ευρύχωρη, και όχι μόνο για την εποχή της, Γραμματική Τριανταφυλλίδη, και μιλούν για «μαλλιαρισμό» ή «κατασκευασμένη δημοτική». Έμεινε έτσι στο περιθώριο ένα αξιόπιστο, αυτήν τη φορά, εργαλείο, που επιπλέον δεν κατάφερε να ανανεωθεί, έπειτα από την πρώτη έκδοσή του.

Από την άποψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία η έκδοση του ΛΕΧ, που με το κύρος της Ακαδημίας, ενός κατά παράδοση συντηρητικού θεσμού, έρχεται καταρχήν να θεραπεύσει την ορθογραφική αταξία που προκλήθηκε με το ΛΕΜΠ. Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι το ΛΕΧ, στους αντίποδες του άκρως ρυθμιστικού ΛΕΜΠ, προχωρεί και εκεί που δεν τόλμησε λ.χ. το ΛΙΤΡ, και ενσωματώνει, όπως έγραφα και την περασμένη φορά, πολλά κοινόχρηστα «λάθη», δίνοντας διπλή ορθογραφία (και προκρίνοντας προφανώς την πρώτη): ακριτομυθία & ακριτομύθια, εφήβαιο & εφηβαίο, δικλείδα & δικλίδα, καθίκι & καθοίκι, συγγνώμη & συγνώμη. Ανάλογα, διπλή γραφή δίνει και για αμφιλεγόμενες περιπτώσεις, ή άλλες, που δεν έχουν οριστικοποιηθεί στη χρήση: ενόψει & εν όψει, εξάλλου & (σπάν.) εξ άλλου,[2] επιτόπου & (λόγ.) επί τόπου, κατεξοχήν & κατ’ εξοχήν, καταρχάς (λόγ.) & (λογιότ.) κατ’ αρχάς, καταρχήν & (λόγ.) κατ' αρχήν,[3] κτίριο & κτήριο, παραπανίσιος & παραπανήσιος, χειρούργος & (επίσ.) χειρουργός κτλ.

Αυτή και μόνο η αρχή συνιστά μείζονα αρετή του ΛΕΧ, όσο κι αν μπορεί κανείς να μη συμμερίζεται ορισμένες ιεραρχήσεις, όπως: καινούργιος & καινούριος, μελαμψός & μελαψός (ΛΕΜΠ μελαμψός, ΛΙΤΡ μελαψός & μελαμψός), εν τέλει & εντέλει (που χρειάζεται πάντως ξεχωριστό λήμμα, κι όχι ενσωμάτωση στο λ. τέλος), α λα & αλά [αλά γαλλικά κ.ο.κ.] (ΛΙΤΡ αλά, ενώ το ΛΕΜΠ έχει δύο ξεχωριστά λήμματα, με το ίδιο ερμήνευμα: αλά, και αποκάτω: α λα, επειδή το ένα είναι απ’ το ιταλικό alla και το άλλο απ’ το γαλλικό à la!), ενώ στο καταπώς & κατά πως η γραφή με δύο λέξεις μοιάζει υποχώρηση στην καθαριστική τάση της εποχής, που φτάνει να χωρίζει λέξεις που ήταν πάντοτε μία, όπως το διό και το εξαπίνης, ακόμα και το κατεπείγον («κατ’ επείγον»!) ή το κατόπιν («κατ’ όπιν»!).[4]

Σ’ αυτό πάντα το πλαίσιο, και μ’ όλη μου την προσωπική αλλεργία, βρίσκω χρήσιμη την ιδέα να σημειώνεται σε παρένθεση η γραφή σε πολυτονικό, με την ένσταση ότι, αφού πρόκειται για λεξικό της νεοελληνικής, θα έπρεπε να ακολουθείται το πολυτονικό που γραφόταν ήδη από Τριανταφυλλίδη ώς πρόσφατα, με οξεία δηλαδή ο μύθος, η γλώσσα, το κύμα κτλ., και όχι με περισπωμένη.

Ξεμάκρυνα όμως με τα σχολαστικά, απ’ τη σκοπιά ενός επαγγελματία χρήστη απλώς, σχολαστικά που τελειωμό δεν έχουν.

Ας μείνω στον χαιρετισμό ενός λεξικού που είναι εκ των πραγμάτων το πιο ενημερωμένο, διαθέτει, όπως ξανάγραφα, το πλουσιότερο λημματολόγιο (75.000 λήμματα· ΛΕΜΠ 65.000· ΛΙΤΡ 50.000), και εμφανίζεται απροσδόκητα τολμηρό και στη λημματολόγηση, π.χ. με τους νεολογισμούς που καταγράφει,[5] και ιδιαίτερα στην ενσωμάτωση κοινόχρηστων τύπων και αποκλίσεων, κατά τα διδάγματα της πιο σύγχρονης επιστήμης. Ένα λεξικό απ’ το οποίο ελπίζουμε πολλά.



[1] «Ένα λεξικό που χρειάστηκε δύο εκδόσεις για να ανακαλύψει την κίσσα και τον ευμεγέθη ενώ είχε λήμματα υπεκκαίω και σαμπόδρομος, ή έδινε, όπως είπαμε, για υποκοριστικά τού Κυριάκου την Κούλα και την Κίτσα, δύσκολα πείθει πως μπορεί να βελτιωθεί ουσιαστικά» έγραφα πριν από δέκα περίπου χρόνια (Τα Νέα 17.2.2007)· έπειτα από άλλα τόσα, μ’ όλες τις βελτιώσεις απ’ τη μια, αλλά και τις παλινωδίες απ’ την άλλη (βλ. αμέσως παρακάτω), παραμένει κανείς τουλάχιστον επιφυλακτικός.

[2] Ενώ έχει με μία λέξη όσα έχουν ήδη μακρά και σχεδόν αδιατάρακτη πορεία, όπως εξαιτίας, εξαρχής, εξίσου, επιπλέον κτλ.

[3] Θεωρώ πως το καταρχάς και το καταρχήν θα έπρεπε να αναπτύσσονται σαν αυτόνομα λήμματα, και όχι μέσα στο λ. αρχή.

[4] Από πολύ παλιά το καταπώς γραφόταν με μία λέξη: έτσι το έχει ήδη το Μεγάλο του Δημητράκου (1950), ο Γεραλής (1965), που ακολουθεί ρητά τη Μεγάλη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, ο Βοσταντζόγλου στο Ορθογραφικό του (1967· ενώ με δύο στο Αντιλεξικό του, 1962) και ο Κριαράς (1995). Με μία, καταπώς, το έχει και το ΛΕΜΠ (αλλά, χωρίς καμία σύνδεση, συσχετισμό ή παραπομπή, και με δύο, στο λ. κατά, με παράδειγμα, τη μία φορά: καταπώς τα λες, έχεις δίκιο, και την άλλη: κατά πώς λες, δεν πρέπει να ανησυχούμε!), ενώ όλως παραδόξως το ΛΙΤΡ, σε αντίθεση με τη δική του παράδοση, το έχει με δύο λέξεις, και όχι σαν αυτόνομο λήμμα, αλλά ενταγμένο στο λ. κατά. Θεωρώ όμως εντελώς απίθανο, με όσα σημείωσα ήδη, να ακολουθούν το ΛΙΤΡ οι (πάρα) πολλοί που το γράφουν τελευταία με δύο λέξεις, εξωθώντας έτσι το ΛΕΧ να θεωρήσει και αυτή την περίπτωση αμφιλεγόμενη, ή ότι δεν έχει πάντως κριθεί.

[5] Για τα νεότερα ή λιγότερο οικεία απροσάρμοστα, όπως μπλουτούθ, ντεμαράζ, χάρντμπορντ, ρινγκτόουν, χαντς φρι, ντιούτι φρι, σόφτγουερ, χάρντγουερ (στα τρία τελευταία έχει προφανώς διαφύγει η προέλευση, όπως μπαίνει σε όλα τα άλλα, με την ξενική γραφή τους) κτλ., ίσως ήταν σκόπιμο να υπάρχει στο τέλος ένας κατάλογος που να τα δίνει στη γλώσσα τους, με παραπομπή στο κυρίως σώμα του λεξικού, π.χ. Bluetooth, βλ. μπλουτούθ κ.ο.κ., στο πρότυπο ακριβώς του πολύ χρήσιμου καταλόγου με «Λατινικές φράσεις και ξένα ακρωνύμια», όπου βρίσκουμε λόγου χάρη λήμμα: a priori, βλ. απριόρι κ.ά. 

buzz it!

19/3/16

Το «Χρηστικό Λεξικό» της Ακαδημίας που τόλμησε

(Εφημερίδα των συντακτών 19 Μαρτ. 2016)



Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο / Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες / Σώμα πλεούμενο της μέρας: στίχοι από το «Σώμα του καλοκαιριού», ένα από τα δύο τιτλοφορημένα ποιήματα του Ήλιου του Πρώτου, στίχοι που μάζευα στα πρώτα εφηβικά ταξίδια μου στο αχανές σύμπαν του Οδυσσέα Ελύτη –ου και την μνήμην επιτελούμε: μόλις χτες, 18 Μαρτίου, 20 χρόνια από τον θάνατό του…

Στίχοι-εικόνα μαγική και εξόχως αισθησιακή, ιδίως για έναν έφηβο, που χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη μου, ώσπου δεκαετίες μετά ανακάλυψα πως το σγουρό εφηβαίο που το σκέπαζε άχνα βασιλικού θα ’πρεπε να ’ναι εφήβαιο: αυτό ήταν-είναι το «σωστό». Σοκαριστικό, κι ας συμφωνούσαν στο λάθος σχεδόν όλοι όσους ρωτούσα· όταν πια χρειάστηκα το εφήβαιο/εφηβαίο σε μετάφραση, στο Βιβλίο του γέλιου και της λήθης του Κούντερα, δυσκολεύτηκα πολύ να απιστήσω στον ποιητή που μου ’μαθε τη λέξη, για να μην πω τον κόσμο: εντέλει κράτησα τον παρατονισμένο τύπο, έγραψα εφηβαίο!

Μερικά χρόνια πιο πριν, όταν είχε χρειαστεί, σε μετάφραση πάλι, στο Αστείο του Κούντερα, να γράψω μια λέξη που συχνά τη λέμε όμως σπάνια τη γράφουμε, το καθίκι, είχα ανακαλύψει εμβρόντητος πως το σωστό είναι με όμικρον-γιώτα: καθοίκι! Πάλι έκανα το τεστ μου, πάλι σχεδόν όλοι μοιράζονταν την έκπληξή μου, όμως το λάθος δεν έπαυε να είναι λάθος· κι ωστόσο υπέκυψα ξανά στη δύναμή του: καθίκια έβαλα να βρίζονται κάτι στρατιώτες…

Κι ήρθε ο καιρός να λάβουνε τα λάθη αυτά εκδίκηση, για να παραφράσω ασεβώς Ελύτη, έτσι που μπήκαμε κάπως στο κλίμα. Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών, «σύνταξη-επιμέλεια» Χριστόφορου Χαραλαμπάκη. Που τόλμησε και δέχτηκε δεύτερο τύπο στο εφήβαιο το εφηβαίο, και, ω χαρά μου, πρώτο τύπο το καθίκι και δεύτερο το καθοίκι. Τώρα, καθώς προχωρώ στη μετάφραση της Αβάσταχτης ελαφρότητας, που πάλι δείλιαζα με το εφηβαίο και κάπου κάπου δοκίμαζα να το αποφύγω, γράφοντας το άνοστο όμως ήβη, σκέφτηκα να κοιτάξω το καινούριο Λεξικό: εφηβαίο έγραψα παντού, με την άδεια πια… της Ακαδημίας.

Κατέγραψε δηλαδή ο Χαραλαμπάκης έναν κοινόχρηστο τύπο, παρότι αποτελεί απόκλιση ή σκέτα λάθος, έτσι όπως γίνεται ή θα ’πρεπε να γίνεται με τα λεξικά και τις γραμματικές, αφού έτσι σίγουρα γίνεται πάντα με τη γλώσσα, με όλες τις γλώσσες. Το επισημαίνω, επειδή το αυτονόητο και επιστημονικά δέον δεν είναι πάντα αυτονόητο, δεν ακολουθείται στην πράξη εννοώ, ή έστω επειδή δεν είναι πάντα εύκολο να οριστεί η στιγμή που αρχίζει να επικρατεί το λάθος, σε μια άγνωστης διάρκειας διαδικασία κατά την οποία το λάθος τελικά απολανθάνεται, γίνεται σωστό –όπως τόσα άλλα που δεν τα υποψιαζόμασταν το διάστημα που θεωρούνταν λάθη.

Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας είναι το τρίτο μεγάλο λεξικό που εκδίδεται σε δεκαέξι χρόνια: μέσα στο 1998 βγαίνει πρώτα το Λεξικό Μπαμπινιώτη (4η έκδ. 2012) και έπειτα του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, και το 2014 το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, ορθότερα, ή δικαιότερα: του Χαραλαμπάκη. Λέω «ορθότερα», όπως λόγου χάρη λέμε και γράφουμε: «Γραμματική Τριανταφυλλίδη» τη λεγόμενη «Μεγάλη» του 1941, που δεν έχει πουθενά μπροστά το όνομα του βασικού δημιουργού της: μόνο πίσω από τη σελίδα τίτλου υπάρχει εκτενής σημείωση ότι «Σύμφωνα με την από 14 Δεκεμβρίου 1938 απόφαση του Υπουργείου [...] καταρτίστηκε Επιτροπή [...] με Πρόεδρο και εισηγητή τον κ. Μανόλη Τριανταφυλλίδη [...] και μέλη τούς…» κτλ.

(Συχνά σε σχετικά άρθρα χρησιμοποιούνται αδιαφανή και δυσπρόφερτα ακρωνύμια με βάση αυστηρώς τον τίτλο κάθε λεξικού, γεγονός που προϋποθέτει είτε πως ξέρει κανείς απέξω τον πλήρη τίτλο είτε πως έχει αποστηθίσει τα ακρωνύμια είτε πως κοιτάζει κάθε τόσο στη βιβλιοθήκη του, εφόσον φυσικά τα έχει όλα, κτλ.: έτσι, ΛΝΕΓ γράφεται το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη, ΛΚΝ το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, και τώρα ΧΛΝΓ το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας/του Χαραλαμπάκη. Θα πρότεινα: ΛΕ.ΜΠ. ή ΛΕΜΠ το Λεξικό Μπαμπινιώτη, Λ.Ι.ΤΡ. ή ΛΙΤΡ το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, και ΛΕ.Χ. ή ΛΕΧ το Λεξικό Χαραλαμπάκη. –ή ακόμα ακόμα Λε.Μπ., ΛεΜπ κ.ο.κ.)

Το Λεξικό Χαραλαμπάκη (ΛΕΧ), λοιπόν, εξ ορισμού το πιο ενημερωμένο και με πλουσιότερο λημματολόγιο (περίπου 75.000 λήμματα· περίπου 65.000 το ΛΕΜΠ και 50.000 το ΛΙΤΡ), είναι, όπως πρόχειρα είδαμε, και το πιο τολμηρό και ταυτόχρονα το λιγότερο ρυθμιστικό, καθώς συχνά καταγράφει δύο τύπους, υποδηλώνοντας με τη σειρά που τους βάζει τον ορθότερο/δοκιμότερο ή τον επικρατέστερο, και πάντως αυτόν που προκρίνει, όπως στα αρχικά μας παραδείγματα, ή: ενόψει ή εν όψει, καινούργιος ή καινούριος, κτίριο ή κτήριο κτλ.

buzz it!

11/3/16

Αποκριάτικα άσεμνα και άλλα φαιδρά

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Μαρτ. 2016)


1. Λίγο μπαγιάτικο το πρώτο, και το ίδιο ή σε παραλλαγές χιλιοειπωμένο. Παραταύτα, μπορεί να βγάζει γέλιο ακόμα· μα προπαντός πρέπει να βρει τη θέση του στο Εθνικό Ανοητολόγιο:

Ο Σωτήρης Χατζάκης διασκεύασε το Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογέφσκι, σε μετάφραση Παπαδιαμάντη, και το ανέβασε στο Εθνικό. Και σε συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα (27/1) ελάλησε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Ο Παπαδιαμάντης [...], χρησιμοποιώντας την υπεροπλία της γλώσσας δημιούργησε όχι ένα απλό σύγγραμμα αλλά ένα γλυπτό λόγου, υποδεικνύοντάς μας πως, αν χάσουμε την γλώσσα μας, θα έχουμε τελειώσει οριστικά ως έθνος και ως κράτος. Θεώρησα λοιπόν χρήσιμο αυτή την εποχή να μιλήσουμε, μέσα στο Εθνικό Θέατρο, μ’ αυτή την γλώσσα. [...]

»Διότι σήμερα ζούμε σε γλωσσικά γκέτο. Υπάρχουν παιδιά που γνωρίζουν εκατό λέξεις! Τι λέμε, λοιπόν, εμείς; Επιστροφή στη γλώσσα, επιστροφή στην εσωτερικότητα, και επιστροφή στην γραμματική της γλώσσας, παρά το έγκλημα της απώλειας του πολυτονικού...»

Γλωσσικά γκέτο, παιδιά που γνωρίζουν εκατό λέξεις, το έγκλημα της απώλειας των πολυτονικού –δεξιότερα κι από τον πιο δεξιό Μπαμπινιώτη δηλαδή, να ξέρουμε πού ακριβώς βοσκάνε.


2. Τώρα που κόπηκε η παταγωδώς αποτυχημένη εκπομπή, επιτομή όλης της trash TV, μπορεί να μείνει σκέτο ανέκδοτο:

«Ένα talk show κομμένο και ραμμένο στο προκλητικό και intellectual ύφος του Κωνσταντίνου Μπογδάνου. Η επισκόπηση της εβδομαδιαίας επικαιρότητας αποκτά άλλη διάσταση μέσα από την καυστική και τεκμηριωμένη ματιά του πιο ανατρεπτικού δημοσιογράφου της ελληνικής τηλεόρασης»: ήταν τα info, τα πληροφοριακά στοιχεία που βλέπαμε στους δέκτες μας, την ώρα που προβαλλόταν η «Προβοκάτσια ΤΙΒΙ».

Υποκύπτω πρόθυμα στην «αντιμπογδανομανία», όπως ναρκισσεύεται να λέει (άλλο ανέκδοτο!) ο νέος, στο πιο σοφιστικέ, Τράγκας, με τα καλομελετημένα σόου που δίνει, προκειμένου να κρατάει μόνιμο στασίδι στις διάφορες σατιρικές εκπομπές. Δεν μας αφορούν βεβαίως τα σόου του καθαυτά, ακόμα και τα ακροδεξιά ξεσπάσματά του κτλ., όσο η ογκώδης ημιμάθειά του, ελληνικούρες, λογιοπρεπείς ασυνταξίες, για τις οποίες έχω ξαναγράψει, και πάσης φύσεως πραγματολογικές ανακρίβειες, καθώς μάλιστα ξεστομίζονται όλες με παροιμιώδη στόμφο. Τη μισή του εκπομπή θα ’πρεπε να απομαγνητοφωνεί κανείς κάθε φορά, όπερ άτοπο, αρκετά πάντως επισημαίνει π.χ. ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του, «μπογδανιές» τα ονομάζει, με πιο πρόσφατη τη γνωμάτευση (με αφορμή την επέτειο από τη γέννηση του Παπαδιαμάντη) πως «ίσως ο άνθρωπος ο οποίος να αποτελεί τη μεγαλύτερη ζώσα αυθεντία στον Παπαδιαμάντη [...] να είναι ο γλυκύτατος Δημήτρης Κοσμόπουλος».

Εμ, άμα αναγορεύεις και καλά «τεράστιο» και επί παντός τον Ηλία Πετρόπουλο, για να αντλήσεις από κει το καθημερινό και τζάμπα σκανδαλάκι σου, αυτήν τη φορά γύρω απ’ τον εβραίο, μασόνο, ομοφυλόφιλο κτλ. Σολωμό (μπερδεύοντας επιπλέον στίχους και τίτλους!), πώς να γνωρίζεις τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, που έκανε έργο ζωής την ανασύσταση ολόκληρου του παπαδιαμαντικού έργου.

Είπα να το γλεντήσουμε το καρναβάλι, μα παρασοβαρέψαμε. Πάμε σε μουσικές και σε νταούλια.


3. Πέρασε στο Δημόσιο το Μέγαρο Μουσικής, διορίστηκε νέος διευθυντής, και μέγας άρχισε ξάφνου ο θρήνος και οδυρμός, σαν τι θα δουν τάχα τα μάτια μας, τούτες τις μαύρες συριζαίες μέρες… Πάει «το άλλοτε άβατο του Χρήστου Λαμπράκη», έφτασε να γράψει δημοσιογράφος που είχε σθεναρά κριτικάρει εξαρχής και συστηματικά τα αμαρτωλά έργα και ημέρες του Μεγάρου και του ιδρυτή του.

Το «άλλοτε άβατο» λοιπόν, που άνοιξε νωρίς νωρίς τις αίθουσές του όχι στην παράδοση ή στο αυθεντικό λαϊκό αλλά στην τραγουδίστρια της «Κυρα-Γιώργαινας», τη Μαρινέλα, μια αναμφισβήτητα μεγάλη φωνή με κάτω του μετρίου ωστόσο ρεπερτόριο και, από ένα σημείο και έπειτα, επιδεικτικά κιτς ερμηνεία. Ακολούθησε ο Πάριος, και γενικώς καλοί κακοί πλέον αντάμα, δίχως σταθερά κριτήρια, πέρα ίσως από την εμπορικότητα. Μόλις τον προηγούμενο μήνα, πριν βάλει τάχα ο ΣΥΡΙΖΑ την ουρά του, εμφανίστηκε και ο συνθέτης της «Κυρα-Γιώργαινας», καθώς και του Ύμνου της 21ης Απριλίου, ο Γιώργος Κατσαρός, μετρ της μουσικής αφρόλουτρο –«εφαρμοσμένη και lounge» τη λέει σε ολοσέλιδο ύμνο του το Αθηνόραμα (το ίδιο που αφιέρωνε δύο σελίδες, πριν από μερικά χρόνια, για το «Κοινούσης comeback αλά Νέο Κύμα»!).

Ενώ τον Δεκέμβριο που μας πέρασε το αδελφό Μέγαρο Θεσσαλονίκης υποδέχτηκε «τη γλυκιά φωνή του πάθους, τον αγαπημένο τραγουδιστή με τις μεταξένιες φαβορίτες [!], τον μεγάλο Σταμάτη Κόκοτα», τον τραγουδιστή με το μέτριο, στην καλύτερη περίπτωση, ρεπερτόριο και την άλλο τόσο μέτρια (υποκειμενικό έστω αυτό) φωνή, που όμως (αντικειμενικότατο αυτό) την έχει χάσει από καιρό, και μόνο προστασία πια χρειάζεται, από αυτούς ακριβώς που τον θέλουν «μεγάλο».

Άβατο. Εκεί που δεν χωράει να μπει η ευθυκρισία.

Καλά Κούλουμα πάντως. Και φυσικά, καλά κρασιά.


buzz it!

6/3/16

Ανάπηρες ψυχές, ανάπηρη σκέψη, και το ανεπίδοτο μήνυμα

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Μαρτ. 2016)


 Ανάπηρες ψυχές…

«Ευρώπη, δεν ντρέπεσαι όταν βλέπεις αυτά τα παιδιά;» έφτασε να ρωτάει σε τίτλο εκτενούς ρεπορτάζ από την Ελλάδα, με θέμα τους πρόσφυγες και τα παιδιά τους (40% είναι τα παιδιά), ποια, η γερμανική Bild!

Τι βλέπει, αντίθετα, και τι νιώθει όταν βλέπει τα όσα βλέπει ένας Έλληνας πνευματικός άνθρωπος;

Βλέπει τους πρόσφυγες να φτάνουν στο λιμάνι του Πειραιά, «ταλαιπωρημένοι, εξαθλιωμένοι, αλλά καθόλου φοβισμένοι και χωρίς κανένα αίσθημα ευγνωμοσύνης απέναντι στους οικοδεσπότες τους. Απαιτούσαν νερό και τροφή και φώναζαν γιατί δεν το είχαν αμέσως». Και ακολουθεί η πολλά σημαίνουσα αντιδιαστολή: «Φοβισμένοι, και μάλλον ενοχικοί, όσοι τους υποδέχονταν. Προς Θεού, μην κατηγορηθεί λιμενικός ότι δεν μίλησε στον πληθυντικό σε μετανάστη»!

Και συνεχίζει ο Έλληνας πνευματικός άνθρωπος (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή 28/2):

«Θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Η συμβίωση με τους πληθυσμούς των Ασιατών και των Αφρικανών δεν θα είναι προσωρινή». Τα υπόλοιπα, γνωστά, τα ’χει ξαναγράψει κι ο ίδιος, πολλές φορές: άρνηση προσαρμογής «των Ασιατών και των Αφρικανών», επιθετικό αραβικό Ισλάμ, επερχόμενος εξισλαμισμός, «μάχες σουνιτών και σιιτών» στα χώματά μας, τα ύστερα του κόσμου! Που δεν τα παίρνουμε είδηση εμείς, που «η πολιτική ορθότης δεν μας επιτρέπει, σε σημείο βλακείας, να κρίνουμε τους ανθρώπους από τη φυλή τους και το θρήσκευμά τους».

Ώστε φτάσαμε εκεί που θα ’πρεπε να κρίνουμε τους ανθρώπους από τη φυλή και το θρήσκευμά τους! Μας θυμίζει τίποτα αυτό;

Ούτε λόγος! Και τώρα ξέρουμε και το «διά ταύτα», που έρχεται από μόνο του, μοναδική λογική συνέπεια, κι ας μην τη λέει ευθέως ο αρθρογράφος μας: Διώξτε τους όλους, ντουφεκάτε τους στον Έβρο, πνίγετέ τους στο Αιγαίο.

Απόψεις είναι αυτές, και ο εξισλαμισμός του δυτικού κόσμου και η αλλοίωση του πολιτισμού μας κτλ., φόβοι στο κάτω κάτω, απόψεις και φόβοι που πάντως φτάνει να νικούν και να ακυρώνουν θεμελιώδεις κατακτήσεις, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός τους, αυτές που συνιστούν εντέλει τον πολιτισμό μας. Δικαίωμα τώρα του καθενός να εκφράζει τις απόψεις ή τους φόβους του, παρά το ανατριχιαστικό «διά ταύτα» που άλλοτε από άλλους διατυπώνεται ρητά, άλλοτε, όπως στην περίπτωσή μας, εξυπονοείται. Κι ας είναι οι απόψεις αυτές, επαναλαμβάνω, η ακύρωση, η κατάρρευση, αυτού που θεωρητικά θέλουν να προασπίσουν, του πολιτισμού μας.

Ξεπερνά όμως κάθε ανθρώπινο νου, κάθε έννοια, να διατυπώνονται οι απόψεις αυτές και ο συναφής προβληματισμός πάνω απ’ τους εκατοντάδες τάφους στα νησιά μας μ’ ένα μόνο σημάδι-αριθμό, πάνω από τον απέραντο υγρό τάφο με τους χιλιάδες άταφους νεκρούς, πάνω απ’ τα ξεβρασμένα πτώματα στις ακτές, μπροστά στον άντρα που διανύει χιλιόμετρα μ’ ένα πόδι και πατερίτσες, τον άλλον που κουβαλάει στους ώμους τον ανάπηρο φίλο του, τον άλλον με τη γερόντισσα μάνα του στην αγκαλιά, τη γιαγιά στο αναπηρικό καροτσάκι, που λέει πως είναι χαρούμενη για τα ανάπηρα πόδια της, γιατί μπορεί να κοιμίζει απάνω τους τα εγγονάκια της…

Κοιμισμένες συνειδήσεις όμως εμείς, ανάπηρες ψυχές –ανάπηρη σκέψη.


…ανάπηρη σκέψη

«Θα πρέπει στο τέλος να φύγουμε εμείς, για να έρθουν να κατοικήσουν άλλοι;» διατύπωνε το μικρόψυχο ερώτημά του ο άγιος Θεσσαλονίκης (Βελλίδειο, 14/2, στη συγκέντρωση «Μένουμε Έλληνες και Ορθόδοξοι»). Κι ας ξέρει καλά, κι ας το ακούει σ’ όλους τους τόνους, πως να φύγουν και μόνο να φύγουν θέλουν από δω οι τώρα αναγκεμένοι.

«Αν υλοποιηθούν τα κέντρα μετεγκατάστασης προσφύγων, εμείς που θα πάμε;» επιμένει ανερυθρίαστα, αφού κι αυτός εννοεί πως δεν θα ’πρεπε να ’χουν φτάσει καν εδώ: διώξτε τους όλους, σαν να λέει δηλαδή κι αυτός, μαζί με τον άλλον και με τους άλλους, ντουφεκάτε τους στον Έβρο, πνίχτε τους στο Αιγαίο.

Για να μη γραφτεί, είπε, κι άλλο ποίημα «όπως είχε γράψει ο ποιητής για τα Ψαρά»· κι αρχίζει να απαγγέλλει: «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη, περπατώντας η Δόξα μονάχη, μελετά τα λαμπρά παλικάρια, και στεφάνι στην κόμη φορεί, απ’ τα λίγα χορτάρια, που ’χαν μείνει στην έρημη γη – γιατί δεν έμεινε τίποτα από το πέρασμα εκείνων που σήμερα τους λέτε μετανάστες» συνέχισε υψώνοντας τη φωνή ο άγιος, σε μια ιστορική, συν τοις άλλοις, λαθροχειρία…


και το ανεπίδοτο μήνυμα

«Παρηγοριέμαι στη σκέψη πως ο Αϊλάν ήρθε στον κόσμο για να φέρει ένα μήνυμα… Ήταν το πεπρωμένο του» άκουσα τις προάλλες σε κάποιο ξένο κανάλι τον πατέρα του Αϊλάν, που κίνησε με τη γυναίκα του, τον πεντάχρονο γιο του και τον τρίχρονο Αϊλάν να εξισλαμίσει τον κόσμο, έμεινε όμως μόνο αυτός ζωντανός, ανίσχυρος να υπάρξει έστω σαν τύψη στη συνείδηση αυτών που παραμένουν πεισματικά κουφοί στο μήνυμα, πνίγοντας και ξαναπνίγοντας του κόσμου τους Αϊλάν.






buzz it!

27/2/16

Λαζόπουλος, Σεραφείμ και η θεία τάξη πραγμάτων

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Φεβρ. 2016)


Αντιευρωπαϊστής, Μακεδονομάχος και Σκοπιανοφάγος, υμνητής της «μεγάλης Ελληνίδας» Λιάνας Κανέλλη στις εθνικιστικές κορόνες της, χειροκροτητής του «φίλου του» του Θέμου, όταν στηλίτευε την κυβέρνηση Σημίτη που «κατέβασε τη σημαία από τα Ίμια», πρόθυμος καταναλωτής αστικών μύθων, όπως η υποτιθέμενη δήλωση Κίσσινγκερ για τον εξανδραποδισμό του αδούλωτου γένους μας με την καταστροφή θρησκείας και γλώσσας, και προπαντός εθνικών μύθων, όπως το Κρυφό Σχολειό, αφού την Ιστορία, λέει, δεν τη μαθαίνουμε απ’ τα βιβλία, αλλά απ’ τους παππούδες μας και τις γιαγιάδες μας.

Έχω επανειλημμένα αναφερθεί σ’ αυτά και σ’ άλλα τόσα του Λάκη Λαζόπουλου, ιδίως από τότε που συρρίκνωσε τη σάτιρα σε συνεχή πορδολογία και πέρασε στη σκέτη και ρηχή πολιτικολογία, η οποία οργανώνεται πάντοτε γύρω από έναν κραυγαλέο λαϊκισμό. Μπορώ έτσι, πιστεύω, με αφορμή τις τελευταίες του δηλώσεις για την καθηλωμένη σκέψη του Σόιμπλε λόγω της καθήλωσής του στο αναπηρικό καροτσάκι, να σταθώ σε κάποιες όψεις της κριτικής που καταρχήν ορθώς, ορθότατα, του ασκήθηκε –και δεν συμπεριλαμβάνω φυσικά στην κριτική τις υλακές του ιερατείου του ρατσισμού, π.χ. Πρώτου Θέματος και Μακελειού. Αναντίλεκτα ρατσιστική η συγκεκριμένη δήλωση του Λαζόπουλου, όπως και η μόνιμη αναφορά στα σαρδάμ και τις κρεατοελιές (!) του «αχώνευτου κοντού» Σημίτη, όμως ρατσιστή, κακά τα ψέματα, δεν τον λες.  Όπως επίσης δεν τον λες ρατσιστή και ειδικότερα ομοφοβικό, παρότι συχνά διακωμωδεί τους ομοφυλόφιλους, και με τον πιο φτηνό επιθεωρησιακό τρόπο, ένα μόλις βήμα (ή ούτε;) από τον Σεφερλή.

Χάνεται έτσι η ουσία της κριτικής. Όπως και όταν ο πρόεδρος του Πειραϊκού Συλλόγου Κινητικά Αναπήρων δεν δέχεται τη συγνώμη του Λαζόπουλου, επειδή τη θεωρεί υπαναχώρηση (!), και επιμένει πως θα προσφύγει στη δικαιοσύνη (ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να δει ρατσισμό και στην εν λόγω συγνώμη, καθώς ο Λ. δηλώνει πως δεν αναφερόταν γενικά στους αναπήρους αλλά αποκλειστικά στον Σόιμπλε).

Αντίθετα, και για να προχωρήσω στο κυρίως θέμα μου, το Σωματείο Κινητικά Αναπήρων Νομού Μαγνησίας, μαζί με συναφείς συλλόγους και σωματεία από τον ίδιο νομό, είχε αναρωτηθεί εύστοχα αν ο Λαζόπουλος θα έλεγε τα ίδια για τον Στήβεν Χώκινγκ.

Εδώ, εξίσου εύστοχα, αναρωτιέται ο Άρης Χατζηστεφάνου (Infowar, 19/2): «Αν ο Λαζόπουλος ήταν μητροπολίτης, θα μίλαγε κανείς;» Και υπενθυμίζει κάποιες από τις παροιμιωδώς αμετροεπείς δηλώσεις του Πειραιώς Σεραφείμ, ακριβώς για τον Χώκινγκ, όταν πριν από λίγα χρόνια ο άγιος μιλούσε για τη «συμπλεγματικότητα» των αθεϊστικών απόψεων του κορυφαίου επιστήμονα, αναγνωρίζοντάς του εντέλει «το ελαφρυντικό της συγχύσεως του νοός του, από την αφόρητο σωματική δυστυχία του».

Όμως κανένα σωματείο ή σύλλογος (πόσο μάλλον Πειραϊκός!) δεν διανοείται να τα βάλει με την πανίσχυρη εξουσία, με εκπρόσωπο του Θεού, ειδικότερα του παλαιοδιαθηκικού, τιμωρού και εκδικητικού Θεού.

Τώρα μάθαμε και τη σαν από σχέδιο θεϊκό «χρησιμότητα» τέτοιων ρατσιστικών φωνών:

Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας, που θα μπορούσε να ανακαλέσει τον Σεραφείμ και τους ομοίους του στην τάξη, μας υποδεικνύει ίσα ίσα κάποιαν άλλη, ωφελιμιστική κατά έναν άκρως παράδοξο τρόπο τάξη: σε συνέντευξή του στον Κωνσταντίνο Ζούλα και τη Νίκη Λυμπεράκη («Η Ελλάδα στον καθρέφτη», Σκάι 10/2), μια συνέντευξη που δεν έτυχε να δω να σχολιάζεται, παρ’ όσα εκρηκτικά περιλαμβάνει, και ιδίως την υπαναχώρηση στην ανέγερση τζαμιών στη χώρα μας, λέει, με αφορμή το σύμφωνο συμβίωσης, και τα εξής, που τα παραθέτω αυτούσια, να μη χαθεί η παραμικρή απόχρωση:

«Μακαριότατε, ακούσαμε και φωνές που παρότρυναν σε προπηλακισμό, και οι φωνές αυτές προέρχονταν από Μητροπολίτες. Φτύστε τους, είπαν. Εσάς δεν σας ενοχλούν αυτές οι φωνές;

»Δεν είναι Εκκλησία αυτοί. Κάνετε λάθος.

»Είναι ένας Μητροπολίτης.

»Ένας βουλευτής δηλαδή, άμα πει κάτι, είναι το κράτος; Εδώ είναι ακριβώς η διαστροφή που κάνουν τα ΜΜΕ. Ένας αδελφός Μητροπολίτης βλέπει το θέμα αυτό με αυτό τον τρόπο και το αντιμετωπίζει. Τι πρέπει να κάνουμε τώρα εμείς σαν Εκκλησία; αυτό που λένε, να τον μαλώσουμε; Δεν είναι αυτός άνθρωπος; δεν έχει ελευθερία γλώσσας; Εδώ έχουμε ανθρώπους οι οποίοι ψηφίζουνε τέτοιους ανθρώπους που είναι υπέρ της βίας…

»Με συγχωρείτε, είναι όμως προτροπή σε βία αυτό κάποιες φορές. Αυτό δεν σας ενοχλεί εσάς;

»Δεν είναι μόνο αυτό που ενοχλεί, είναι και άλλα πολλά. Εγώ το βλέπω από μια άλλη πλευρά. Δεν είναι μόνοι τους αυτοί, εκφράζουν έναν κόσμο, και αν δεν τον εξέφραζαν αυτό τον κόσμο ο τάδε Μητροπολίτης, ή ο τάδε Μητροπολίτης, θα ήταν έλλειμμα στην Εκκλησία. Μην το βλέπετε μόνο έτσι, διότι ο άλφα μητροπολίτης που τον βλέπετε να φωνάζει έτσι, δεν είναι μόνος, έχει ένα λαό από πίσω, αυτό γιατί δεν το βλέπετε;»

Αλίμονο, μακαριότατε, αμοραλιστικό ακούγεται όλο αυτό!


buzz it!

20/2/16

Ελληνογαλλικά ορθογραφικά πάθη

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Φεβρ. 2016, εδώ με μικροπροσθήκες)


Ξανάρχισαν τα όργανα, έγραφα την περασμένη φορά, με αφορμή έναν εξορθολογισμό της γαλλικής ορθογραφίας, ο οποίος μας θύμισε οικεία κακά, κι εκεί που είχαμε τους Γάλλους κορόνα στο κεφάλι μας, που διατηρούν τους τόνους τους, νά τοι τώρα, ανασκολοπίζουν, λέει, κι αυτοί τη γλώσσα τους, με διάφορες ορθογραφικές μεταρρυθμίσεις, και ιδίως την «κατάργηση» της δικής τους περισπωμένης, της σιρκονφλέξ: «Δεν περίμενα ότι η γλώσσα του Ρακίνα, του Βολταίρου, του Κοκτώ, της Γιουρσενάρ, θα υπέκυπτε στη νεύρωση του αυτοακρωτηριασμού» έγραφε ένα άρθρο που ήδη το σχολιάσαμε.

Παρατήρηση πρώτη και σημαντική, ότι ειδικά η γλώσσα του Ρακίνα και του Βολταίρου έχει υποστεί αλλεπάλληλες ορθογραφικές μεταρρυθμίσεις, με μεγαλύτερες ίσως του 1740 και του 1762, πάντοτε στην κατεύθυνση ενός εξορθολογισμού και όχι ανατροπής της ιστορικής ορθογραφίας (όπως είπαμε ήδη και για τις δικές μας αλλαγές: δράκος και όχι «δράκως», βρίσκω και όχι «’υρίσκω», Βασίλης και όχι «Βασίλεις» κτλ.). Γενικότερα, κάθε καινούρια έκδοση του Λεξικού της Γαλλικής Ακαδημίας ενσωμάτωνε καινούριες αλλαγές, με τελευταία την όγδοη, του 1935.

Παρατήρηση δεύτερη, ότι, αντίθετα με την από αιώνες χαμένη λειτουργικότητα των δικών μας τόνων και πνευμάτων, στα γαλλικά η «οξεία» (accent aigu) και η «βαρεία» (accent grave) εξακολουθούν να υποδεικνύουν φωνητικές διαφοροποιήσεις, εξού και δεν πειράζονται. Αισθητά περιορισμένη όμως είναι η αξία της σιρκονφλέξ (accent circonflexe), η οποία προκαλεί σύγχυση στους ίδιους τους Γάλλους, που δυσκολεύονται να κωδικοποιήσουν τη χρήση της, και είναι από τα σημεία στα οποία επιχειρεί να βάλει τάξη η μεταρρύθμιση του 1990.

Η μεταρρύθμιση αυτή, που έμεινε στα χαρτιά επί 26 χρόνια, αφορά 2.400 λέξεις, ένα 4% του λεξιλογίου, όταν εξαγγέλθηκε υπήρξαν, κατά τα γνωστά, αντιδράσεις, σχηματίστηκε και μια ομάδα με την ονομασία «Ελεύθερα Γαλλικά», έπειτα ο θόρυβος κόπασε· το 2008 η εφαρμογή της από ορισμένους εκδότες σχολικών βιβλίων πέρασε απαρατήρητη, ώσπου φτάσαμε στη σημερινή αναταραχή, τώρα που οι αλλαγές υιοθετούνται από όλους τους εκδοτικούς οίκους –και μολονότι το υπουργείο Παιδείας ξεκαθάρισε πως δεν θα θεωρείται λάθος η παλιά γραφή.

Ας δούμε όσο πιο συνοπτικά γίνεται αυτές τις αλλαγές, που ενώ βεβαίως δεν μας αφορούν, έχει, πιστεύω, σημασία να δούμε πόσο ίδιος και στερεοτυπικός είναι ο λόγος για τη γλώσσα, πιο ειδικά η φετιχοποίηση της ορθογραφίας –και η σύγχυση, που φτάνει εντέλει να τροφοδοτεί έναν λόγο στο κενό, μακριά από την πραγματικότητα, από τις ίδιες τις αλλαγές!

Ένας από τους στόχους της μεταρρύθμισης είναι να αντιμετωπιστούν ασυνέπειες στη χρήση του ενωτικού, όπως portefeuille (=πορτοφόλι), που γραφόταν σαν μία λέξη, χωρίς ενωτικό, και porte-monnaie (=πορτοφόλι για τα ψιλά) με ενωτικό· vingt-trois (=είκοσι τρία) με ενωτικό, cent trois (=εκατόν τρία) χωρίς ενωτικό, κ.ά. Παράλληλα προβλέπεται η γραφή σε μία λέξη λατινικών και άλλων ξενικών λέξεων: apriori, basketball, cowboy κτλ.· γράφονται χωρίς ενωτικό διάφορες σύνθετες, όπως passepartout, tirebouchon, autostop κτλ.· ενώ, αντίθετα με τις δικές μας μόδες, προτείνεται ο «γαλλικός» πληθυντικός ξενικών λέξεων: ο jazzman, οι jazzmans, και όχι οι jazzmen.

Η αντίδραση αρχίζει με την αλλαγή στη γραφή μεμονωμένων λέξεων: το oignon (=κρεμμύδι), που γράφεται πια όπως ακριβώς προφέρεται: ognon= ονιόν (ενώ με την παλιά γραφή ήταν σαν να προφέρεται «ουανιόν»)· και το nénuphar (=νούφαρο), που θα γράφεται nénufar, όπως γραφόταν από αιώνες, και μόνο στην έκδοση του 1935 γράφτηκε από λάθος nénuphar, επειδή θεωρήθηκε πως είναι ελληνικής καταγωγής (είναι εξάλλου και το μόνο ph που πειράζεται και τρέπεται σε f).

Το έγκλημα καθοσιώσεως είναι που πειράχτηκε η σιρκονφλέξ, παρότι δύσκολα κωδικοποιείται, όπως είπα, και παρουσιάζει κραυγαλέες ανομοιογένειες και ανακολουθίες: μέσα στην ίδια οικογένεια: jeûner / déjeuner, ή grâce / gracieux, icône / iconoclaste · στο ίδιο ρήμα: être, êtes, était, étant· σε λέξεις με απολύτως παράλληλη ιστορία, που όμως αντιμετωπίζονται διαφορετικά: mû / su, plaît / tait· σε άλλες, όπου σημαίνει απλώς ό,τι και η βαρεία: même / thème· σε άλλες χωρίς καμία διαφορά, φωνητική ή άλλη: haine / chaîne, κ.ά. Ωστόσο, παραμένει ανέγγιχτη πάνω από τα φωνήεντα â, ô και ê, εκεί που, κατά την Ακαδημία, «ορισμένοι ομιλητές έχουν την αίσθηση φωνητικής διαφοράς», αντίθετα από τα αδιαφοροποίητα i -î και u-û. Εδώ λοιπόν μονάχα καταργείται, και πάλι όχι (α) σε ρηματικές καταλήξεις, π.χ. nous voulûmes, il suivît· (β) στα κύρια ονόματα και τα παράγωγα επίθετα, π.χ. Nîmes, η πόλη Νιμ, με το επίθετο nîmois· (γ) και ιδίως σε λέξεις με διαφορετική σημασία, π.χ. mûr (=ώριμος) και mur (=τοίχος), jeûne (=νηστεία) και jeune (=νεαρός).

Πάντα η αλλαγή ξενίζει –και εξοργίζει. Σκεφτείτε όμως τους Γάλλους που τους είπαν κάποτε πως τα παιδιά δεν θα τα γράφουν πλέον enfans, αλλά enfants, τον Απρίλη apuril, αλλά avril, τον πυρετό fiebvre, αλλά fièvre, και το κεφάλι teste, αλλά tête (ιδού η σιρκονφλέξ!). Εκεί που καταγγέλλεται λοιπόν η παραβίαση της ιστορίας της γλώσσας απαιτείται ακριβώς μελέτη αυτής της ιστορίας.

Και τώρα μαντέψτε πού γίνεται το μεγάλο γλέντι, π.χ. στα σόσιαλ μίντια: «Σας είχα υποσχεθεί να μειώσω την ανεργία: ιδού λοιπόν!» λέει ο Ολλάντ, σε μια γουστόζικη πάντως γελοιογραφία, πετώντας τη σιρκονφλέξ από τη λέξη chômage (=ανεργία), πάνω από το ο δηλαδή, όπου είπαμε πως δεν πειράζεται. «Καημένε Jérôme, πάει το καπελάκι σου», γράφουν, ενώ εδώ έχουμε διπλή εξαίρεση: o και κύριο όνομα. Ή: «Έφαγα ένα φρούτο τοίχο» (mur, αντί για mûr), κι ενώ είναι από τις εξαιρέσεις που επισημαίνονται και στο τελευταίο άρθρο εφημερίδας…

Ελλάς-Γαλλία, συμμαχία – δυστυχώς και στην ακρισία.


buzz it!

13/2/16

Χωρίς περισπωμένη, αγάπη δεν υπάρχει!

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Φεβρ. 2016)


Να υπάρχει «κάπου μια γωνιά στο Σύμπαν, όπου το “σ’ αγαπώ” [θα] γράφεται ακόμα με περισπωμένη», όπου δηλαδή το περισπώμενο «σ’ αγαπώ» θα εκφράζει όσα δεν μπόρεσε ποτέ να εκφράσει το έρμο «σ’ αγαπάω», αφού αυτό ποτέ δεν αξιώθηκε μια περήφανη περισπωμένη!

Μ’ αυτόν τον βαθύ καημό καταλήγει ένα άρθρο που νοσταλγεί τις περισπωμένες, «τις θείες  δασείες των ελληνικών “ρω”, [και] τις άχνες στα φωνήεντα», τώρα που και οι Γάλλοι, όπως εμείς με το μονοτονικό, βάλθηκαν να την ξεπατώσουν τη γλώσσα τους, στερώντας της τη σιρκονφλέξ, έναν τόνο που κάπως μοιάζει της περισπωμένης.

Χαριτωμένο, δεν το λέω απαξιωτικά, και ευφάνταστο το άρθρο, μακριά όμως από κάθε επιστημονική αλλά και ιστορική αλήθεια, μακριά και από την πραγματικότητα, επιγράφεται: «Η θεία Δασεία και η μαντάμ Σιρκονφλέξ», και υπογράφεται από τη Ρίκα Βαγιάννη (Protagon.gr, 7.2.16).

Ξανάρχισαν τα όργανα, σκέφτηκα όταν το είδα, τις ίδιες μέρες που φούντωνε στη Γαλλία η αντίδραση για μια μετριοπαθέστατη ορθογραφική «μεταρρύθμιση», στην ουσία έναν περιορισμένο εξορθολογισμό, όπως ακριβώς εξορθολογισμός ήταν η καθιέρωση του μονοτονικού σ’ εμάς, αφού, υπενθυμίζω, ακόμα και ο Μπαμπινιώτης, μ’ όλη του την αδυναμία στο πολυτονικό (και την καθαρεύουσα, μην κρυβόμαστε), έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι το πολυτονικό στα νέα ελληνικά δεν στέκει.

Ξανάρχισαν λοιπόν τα όργανα, αν σταμάτησαν ποτέ, ίδια, πανομοιότυπα, και εδώ και στη σύμμαχο χώρα, για θέμα καθαρά ορθογραφικό, που πάλι μας έχει δείξει και η ιστορία και το έχει αποτυπώσει η επιστήμη πως η γραφή δεν επηρεάζει τη γλώσσα. Όμως η σύγχυση είναι παλιά, αυτή θα έκανε τον Πλάτωνα να αποφαίνεται στον Φαίδρο (276a) πως «ο λόγος είναι ο ζωντανός και έμψυχος· η γραφή του είναι απλώς το είδωλό του».

Έτσι, η συμπαθέστατη Ρίκα Βαγιάνη, που είχε βάλει τα κλάματα, όπως μας διαβεβαιώνει, όταν καταργήθηκε το πολυτονικό, και αναρωτιόταν από τότε: «Πώς γίνεται να πεις “σ’ αγαπώ” χωρίς περισπωμένη;», φτάνει να γράφει τώρα πως:

«Ίσως η χειρότερη συνέπεια της κατάργησης του πολυτονικού, των Αρχαίων, ακόμα και της –χρησιμότατης για τις κλασσικές σπουδές– καθαρεύουσας, δεν ήταν τόσο η εκφραστική φτώχεια που ρήμαξε τη σκέψη μας όσο η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία.

»Η ελληνική γλώσσα με όλα της τα σύγχρονα προικιά και τα αρχαία μπιχλιμπίδια, αντί να φυλαχθεί ως ανεκτίμητος θησαυρός από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παραπετάχτηκε σαν “αστικό κατάλοιπο” στο περιθώριο». «Εκεί τη βρήκαν» συνεχίζει «και (τάχα μου) την πήραν υπό την προστασία τους δυνάμεις θεοσκότεινες…», οι νεοναζιστές, υπαινίσσεται αμέσως μετά, του «ηγέρθιτου» (!), και γι’ αυτό: «Δεν μπορώ να κρύψω πως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όταν βλέπω πλέον κείμενο τυπωμένο σε πολυτονικό, μπαίνω αυτομάτως σε αμυντική  φάση “αλέρτ-αντιφά”».

Θα ’ταν αλήθεια άδικο να σχολιάσω πια εδώ, πόσο μάλλον να ρωτήσω πώς καταργήθηκαν τα αρχαία, ή μήπως πρόκειται για το απλώς ψευδές πως καταργήθηκε η διδασκαλία τους, κι αφήνω και τη «χρησιμότατη» (κατά τη νέα μόδα: είπαμε πολλά εδώ τελευταία) καθαρεύουσα: στάθηκα αρκετά σ’ αυτό το άρθρο επειδή αναπαράγει όλους τους παμπάλαιους κοινούς τόπους και τις επάλληλες συγχύσεις για τη γλώσσα, στερεότυπα που τα ακούμε τώρα πανομοιότυπα, όπως είπα, από τη χώρα του Διαφωτισμού, και μάλιστα για «αναστάτωση» πολύ μικρότερης έκτασης, εντέλει, απ’ όσο μπορεί να είναι η μετάβαση από το πολυτονικό στο μονοτονικό.

Υπάρχει ωστόσο κάτι που σε μια πρώτη, επιφανειακή προσέγγιση μοιάζει να έχει κάποια βάση, ότι οι ορθογραφικές αλλαγές επηρεάζουν την ιστορικότητα της γλώσσας και της γραφής, ακριβέστερα ότι παραβιάζουν την ιστορία της γραφής της γλώσσας· κι αυτό οδηγεί ακόμα και καλοπροαίρετους  να πιστέψουν πως καταργείται η ιστορική ορθογραφία, να θεωρήσουν δηλαδή κατάργηση κάθε στοιχειώδη εξορθολογισμό, που μάλιστα ακολουθεί κάθε φορά με μεγάλη χρονική καθυστέρηση ουσιαστικές γλωσσικές αλλαγές, εν προκειμένω σε μορφοφωνολογικό επίπεδο.

Δεν καταργείται λοιπόν η ιστορική ορθογραφία, ούτε η ελληνική ούτε η γαλλική: αν ξεκινήσουμε από τα δικά μας, μπροστά μας τα έχουμε ακόμα όλα τα [i]: ι, η, υ, οι, ει, υι, και τα [e]: ε και αι, και τα [ο]: ο και ω, μπροστά μας και τα διπλά σύμφωνα, και στον άρρωστο και στην αλλαγή και στο διάλειμμα. Απλώς με τα χρόνια εξομαλύνονται διάφοροι τύποι, όπως στον προφορικό έτσι και στον γραπτό λόγο, ακολουθούν άλλους, επικρατέστερους κ.ο.κ. Έτσι, κατά το Γιάννης, από το Ιωάννης, γράφουμε Δημήτρης, αντί για Δημήτρις, από το Δημήτριος, και Βασίλης, αντί για Βασίλεις, από το Βασίλειος. Ή αλλιώς, δεν γράφουμε, όπως έγραφαν επιστήμονες του διαμετρήματος του Γ. Ν. Χατζιδάκι κ.ά., δράκως, από το δράκων, ’υρίσκω, από το ευρίσκω, και κωπέλλα και τημώνι και βαρκάροιδες και ψαίλνω.

Για τους Γάλλους, την άλλη φορά.

buzz it!