13/11/16

Ο δικός μας Άδωνης

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Νοεμ. 2016)


Δικός μας από πού κι ώς πού, ντροπή και να το λέει κανείς. Όμως έτσι είναι, για την ακρίβεια: ντροπή πάνω στην ντροπή, που θαρρείς και έτσι ανάγεται στη νιοστή, μέσα από κάποια περίπλοκα μαθηματικά, ιδεολογικά μαζί και, τι να γίνει, συναισθηματικά. Δικός μας, και δεν πά’ να βάλετε όσα θέλετε εισαγωγικά, την ευθύνη του καθενός μας, ουσιαστικά, μαζί με την ντροπή, ξανά, δεν την ακυρώνουν, ούτε καν τη μετριάζουν, δικός μας λοιπόν ήδη σαν μέλος της συγκυβέρνησης, της συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ, που πάει, το καταλάβαμε  (όσοι, εννοείται) και το δεχτήκαμε, με όλη πάντως την ντροπή, το ξαναματαλέω, και τώρα πια, το αποκορύφωμα, μέλος της ίδιας της κυβέρνησης, σημαίνον μάλιστα, υφυπουργός, ω ναι, παιδείας. Έτσι λοιπόν δικός, ολοδικός μας, να δοκιμάζει, και δι’ αυτού ο ίδιος φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ, να δοκιμάζουνε λοιπόν τις αντοχές μας, με τον σαδιστικότερο μάλιστα τρόπο.

Και γιατί Άδωνης; Όχι, όχι για την ιδεολογία τους και ας μην είναι λίγα ή μικρά κι ασήμαντα όσα τους ενώνουν, ο εθνικισμός προπάντων και η πατριδολαγνεία, μα για τον τρόπο τους, το ύφος. Και πάλι όχι για το τσαμπουκαλίκι, δεν λείψαν δα τα συγγενή λουλούδια, από Πάγκαλο και Κανέλλη έως Ψαριανό, μα για τον τρόπο, ξαναλέω, τον καθαρά και επιθετικά θεατρινίστικο, το καραγκιοζιλίκι πιο απλά, την αυτοκαραγκιοζοποίηση, καθώς καλά το ξέρουν, και η πραγματικότητα δεν παύει να τους επιβεβαιώνει, πως όσο πιο θεατρινίστικα γελοίοι τόσο πιο αποτελεσματικά χτίζουν τη δημόσια εικόνα τους, και βέβαια την καριέρα τους: αντιπρόεδρος συντηρητικής μεν αλλά φιλελεύθερης, διάολε, παράταξης ο ένας, και αφού πρώτα διατέλεσε υπουργός κυβέρνησης με σοσιαλιστική καταγωγή, και ο άλλος υφυπουργός μιας όσο αριστερής, πάντως αυτοπροσδιοριζόμενης αριστερής κυβέρνησης, με συντριπτική πάντως πλειοψηφία των αριστερογενών δυνάμεων απέναντι στους ακροδεξιάς κοπής ΑΝΕΛ.

Απ’ τη στιγμή που γράφεται το κομμάτι αυτό ώσπου να δημοσιευτεί, είναι σίγουρο πως άλλα τόσα ή και πιο πολλά θα έχουν γραφτεί. Όμως, ματαιότητα ξεματαιότητα, είναι πράγματα που πρέπει να λέγονται και να ξαναλέγονται, είναι κυρίως περιστάσεις όπου όσοι έχουμε το οσοδήποτε μικρό δημόσιο βήμα οφείλουμε να παίρνουμε τον λόγο, κάπως σαν να ψηφίζουμε εντέλει, δημόσια πάλι, ώστε να εκτιθέμεθα κιόλας.

Έτσι ανέβαλα και τη συνέχεια περί Κούντερα, για την αλλαγή του εμβληματικού τίτλου του μυθιστορήματός του Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, έπειτα από συζήτηση, όπως έγραφα, με τον ίδιο. Φτάσαμε όμως στην αβάσταχτη ελαφρότητα του γελοίου, στην αβάσταχτη γελοιότητα του γελοίου. Που πρέπει ωστόσο να τη δούμε στο πολιτικό της πλαίσιο, στην πολιτική πραγματικότητα:

Έναν ανασχηματισμό όπου δεσπόζει η αποπομπή Φίλη από το Παιδείας, έπειτα από τον στυγνό εκβιασμό του “προβληματικού” αρχιεπισκόπου, που άλλα έλεγε χτες και άλλα, πολύ άλλα, σήμερα, έπειτα από τον θρίαμβο της εκκλησίας στη σκοταδιστικότερη εκδοχή της, για να μην πω της σκοταδιστικής κάθε που πρέπει ή που θέλει εκκλησίας. Έπειτα από τον θρίαμβο λοιπόν της εκκλησίας, που σημαίνει ήττα της πολιτείας, ειδικότερα της κυβέρνησης, ειδικότατα του ΣΥΡΙΖΑ.

Βέβαια, είναι γνωστό και το ’χω ξαναγράψει, και με ήττες κάποτε προχωράει κανείς, χωρίς αυτό να μας εφησυχάζει ή κυρίως να προάγει τον πολιτικό αμοραλισμό. Μπορεί λοιπόν να προχωράει κανείς και με ήττες, μόνο που κάποιες είναι ήττες επονείδιστες. Όπως αυτή.

Κι αν έπρεπε να υποκύψει τώρα η κυβέρνηση, αν μ’ άλλα λόγια δεν υπήρχε περιθώριο για σύγκρουση με την εκκλησία, και έπρεπε να θυσιαστεί ο Φίλης, από τους λίγους υπουργούς με ιδέες και ήδη έργο, προς τι Ζουράρις; Κι αν πάντως έχουμε στη θέση Φίλη την επιλογή Γαβρόγλου, ενός ανθρώπου μια ζωή στην εκπαίδευση και τα προβλήματά της, προς τι Ζουράρις αποδίπλα, ένας επιδειξίας τουρίστας των γραμμάτων και απλώς ημιμαθής, με τις παντελώς άκυρες και ανελλήνιστες πομφόλυγές του, που θαμπώνουν τους καλόπιστους και έτοιμους να θαμπωθούν: αρχαία, σου λέει, μοιάζουν, σωστά θα είναι, ο πάντως σταθμευμένος στις παιδαγωγικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα, με τις πιο κραυγαλέα αντιεπιστημονικές απόψεις στο γλωσσικό, στη θέση των αρχαίων κ.ά.

Αν μόνο ανοίγαμε ποτέ ένα λεξικό, όλοι εμείς και όσοι τον όρισαν υφυπουργό, τέτοιο καιρικό φαινόμενο Ζουράρις απλούστατα δεν θα υπήρχε. Ας το παίξουμε έστω τώρα το παιχνίδι, ιδού η πρόκληση προς όλους τους φιλομαθείς, ελάχιστα από όσα έχω σημειώσει: μεταφράστε, βρείτε το κενό: «καλλίπυγος μαγωδία», «θυρανοίξια που εγκαινιάζουν οι Ισχυροί», «κυρία πρόεδρε, την ευωχία μου προς εσάς», «καλλιεπή αγοράκια ώστε να τα πηδάνε οι Τούρκοι», «τα καθ’ ημάς μέζεα του κατωτέρου στεατοπυγικού μας υποσυστήματος», «τετραηχία τεσσάρων φθόγγων».

Φτάνουν αυτά, εξ όνυχος ο… λέων, κι ας μένει έπειτα ο εθνικιστής και μακεδονομάχος, μαζί κι ο κοπρολόγος και ο γελωτοποιός.

buzz it!

5/11/16

O Κούντερα και οι μεταφράσεις του

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Νοεμ. 2016)



Την πονεμένη ιστορία των μεταφράσεών του, ειδικότερα του Αστείου, την έχει πει ο ίδιος ο Κούντερα: πέντε σελίδες με μικρά τυπογραφικά στοιχεία στο τέλος της «οριστικής γαλλικής μετάφρασης» του 1985, δεκαεφτά χρόνια από την πρώτη γαλλική έκδοση, ιστορούν τη γαλλική μεταφραστική περιπέτεια· ενώ τεσσερισήμισι πυκνοτυπωμένες σελίδες στην αρχή της πέμπτης (!) αγγλικής εκδοχής του Αστείου, το 1992 πια, ιστορούν τα σαράντα κύματα από τα οποία πέρασε η αγγλική μετάφραση.

Μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα εύγλωττη αναφορά στη μεταφραστική τύχη πάντα του Αστείου μας δίνει και το 1986, στην Τέχνη του μυθιστορήματος (μετ. Φ. Δ. Δρακονταειδής, Εστία, 1988, σ. 133): «Το 1968 και 1969 το Αστείο μεταφράστηκε σε όλες τις γλώσσες της Δύσης. Τι εκπλήξεις όμως! Στη Γαλλία ο μεταφραστής είχε ξαναγράψει το μυθιστόρημα στολίζοντας το ύφος μου. Στην Αγγλία ο εκδότης είχε κόψει όλα τα περάσματα με τους στοχασμούς, είχε απαλείψει τα μουσικολογικά κεφάλαια, είχε αλλάξει τη σειρά των μερών, είχε ανασυνθέσει το μυθιστόρημα. Σε μιαν άλλη χώρα: Συναντάω τον μεταφραστή μου: δεν ξέρει ούτε μια τσέχικη λέξη. “Πώς μεταφράσατε;” Απαντάει: “Με την καρδιά μου” και μου δείχνει τη φωτογραφία μου, που τη βγάζει από το πορτοφόλι του. Ήταν τόσο συμπαθητικός, ώστε λίγο ακόμα και θα πίστευα πως θα μπορούσε κανείς στ’ αλήθεια να μεταφράσει χάρη σε μια τηλεπάθεια της καρδιάς. Βέβαια, το πράγμα ήταν απλούστερο: είχε μεταφράσει ξεκινώντας από το γαλλικό rewriting, όπως ακριβώς κι ο μεταφραστής στην Αργεντινή…» Στην Αμερική επίσης το Αστείο εκδίδεται με συστηματικές συντομεύσεις, και τα τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας του συγγραφέα προς τον εκδότη μένουν αναπάντητα: «Ο Αμερικανός εκδότης ήταν έτοιμος να δείξει τη συμπάθειά του στους λογοκριμένους συγγραφείς στις κομμουνιστικές χώρες, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι θα υποκύψουν στη λογοκρισία που επέβαλλε ο ίδιος για εμπορικούς λόγους» γράφει ο Κούντερα στον αγγλικό πρόλογο του 1992.

Το καίριο πλήγμα είχε έρθει το 1979, όταν ο Αλαίν Φινκελκρώτ, σε συνέντευξη για την Corriere della sera, τον ρωτάει: «Το ανθηρό και μπαρόκ ύφος σας στο Αστείο έγινε απέριττο και διαυγές στα επόμενα βιβλία σας. Γιατί αυτή η αλλαγή;» «Τι; Το ανθηρό και μπαρόκ ύφος μου;» μένει ενεός ο Κούντερα, και πιάνει και διαβάζει τη γαλλική μετάφραση: το λιτό, προγραμματικά αντιλυρικό ύφος του έχει παραφορτωθεί με μεταφορές και «καλολογικά στοιχεία», έχει αλλοιωθεί η γλώσσα, άρα και ο χαρακτήρας, των προσώπων του έργου, π.χ. ο αυστηρά λιτός λόγος του κεντρικού ήρωα, που κυριαρχεί σαν αφηγητής στα δύο τρίτα του βιβλίου, γίνεται ένα μείγμα αργκό και εξεζητημένων λέξεων· γενικότερα, πλείστες όσες αδυναμίες και αυθαιρεσίες κάνουν τον Κούντερα να γράφει το 1985: «Ναι, ακόμα και σήμερα νιώθω δυστυχής μ’ αυτή την ιστορία. Να σκέφτομαι ότι επί δώδεκα χρόνια, σε πλήθος ανατυπώσεις, το Αστείο κυκλοφορούσε στη Γαλλία μασκαρεμένο κατ’ αυτό τον τρόπο!...»

«Το σοκ που μου προκάλεσαν οι μεταφράσεις του Αστείου με σημάδεψε για πάντα. [...] Για μένα, που έχω ουσιαστικά χάσει το τσέχικο κοινό, οι μεταφράσεις αντιπροσωπεύουν το παν» γράφει στην Τέχνη του μυθιστορήματος. Έτσι, προχωρεί εσπευσμένα στον έλεγχο και την αναθεώρηση των μεταφράσεων των έργων του «στις τρεις-τέσσερις γλώσσες που μπορ[εί] να διαβάζ[ει]» (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά), ένα «σισύφειο έργο [στο οποίο] αφιερών[ει] περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι στο ίδιο το γράψιμο».

Οι γαλλικές ειδικά μεταφράσεις, «μεταξύ 1985 και 1987 [...] αναθεωρήθηκαν πλήρως από τον ίδιο τον συγγραφέα και έχουν έκτοτε την ίδια ισχύ πρωτοτύπου με το τσέχικο κείμενο», όπως σημειώνεται σε εμφανή θέση στις πρώτες σελίδες των γαλλικών εκδόσεων. Έτσι, και με τα έργα πια που είναι γραμμένα κατευθείαν στα γαλλικά, δοκίμια και μυθιστορήματα, ο Κούντερα σχηματίζει εντέλει ένα γαλλικό corpus, το οποίο φτάνει να είναι περισσότερο ενημερωμένο από το τσέχικο, με επιμέρους μικροδιορθώσεις και αλλαγές που επιφέρει κάθε τόσο, αφήνοντας τις λιγοστές τσέχικες εκδόσεις να ακολουθούν τον μοναχικό τους δρόμο στην παρανομία, καθώς στη χώρα του εξακολουθούσε να είναι απαγορευμένος. Χαρακτηριστικά, η Αβάσταχτη ελαφρότητα πρωτοκυκλοφορεί και αυτή στη Γαλλία το 1984, αναθεωρείται αμέσως μετά, μαζί με τις άλλες μεταφράσεις, και ξανακυκλοφορεί το 1987, ενώ στη χώρα του εκδίδεται μόλις το 2006!

Από αυτό το γαλλικό corpus προτιμά να μεταφράζεται πια, θεωρώντας εύλογα πως διατηρεί ευκολότερα τον έλεγχο των μεταφράσεων, με την έννοια π.χ. ότι ευκολότερα βρίσκονται γαλλομαθείς παρά τσεχομαθείς μεταφραστές. 

Και εδώ μπαίνει στην ιστορία η αφεντιά μου, όταν το 1995, έπειτα από τη μετάφραση του δοκιμίου του Προδομένες διαθήκες και τη στενή συνεργασία μας, προτείνει να ξαναμεταφραστούν και τα παλαιότερα μυθιστορήματά του με βάση τις αναθεωρημένες πια γαλλικές μεταφράσεις, σχέδιο που έφτασε αισίως, χάρη και στη συνεχή, γενναιόδωρη συνδρομή του, στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, που μόλις κυκλοφόρησε με ελαφρά αλλαγμένο τον τίτλο, έπειτα από συζήτηση φυσικά με τον ίδιο, σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης· για την αλλαγή αυτή αξίζει να γίνει εκτενέστερος λόγος: την επόμενη φορά.

buzz it!

29/10/16

Κάποτε έχει κόκαλα η γλώσσα (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Οκτ. 2016)


Από μικροί μαθαίνουμε τι είναι λ.χ. γάτα, μαθαίνουμε τη λέξη και την έννοια γάτα, μαθαίνουμε και τη λέξη/έννοια μαύρος-η-ο, χωρίς να ξέρουμε και χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε την προέλευση, την ετυμολογία κάθε λέξης, και προπαντός χωρίς να μας εμποδίζει η «άγνοια» αυτή να τις χρησιμοποιούμε κατά τις ανάγκες μας στην επικοινωνία μας με τους άλλους. Απ’ τη στιγμή όμως που θα τις μάθουμε αυτές τις δύο λέξεις, είναι αυτονόητο πως με τη σύναψη μαύρη γάτα θα καταλαβαίνουμε πάντα μια γάτα με μαύρο χρώμα και όχι με άσπρο ή κανελλί, πολύ περισσότερο όχι γάτα χαδιάρα, παιχνιδιάρα κτλ.

Κάπως έτσι τέλειωνα την περασμένη φορά, μιλώντας για τον τρόπο πρόσληψης μιας λέξης, που το σημαινόμενό της θα τη συνοδεύει εφεξής σε κάθε πιθανό συνδυασμό με άλλη, επίσης γνωστή και δεδομένη λέξη.

Ωστόσο, έτσι και οριστεί, οσοδήποτε αυθαίρετα ή και παράλογα, κάποιο καινούριο νόημα που θα «επικυρωθεί» μέσα από τη χρήση, παύει θεωρητικά κάθε συζήτηση. Αν δηλαδή σε συγκεκριμένο χώρο, επαγγελματικό ή άλλο, αποφασιστεί ότι η μαύρη γάτα θα σημαίνει πλέον όντως άσπρη γάτα, ακόμα ακόμα: μεγαλόσωμος σκύλος, έως και: πορτοκαλεώνας κ.ο.κ., πάει τελείωσε, στον συγκεκριμένο πάντα χώρο θα επικρατεί αυτή η νέα και ειδική σημασία, σήμα να χαρακτηρίζει τους μυημένους του κλαμπ, και πάντως να μνημειώνει τα κάποτε γοητευτικά μες στην αυθαιρεσία τους παιχνίδια ή καπρίτσια της γλώσσας –τα δικά μας εντέλει καπρίτσια, εξού και συνεχίζεται, και έχει πάντοτε νόημα, όπως το ’χουμε χιλιοπεί, αυτή η συζήτηση.

Τέτοιες λέξεις με νέα σημασία ή συνάψεις λέξεων βρίσκουμε άφθονες σε κάθε εποχή, ας επικεντρωθούμε όμως, «ας αξονάρουμε», όπως λέει γνωστό λαϊφστάιλ περιοδικό, στις τελευταίες δεκαετίες. Και σ’ ένα λαϊφστάιλ περιοδικό, αμέσως αμέσως, θα βρούμε να φιγουράρει στην ταυτότητά του, έπειτα από το Δημοσιογραφικό Τμήμα και το Εμπορικό, κάποιο Δημιουργικό Τμήμα, ή σκέτα Δημιουργικό: είναι «προφανώς» το καλλιτεχνικό τμήμα, οι γραφίστες κτλ., όπως εξάλλου και στα διαφημιστικά γραφεία κ.α. Αλλά από πότε έχασε το καλλιτεχνικό την ιδιαίτερη και ίσα ίσα αυξημένου κύρους σημασία του; Είπα «προφανώς»· αν όμως ρωτήσουμε τον μέσο και όχι μόνο χρήστη, θα μας πει πως Δημιουργικό είναι π.χ. οι συντάκτες. Εντέλει το μόνο προφανές είναι η μηχανική μετάφραση του creative team, που μας χαρίζει τώρα πλήθος δημιουργούς και δημιουργίες, που ωχριούν μπροστά τους πια οι καλλιτεχνίες. Κάπου εδώ ανθεί εξάλλου και η περίφημη δημιουργική γραφή.

Ανάλογη αδιαφάνεια χαρακτηρίζει και όρους όπως η τοποθέτηση προϊόντος σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Πώς βρέθηκε να το λέμε έτσι αυτό που κάποτε ήταν σκέτα γκρίζα διαφήμιση, διαφήμιση δηλαδή έμμεση και στη ζούλα, και τώρα είναι κατά κανόνα απροκάλυπτη και νόμιμη, απλώς διαφορετική σαν τύπος από τη γνωστή εμπορική διαφήμιση ενός προϊόντος;

Και το περίφημο βιώσιμο χρέος; σε πείσμα κάθε γνωστής σημασίας τού βιώσιμος; Προφανώς, αντιμετωπίσιμο εννοούμε, που μπορούμε δηλαδή να το αντιμετωπίσουμε, άντε να το «εξυπηρετήσουμε», όπως πάλι λέγεται, δηλαδή να μπορούμε να ξεχρεώνουμε λίγο λίγο. Ε, και γιατί τότε δεν το λέμε ακριβώς αντιμετωπίσιμο;

Ακόμα πιο δύστροπα εμφανίζονται τα πράγματα με την ανθρωπιστική κρίση, τον ανθρωπιστικό εφιάλτη κτλ., παραδοξολογία που κλιμακώνεται στην όλο και πιο κοινόχρηστη ανθρωπιστική καταστροφή. Γιατί πώς νοείται το ίδιο επίθετο: ανθρωπιστικός-ή-ό, ένα επίθετο με θετική και μόνο σημασία, που χαρακτηρίζει π.χ. τη βοήθεια που παρέχεται στα θύματα ενός πολέμου: ανθρωπιστική βοήθεια, να χαρακτηρίζει και τη δημιουργία θυμάτων πολέμου: ανθρωπιστική καταστροφή! Μηχανική μετάφραση, βεβαίως, του humanitarian disaster, όπου όμως το humanitarian δεν σημαίνει μόνο ανθρωπιστικός αλλά και ανθρώπινος, και το disaster δεν σημαίνει μόνο καταστροφή, αλλά και συμφορά και όλεθρος.

Κορωνίδα όμως της γλωσσικής παραδοξότητας και αυθαιρεσίας, καθαρή ανοησία, με το συμπάθιο, ένας όρος που με τίποτα δεν ξεκλειδώνει τη σημασία του είναι ο κοινωνικός αυτοματισμός: δύο άμεσα αναγνωρίσιμες, κοινές λέξεις, που συνδυαζόμενες δεν δηλώνουν απολύτως τίποτα. Πρόκειται για την αντίδραση, λέει, της ευρύτερης κοινωνίας απέναντι σε επαγγελματικές ομάδες που απεργούν: απεργούν οι οδηγοί λεωφορείων, και ο κόσμος που δεν μπορεί να πάει στη δουλειά του αγανακτεί, αγανάκτηση την οποία υποκινούν τα κατά κανόνα συστημικά ΜΜΕ και οι αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις –τουλάχιστον στην προσυριζαϊκή εποχή, αφού πλέον μίντια και συστημικές δυνάμεις στέκονται απαρασάλευτα στο πλευρό των όποιων απεργών.

Αλλά αν έτσι ξαναγράφεται η ιστορία των κοινωνικών π.χ. αγώνων, εξίσου εύλογο είναι να ξαναγράφεται, να ανατρέπεται, να επαναπροσδιορίζεται κ.ο.κ. η σημασία λέξεων, της ίδιας της γλώσσας –και δεν αστειεύομαι, τώρα: να τα θυμόμαστε ωστόσο όλα αυτά, κάθε που σκοντάφτουμε στα πάσης φύσεως ιδεολογήματα για τη γλώσσα, τη «σημασιολογική» όπως μυθολογείται όλο και πιο συχνά εσχάτως, αντιεπιστημονικότατα βεβαίως, αλλά και αντιλογικότατα, ξανά με το συμπάθιο.

buzz it!

22/10/16

Κάποτε έχει κόκαλα η γλώσσα (α΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Οκτ. 2016)


Στο τακτικό δρομολόγιο για την εκκλησία, στην πλατεία αριστερά, ήταν μια μάντρα οικοδομών: ένα μεγάλο οικόπεδο με το σπίτι στη μέση και διάφορα υλικά μπροστά, ασβέστης, αμμοχάλικο, τούβλα, σε ακανόνιστους σωρούς, κι ένα παλιό φορτηγό απέξω: «μάντρα οικοδομών», πώς να χωρέσει αυτό στο παιδικό μυαλό, τι σχέση είχε δηλαδή όλο αυτό το σύνολο με τη μόνη μάντρα που ήξερα, τη μάντρα του σπιτιού μας;

Αλλά το σωστό βασανιστήριο ήρθε λίγο αργότερα, όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, στο σχολείο δίπλα απ’ την εκκλησία, περνώντας δηλαδή και πάλι, και τώρα καθημερινά, μπροστά απ’ τη «μάντρα οικοδομών». Πριν αρχίσω το σχολείο, ήξερα, φυσικά, κάποιο σχετικό λεξιλόγιο: δασκάλα, βιβλία, τετράδια, τάξεις: τάξεις τα δωμάτια που τα λέγανε αίθουσες, αλλά και τάξεις η Α΄ τάξις, η Β΄, η Γ΄ κτλ., άλλο μικροπαράδοξο κι αυτό! Στο σχολείο πια έμαθα κι άλλες σχετικές λέξεις, και από τις πρώτες ήταν η έδρα, το τραπέζι-γραφείο όπου καθόταν η κυρία Φραγκίσκη με τη μακριά βέργα της, που ποτέ δεν έμεινε ανενεργή στα χέρια της.

Κι αφού άρχισα να διαβάζω, συλλάβισα κάποια μέρα κι αυτά που έγραφε το φορτηγό της μάντρας στο πλάι του, μέσα σ’ ένα παραλληλόγραμμο: ΕΔΡΑ ΑΘΗΝΑΙ. Μη χειρότερα, άκου «έδρα», «έδρα Αθήναι», ό,τι είχα μάθει την έδρα της κυρίας Φραγκίσκης, δηλαδή το ήδη γνωστό μου τραπέζι ή γραφείο, που έπρεπε να το μάθω τώρα και να το λέω έδρα! Ρωτούσα τα μεγαλύτερα παιδιά, κανένα δεν ήξερε να μου πει· «νά», μου δείχναν το παραλληλόγραμμο, «αυτό είναι η έδρα, σαν την έδρα της δασκάλας» –με κορόιδευαν ή όχι, δεν καταλάβαινα, πάντως με μπέρδευαν περισσότερο.

Ότι έτσι γίνεται με τις λέξεις το κατάλαβα πολύ αργότερα, μάλλον το πήρα απόφαση, όσο πλήθαιναν τέτοιες περιπτώσεις, λέξεις που μοιάζει να κοντράρουν άλλες, και λέξεις που δεν τις καταλαβαίνουμε άμεσα, δεν έχουν κάποια προφανή λογική, τις μαθαίνουμε όμως όπως μας τις λένε, τις ακούμε ή τις διαβάζουμε –αυτό είν’ όλο. Αυτό που γίνεται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, μ’ όλα τα παιδιά του κόσμου, που και βέβαια είναι πλήρεις κάτοχοι της γλώσσας τους (της δομής δηλαδή, γιατί αυτό είναι κυρίως, κυριότατα, η γλώσσα) όταν φτάνουν να πάνε σχολείο, την καλλιεργούν όμως από κει και πέρα, εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους κτλ.

Και όταν λέμε «εμπλουτίζουν», μαθαίνουν, μαθαίνουμε συνέχεια λέξεις, από διάφορα γνωστικά πεδία και επιστήμες, και τις ενσωματώνουμε στον λόγο μας, ανάλογα με τις ανάγκες του ο καθένας· πάντως, παραλαμβάνουμε λέξεις «έτοιμες», χωρίς να ξέρουμε την ιστορία τους, την προέλευση ή την ετυμολογία τους –που πολλές φορές απλούστατα δεν υπάρχει, δηλαδή δεν είναι διακριβωμένη ούτε για τους ειδικούς επιστήμονες. Χρησιμοποιούμε έτσι όλοι όλων των κοινωνικών τάξεων τη λέξη άνθρωπος χωρίς να ξέρουμε, ουσιαστικά: χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε πως είναι «αβέβαιου ή άγνωστου ετύμου» –και μένουν να βαυκαλίζονται όσοι πιστεύουν την περίφημη παρετυμολογία της, πως τάχα είναι ο άνω θρώσκων, αυτός που κοιτάζει ψηλά, «γνώση» πάντως που σε τίποτα δεν άλλαξε τη χρήση που έκαναν και πριν μάθουν την παρετυμολογία, σε τίποτα δεν άλλαξε δηλαδή τη γλώσσα τους. Το ίδιο χρησιμοποιούμε όλοι τη λέξη θάλασσα, τη βλέπουμε τη θάλασσα, κολυμπούμε, ταξιδεύουμε σ’ αυτήν, πάλι χωρίς να ξέρουμε ότι κι αυτή είναι άγνωστης ετυμολογίας. Ούτε η αραβική καταγωγή της λ. γάιδαρος ή η παρετυμολόγησή της από το αεί δέρω διαμορφώνει αναλόγως τη σχέση του χωρικού με το γαϊδουράκι του. Ούτε το ότι η αρχαία λέξη παράδεισος είναι περσική, ακόμα κι αν δεν το πιστεύει κανείς, αλλάζει την πίστη του στον παράδεισο και την προσδοκία του να πάει πεθαίνοντας σ’ αυτόν.

Άλλο η γνώση της γλώσσας, δηλαδή, γνώση ενδιάθετη στον φυσικό ομιλητή, κι άλλο η γνώση για τη γλώσσα· άλλο μαθαίνω, καλλιεργώ κτλ. τη γλώσσα, κι άλλο μαθαίνω για τη γλώσσα –γνώση οπωσδήποτε γοητευτική, συναρπαστική ιδίως όσον αφορά την ετυμολογία, που όμως δεν επηρεάζει την ίδια τη γλώσσα, και προπαντός τη χρήση της.

Με λέξεις λοιπόν γνωστής ή άγνωστης ετυμολογίας, άσχετο, πάντως άγνωστης σχεδόν στο σύνολο των χρηστών μιας γλώσσας, επικοινωνούμε ανεμπόδιστα σε όλα τα επίπεδα, ικανοποιούμε όλες τις εκφραστικές ανάγκες μας. Όταν όμως μάθουμε τη λέξη λ.χ. γάτα, τι είναι γάτα, και μάθουμε και τη λέξη μαύρος-η-ο, είναι μοιραίο με τη σύναψη μαύρη γάτα να καταλαβαίνουμε πως μια γάτα είναι μαύρη, και όχι άσπρη, ή, σε άλλο επίπεδο, φουντωτή, χαδιάρα κ.ο.κ. Σ’ αυτό πια το σημείο αναζητούμε αναπόφευκτα, απαιτούμε, κάποια λογική διαφάνεια, ή σκέτα λογική, για την οποία έλεγα την περασμένη φορά, αναφερόμενος σε όρους όπως κοινωνικός αυτοματισμός, βιώσιμο χρέος κτλ.

buzz it!

20/10/16

Το είναι και/ή η ύπαρξη στον Κούντερα

Σχετικά με την αλλαγή στον τίτλο της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι, για την ώρα δυο γραμμές που έστειλα στην κ. Τίνα Μανδηλαρά που έγραψε κριτική στη LifO: 

 
[...] Καταρχήν η αλλαγή έγινε, φυσικά, έπειτα από συζήτηση με τον συγγραφέα.

Πέρα απ’ αυτό όμως, το βασικό, αν δει κανείς το γαλλικό πρωτότυπο (όπως το θεωρεί ο ίδιος ο συγγραφέας), το είναι (l’être) και η ύπαρξη (lexistence) εναλλάσσονται σ' όλο το βιβλίο, ενώ κάποτε χρησιμοποιείται και η ζωή (la vie). 

Το κλειδί, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκεται στη σελίδα 311 (ελλην. 344), όπου ο Κ. γράφει: «το πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης [...] μας λέει πως ο κόσμος πλάστηκε όπως ακριβώς έπρεπε, πως l’être est bon, άρα είναι καλό και να τεκνοποιούμε»:  l’être est bon, κατά λέξη= «το είναι είναι καλό πράγμα». Ούτε είναι λοιπόν, ούτε καν ύπαρξη, αλλά προπάντων ζωή. Εξού και σ’ αυτό ειδικά το σημείο, πάλι σε συμφωνία με τον συγγραφέα, η διατύπωση έγινε: «η ύπαρξη, η ζωή, είναι καλό πράγμα». 

Ακόμα περισσότερο, όμως, στη σελ. 307 (ελλην. 339) διαβάζουμε: «εάν δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ευγενές και στο ποταπό, [...] η ανθρώπινη ύπαρξη (existence) χάνει τις διαστάσεις της και αποκτά μιαν αβάσταχτη ελαφρότητα»: 

Ιδού ο «καινούριος» τίτλος δηλαδή.


buzz it!

15/10/16

Ο υπερθεματιστής και τα κοντόληκτα

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Οκτ. 2016)


Και τι ’ν’ αυτός ο υπερθεματιστής που μας βρήκε; Λίγος ή τι μας έπεφτε ο πλειοδότης; Και με εντυπωσιακή ταχύτητα, σε δυο-τρεις μέρες μέσα, βρέθηκε να καμαρώνει, καινούριο κοσκινάκι, σε όλα τα μέσα, έδωσε μάλιστα τάχιστα και τίτλο σε μια ενδιαφέρουσα επιφυλλίδα: «Υπερθεματιστές αβεβαιότητας και φόβου», που δεν αναφερόταν φυσικά στους νέους καναλάρχες αλλά στους ακροδεξιούς του AfD της Γερμανίας. Και δεν εξετάζω εδώ αν στα νομικά ισχύει ο όρος στην περίπτωση των πλειστηριασμών ενώ ο πλειοδότης σε διαγωνισμούς, άρα στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες θα ’πρεπε να μιλάμε για πλειοδότες και όχι για υπερθεματιστές· το θέμα είναι πώς κάθε τόσο θαμπωνόμαστε από έναν ειδικό όρο, άγνωστο ώς τότε στον καθημερινό (και όχι μόνο) λόγο και τον μεταφέρουμε έξω από τον εκάστοτε επιστημονικό ή άλλο χώρο, συχνά άκριτα και συχνότερα λάθος. Είναι λοιπόν το καινούριο κοσκινάκι, όπως ο μακαριστός, που έγραφα την περασμένη φορά, ο οποίος έφτασε να συνάπτεται μόνιμα με τον Χριστόδουλο, ακόμα κι από τους φανατικότερους αντιπάλους του –να χρησιμοποιείται δηλαδή λάθος.

Και τι είναι η μη υποβοηθούμενη ευθανασία, που έκανε την επιδεικτική γύρα της στα μέσα, αλλά έσβησε, θέλω να πιστεύω, μαζί με την επικαιρότητα; Τι είναι ο «θάνατος με αυτενέργεια», όπως βγήκε κι έλεγε τότε κάποιος στις ειδήσεις; Ένας «κομψότερος τρόπος να πούμε την αυτοκτονία», όπως ομολόγησε ο ίδιος; Ας μας λυπηθεί ο όποιος θεός της γλώσσας.

Το ’χουμε ξαναπεί άπειρες φορές, και θα το ξαναπούμε άλλες τόσες, πως έτσι προχωράνε οι γλώσσες, με αστοχίες, με κακόζηλα ή και λάθη, που σήμερα τα κατακρίνουμε, αύριο, αν και εφόσον επικρατήσουν, πράγμα διόλου αυτονόητο εξ ορισμού, θα μας φαίνονται εντελώς φυσιολογικά, σ’ εμάς τους ίδιους και σίγουρα στους νεότερους, που θα τα βρούνε έτοιμα σερβιρισμένα και παγιωμένα. Απλώς (διόλου απλώς εντέλει, αλλ’ ας είναι) συζητούμε, έχει νόημα να συζητούμε, οφείλουμε να τα συζητούμε όλα αυτά, να συζητούμε δηλαδή για τάσεις και στάσεις και ιδεολογίες –να συζητούμε ακριβώς για εμάς τους ίδιους.

Και αν σε τέτοιες περιπτώσεις, πέρα από σκέτη ενδεχομένως παρανόηση, μπορεί να δούμε κάποια εκζήτηση, χέρι χέρι με τη λογιόστροφη εποχή μας, έχουμε άλλες περιπτώσεις όπου νεολογισμοί οι οποίοι μας ξαφνιάζουν, όπως πάντοτε εξάλλου οι νεολογισμοί, που μοιάζουν κι αυτοί κακόζηλοι, μαρτυρούν εντέλει δημιουργική χρήση της γλώσσας, σίγουρα σε μια κατεύθυνση βραχυλογίας (σταθερή κι αυτή τάση της γλώσσας), χωρίς όμως ιδεολογικές προθέσεις και αντίστοιχες φορτίσεις:

Πρόσφατα ανακάλυψα τα κοντόληκτα τρόφιμα ή προϊόντα, και βρήκα ψάχνοντας τη μικρή διαδρομή τους τα τελευταία χρόνια, όπου προϊόντα που πρόκειται σύντομα να λήξουν, που είναι κοντά στην ημερομηνία λήξης, με κοντινή ημερομηνία λήξης, είτε πουλιούνται σε πολύ χαμηλότερη τιμή είτε διανέμονται σε οργανώσεις και άλλες δομές για αστέγους και γενικά ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες. Αιφνιδιάστηκα, ομολογώ· όσο όμως το κοιτούσα, είδα ακριβώς αυτό που χαρακτήρισα δημιουργική χρήση της γλώσσας: μονολεκτικός όρος στη θέση της περίφρασης, κυρίως όμως διαφανής ετυμολογικά, και, το πιο βασικό από μια άποψη, πέρα από ιδεογλωσσικές εμμονές. Στο ίδιο κείμενο είδα και τα εξίσου διαφανή ετυμολογικά κιλοτεμάχια: «δόθηκαν πάνω από 850.000 κιλοτεμάχια τροφίμων», προφανώς συσκευασίες του ενός κιλού. Θα σταθώ όμως στο ευρηματικό, πιστεύω, κοντόληκτα.

Που είναι, όπως είπα, έξω από ιδεογλωσσικές εμμονές: Ναι, γιατί αν κινούμασταν σε χώρο διανοουμενίστικο ή με διαφημιστές και κειμενογράφους λογιόπληκτους, είδος εν υπερεπαρκεία, θα είχαμε, στην καλύτερη περίπτωση, τρόφιμα ή προϊόντα «βραχύληκτα» –και πάλι επικαλούμαι τον θεό της γλώσσας, να μην τους δίνω ιδέες. «Βραχύληκτα», με προσφυγή στο καθαρά λόγιο επίθετο βραχύς-βραχεία-βραχύ, που ανασύρθηκε κάποια στιγμή και μετέφρασε τη short list για τα βραβεία, τη σύντομη, τη μικρή, την ό,τι θέλετε λίστα ή κατάλογο, την τελική επίσης, γιατί όχι, λίστα: τα τρία κατά κανόνα έως πέντε βιβλία που φτάνουν στην τελική αναμέτρηση για ένα βραβείο. Δίνει και παίρνει η βραχεία λίστα, ούτε καν η ξενική λέξη λίστα τούς χαλάει, απ’ την άλλη, τον τραχανά της αρχαιοπρέπειας· έως και την εκτρωματική γενική πληθυντικού: «των βραχειών λιστών» διαβάσαμε, πώς και πώς περιμένω να δω το (ανακουφιστικό πια) λάθος: «των βραχέων λιστών» –και δεν θα σχολιάσω εδώ την αδόκιμη γενική πληθυντικού «των λιστών», όπως «των βαρκών», «των σουπών» και «των σαμπανιών» (υπαρκτά βεβαίως παραδείγματα).

Άλλα όμως είναι πιο χαρακτηριστικά για τα παιχνίδια της γλώσσας, όπου θα ’λεγε κανείς πως έχει εντέλει κόκαλα η γλώσσα: όροι εδραιωμένοι πια, κι όμως χωρίς κάποια λογική έστω διαφάνεια, αν μπορώ να το πω έτσι, που μόνο με λυσάρι σού ανοίγονται: η ανθρωπιστική καταστροφή, ο κοινωνικός αυτοματισμός, το βιώσιμο χρέος κ.ά., που αξίζει να τα δούμε από κοντά μιαν άλλη φορά.

buzz it!

8/10/16

Καλαισθησία και ακαλαισθησία στην πολιτική - Εκκλησιαστικά γλωσσικά ρετάλια

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Οκτ. 2016, εδώ με μικροπροσθήκες)


Καλαισθησία και ακαλαισθησία στην πολιτική

Μόδιστροι και μοδίστρες και αμπιγιέρ και αμπιγιέζ, ή ενδυτές και ενδύτριες, όπως λογιοτατίζει λ.χ. το Εθνικό Θέατρο στα προγράμματά του, κομμωτές και κομμώτριες και γενικώς στιλίστες βλέπουν τα τελευταία χρόνια να τους τρώνε το ψωμί διάφοροι δημοσιολόγοι, όχι από τίποτα λαϊφσταϊλάτα έντυπα, αλλά από αριστοκράτισσες Καθημερινές και ευγενή Συγκροτήματα, χώρια τα πολιτικά κόμματα. Πρετεντέρης, Θεοδωρόπουλος, Κασιμάτης, Πάγκαλος, Άδωνης και λοιποί υποκατέστησαν την πολιτική κριτική με μια ξινή (και ξινισμένη, φυσικά) αισθητική, ενδυματολογική κτλ. –μαζί και με μια ψυχανάλυση πρωινάδικου.

Έτσι, μέτρο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ έγινε η μη γραβάτα του Τσίπρα και άλλων κυβερνητικών, το σακίδιο του «λέτσου» Τσακαλώτου, το σαν περούκα μαλλί του Κατρούγκαλου, το σβησμένο βλέμμα και τα μονίμως κόκκινα μάτια του Δρίτσα με την πάντα τρεμάμενη φωνή, που από ένα σημείο κι έπειτα αρχίζει και μασάει τα λόγια του, αλλά τι να σου κάνει, που είναι παντρεμένος με την κυρία Τασία, την οποία είναι έτσι υποχρεωμένος να βλέπει κάθε μέρα (τ’ ορκίζομαι, γραμμένα όλα αυτά, μέχρι κεραίας), το σκοτεινό ύφος του Μπαλτά και η βαθιά κατάθλιψη του βλέμματός του, ή η κοιλιά του επίσης λέτσου Φίλη (προ Αμβροσίου αυτά).

Ώσπου η αισθητική ξέφυγε τώρα από την όψη και πέρασε στην όντως πολιτική. Όπου «ερμηνεύει» δηλαδή πολιτικές πράξεις με αναγωγή στην αισθητική. Η «“επιχείρηση” Καλογρίτσα» και η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ για «μόνιμη ιδιοποίηση της εξουσίας» κρίνεται από την «αισθητική ποιότητά» της, που «δεν είναι διαφορετική από εκείνη των υπόλοιπων ενεργειών που συνθέτουν αυτή την απόπειρα, δηλαδή από τη γενική αισθητική του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι η συνισταμένη της αισθητικής των μελών του, κυβερνητικών και μη»: Έτσι θέτει το πλαίσιο στο οποίο εξετάζει «Τα τέσσερα ρεκόρ του ΣΥΡΙΖΑ» ο πανεπιστημιακός καθηγητής Νάσος Βαγενάς (Το Βήμα 2/10).

Το θέμα προφανώς δεν είναι η όποια και οσοδήποτε σκληρή κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ και τα κατά τον κ. καθηγητή ρεκόρ του, άλλα πανευρωπαϊκά, άλλα παγκόσμια, όπως τα βαθμολογεί, από την «ταχύτητα της περίφημης κυβίστησης» και το μέγεθός της κτλ., όσο η αυτοακύρωση της κριτικής απ’ τη στιγμή που εμπρόθετα μετακομίζει από την πολιτική στην αισθητική: «το αισθητικό» επιμένει ο ίδιος πως είναι το θέμα του (η «έκφραση της αισθητικής», «οι ακαλαίσθητοι κανόνες του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες» κ.ά.), που φτάνει «στην κορυφαία –υψηλότερη από κάθε άλλη ελληνική και ευρωπαϊκή– επίδοση κυβερνητικής ακαλαισθησίας»: ήτοι η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ, οι διορισμοί ημετέρων, οι επεμβάσεις στη δικαιοσύνη κ.ά.

Αυτού του είδους η κριτική κορυφώνεται με μια κρίσιμη καταγγελία για «το άκρως ακαλαίσθητο των σχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ με το παρακράτος»: όπου μια ολέθρια, όπως καταγγέλλεται, πολιτική κρίνεται με βάση την (α)καλαισθησία της! Το ότι παλιά οι παρακρατικές οργανώσεις όπως η «Καρφίτσα» ήταν μυστικές ενώ σήμερα «φανερές και διάσημες»: οι «ποικιλώνυμες ομάδες κρούσης του κράτους των Εξαρχείων». «Των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο καλλιεργεί τα φυτώρια αλλά […] σκέπει και τα άνθη». Και πού βασίζεται η καταγγελία; Στην καταγγελία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων.

Φοβάμαι, διόλου καλαίσθητη πολιτική κριτική, μπορεί όμως πανελλαδικό και πανευρωπαϊκό και διεθνές, ίσως, ρεκόρ.


Εκκλησιαστικά γλωσσικά ρετάλια

Εκδημίες, κοιμήσεις, μακαριστοί στολίζουν όλο και πιο συχνά τον λόγο μας. Ό,τι γυαλίζει, μαζί με τα χρυσά άμφια των ιεραρχών (ψεύτικα, τάχα, πλαστικά, μας διαβεβαίωσε κάποιος άγιος), το υιοθετούμε ασμένως. Ο κυρός μάς διέφυγε για την ώρα, πάλι για νεκρό ιεράρχη, ή το ανεκδιήγητο κύριος κύριος: π.χ. «η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης, ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης κύριος κύριος Βαρθολομαίος», ακόμα και πιο σκέτα: «ο Οικουμενικός Πατριάρχης κύριος κύριος Βαρθολομαίος», όπου μετά τον πολλά σημαίνοντα τίτλο πλεονάζει και το σκέτο και κατά πολύ υποδεέστερο κύριος.

Και καλά η καμπανιστά λόγια εκδημία, ή η κοίμηση, σαν άλλος ένας ευφημισμός («κοιμήθηκε ο τάδε»!), αλλά ο μακαριστός; «Επιστρέφουμε στην εποχή του μακαριστού Χριστόδουλου» διαβάζουμε τώρα με τα καμώματα της ιεραρχίας για το μάθημα των θρησκευτικών, κάτι που μάλλον δεν πάψαμε να το διαβάζουμε, ακριβώς από τον θάνατο του Χριστόδουλου και έπειτα, ακόμα και από ρητά αντίθετους στον ίδιο και την πολιτεία του.

Μακαριστός ο Χριστόδουλος; Για τους πιστούς του, αυστηρά και μόνο. Γιατί τι είναι ο μακαριστός; Ο μακαρίτης που λέμε, για τους πολύ οικείους μας, αυστηρά και μόνο: η μακαρίτισσα η μάνα μου, ο μακαρίτης ο θειος μου κτλ., ο συχωρεμένος και η συχωρεμένη αλλιώς. Ούτε καν ο αείμνηστος, ο αλησμόνητος κτλ., που ανήκουν σε επισημότερο, αλλά πάλι προσωπικά χρωματισμένο, λόγο: η αείμνηστη ή η αλησμόνητη Μελίνα Μερκούρη. Γιατί σε ουδέτερο κείμενο, δημοσιογραφικό, δοκιμιακό, ιστορικό κτλ., δεν αναφερόμαστε στον αείμνηστο Ελευθέριο Βενιζέλο ή Ανδρέα Παπανδρέου, τον αλησμόνητο Ουίνστον Τσόρτσιλ ή την αλησμόνητη Μαντάμ Κιουρί. Πόσο μάλλον σε μακαρίτη, άρα και μακαριστό.

Όσο για τον εν λόγω, θου Κύριε Κύριε.

buzz it!