12/2/20

Περί τουρισμού χάι κλας

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Φεβρ. 2020)



Ο πρωθυπουργός και ο γιατρός 

Ο τουρίστας πρωθυπουργός με τα αλλεπάλληλα ταξίδια αναψυχής, σε συνεχή φωτογραφική ενημέρωσή μας, τη μια με τους κοιλιακούς στη θάλασσα, την άλλη με το σκι, ή με το ράφτινγκ κ.ά., πάντα με τον σούπερ εξοπλισμό, εννοείται, να θαυμάζουμε οι ιθαγενείς, κι ας καίγεται το σύμπαν τριγύρω, πλάι μας, στην ίδια μέσα τη χώρα: δεν είναι λίγο να ’χεις πρωθυπουργό που ξέρει να χαίρεται τη ζωή του, μες στην ευμάρεια –κι ας μην είναι σαν τα χρυσάφια των Πατούληδων.

Προφανώς και υπάρχει κόσμος που θαμπώνεται απ’ τα χρυσάφια των Πατούληδων (απροπό: ρώτησαν τελευταία τον σύζυγο για το ντύσιμο και τις φωτογραφίσεις της συζύγου, κι εκείνος δήλωσε πως τη σύζυγο δεν την απασχολούν «οι επιφάνειες», και το κάνει σκόπιμα, γιατί θέλει να βλέπουν πίσω από τις «επιφάνειες», τον εσωτερικό της κόσμο!).

Και υπάρχει κόσμος που θαμπώνεται με τον σπορτίβο γκόμενο και προπαντός τον bon vivant πρωθυπουργό του.

Που ούτε θα του πέρασε ποτέ από τον νου, του ίδιου αλλά και των ΜΜΕ που υπερπροβάλλουν αυτήν τη ζωή του, πως θα υπάρχουν κι άλλοι που, μες στην ανέχειά τους, σκανδαλίζονται και προσβάλλονται και πληγώνονται με την επίδειξη της ευζωίας του.

* Και σκέφτομαι έναν γιατρό στον Ευαγγελισμό, κορυφή στην ειδικότητά του, σε σύντομες καλοκαιρινές διακοπές, όπου συνέπεσε με μια κοινή μας φίλη. Κάτω απ’ τις ομπρέλες τους στην παραλία, η φίλη σκέφτεται να κάτσει ή να μην κάτσει στον ήλιο: «Σιγά ντε» την ενθαρρύνει ο γιατρός, «κάτσε λίγο, δεν τρέχει τίποτα». «Κι εσύ γιατί δεν ξεμυτάς απ’ την ομπρέλα σου;» ρώτησε εύλογα η φίλη. «Ε, δεν θέλω να με δουν μαυρισμένο οι ασθενείς μου» ψέλλισε σχεδόν! Να μην τον δουν μαυρισμένο, καλοζωισμένο δηλαδή, έπειτα από διακοπές που δεν μπορούν να κάνουν εκείνοι, κατά κανόνα βαριά περιστατικά δύσκολης αρρώστιας.

Ανατριχιάζω και που το γράφω, και λυπάμαι που η σεμνότητά του δεν μ’ αφήνει να γράψω τ’ όνομά του.

Σεμνότητα, ε; Που όσα λεξικά και ν’ ανοίξουμε, δεν θα την καταλάβουμε οι πολλοί, και όχι μόνο οι Πατούληδες και ο πρωθυπουργός μας.


Πολίτες ή τουρίστες

Και άλλου είδους τουρισμός, δεν ξέρω αν και χειρότερος.
Sine qua non υποχρέωση του πολίτη είναι να κατοικεί (επιτρέψτε μου το μεταβατικό) την πόλη του, να μην περιφέρεται σαν τουρίστας, σταματώντας τυχαία στις βιτρίνες να χαζέψει.

Αναφέρομαι στην παλιά πρόταση να επεκταθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στις αίθουσες του Πολυτεχνείου, το οποίο θα μεταφερθεί αλλού, ώστε να καθαρίσουν, ή κυρίως για να καθαρίσουν τα Εξάρχεια, όπως άλλαξαν οι προτεραιότητες τα τελευταία χρόνια.

Μια πρόταση δηλαδή κυρίως ή καταρχήν πολεοδομική, που έγινε σχεδόν αμιγώς πολιτική, με σαφές ιδεολογικό πρόσημο.

Το θέμα είχε συζητηθεί π.χ. το 2008, έπειτα από πρόταση του τότε υπουργείου Παιδείας, την οποία απέσυρε, καθώς το κληροδότημα της Ελένης Τοσίτσα ορίζει ρητά πως η δωρεά αφορά αποκλειστικά εκπαιδευτικούς σκοπούς του Πολυτεχνείου (και σύμφωνα με το Σύνταγμα, άρθρο 109, απαγορεύεται η αλλαγή χρήσης στα κληροδοτήματα).

* Παρ’ όλα αυτά, το θέμα επανέρχεται συχνά. Και το εξυγιαντικό έργο το εξαγγέλλει ανίδεος ο υποψήφιος τότε δήμαρχος Κώστας Μπακογιάννης. Και το ανακοινώνει έπειτα, εξίσου ανίδεος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά τις προγραμματικές δηλώσεις του, σαν «πρώτο έργο». Τουλάχιστον η υπουργός Πολιτισμού, πάλι στις προγραμματικές δηλώσεις, μάλλον τα μασάει και σύντομα τα μαζεύει πίσω. Όπως τα μάζεψε οριστικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο άνθρωπος μάσκα κ. Πέτσας.

Είδηση όμως δεν πήρε από όλα αυτά ο κριτικός τέχνης και καθηγητής Μάνος Στεφανίδης, που επιλόγισε το 2019 με πύρινο άρθρο του («Ο καθημερινός πολίτης και η χαμένη του αξιοπρέπεια», Huffpost 16.12.19), μιλώντας για τη «λοβοτομημένη κοινωνία [που] δέχεται παθητικά και αδιαμαρτύρητα, δεκαετίες τώρα, αυτό τον βιασμό της καθημερινότητάς της στις θεσμικές, πλέον, καταστροφές κάθε 17 Νοεμβρίου και κάθε 6 Δεκεμβρίου», για την «επαγγελματική αριστερά [με] τα ιδεοληπτικά της προσχήματα», την «ανικανότητα και την έλλειψη όρχεων ως προς την ανάληψη ευθυνών» και τη μεθοδική διαμόρφωση του παρακράτους «που έχει ανάγκη κάθε επίσημο κράτος για να υπάρχει».

Δια ταύτα; Να μεταφερθεί το Πολυτεχνείο στην Πολυτεχνειούπολη… κτλ., αφού «ο νέος δήμαρχος της Αθήνας, η νέα κυβέρνηση και η νέα υπουργός Πολιτισμού έχουν υποστηρίξει αυτό το σχέδιο. Έχουν δεσμευτεί σχετικά…»

Τόση υπευθυνότητα!


ΥΓ. Προφανώς και τέτοια θέματα κοινωνικής π.χ. στάσης και συμπεριφοράς δεν συναρτώνται με την επικαιρότητα, όμως τις προάλλες η επίσης πύρινη στήλη «Υποβολείο» της Καθημερινής (26/1) αναμασά, ελαφρώς παραλλαγμένη, την ίδια, ξανά μανά, πρόταση.

buzz it!

2/2/20

Πότε σκοτώθηκε ο Γιάννης Χρήστου, και Ο Κοτανίδης που έφυγε ξαφνικά

απντέιτ, 21.2.20: απάντηση Αλ. Αδαμόπουλου στο κομμάτι για τον Χρήστου και ανταπάντηση δική μου, στο τέλος

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Φεβρ. 2020)

  
Πότε σκοτώθηκε ο Γιάννης Χρήστου


* Πενήντα χρόνια απ’ τον χαμό του Γιάννη Χρήστου, και σχεδόν πλήρης αφωνία από πολιτεία, επίσημους φορείς, τηλεοράσεις και εφημερίδες.

Από τις εξαιρέσεις, ο Δημήτρης Γκιώνης εδώ, που αφιέρωσε τη σελίδα του (5/1, με τον προσφυέστατο, καίριο τίτλο: «Αυτός που ήταν όλα»!), όμως ο Δ. Γκιώνης είναι επιφυλλιδογράφος, δεν είναι εφημερίδα· κι αν δεν ήταν και μία αφιερωματική συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (17/1), ώστε να αναπαραχθεί (αν και όταν) το δελτίο τύπου, τίποτα, δεν γράφτηκε σχεδόν τίποτα.

Από τα ελάχιστα, άρθρο του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου (ΑΑ) που το είδα τυχαία στο διαδικτυακό Book Press. Ενδιαφέρον, γιατί ο ΑΑ υπήρξε σύζυγος της δεύτερης κόρης του συνθέτη, της Σάντρας, όπως μας πληροφορούσε και ο ίδιος σε παλαιότερη, εκτενέστατη συνέντευξή του, για το πώς έβλεπε απ’ το αντικρινό μπαλκόνι τον άγνωστό του συνθέτη έως το πώς έριξε έπειτα «το Χρηστάκι», ή μάλλον πώς τον έριξε αυτή κτλ. Είναι επίσης ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Εταιρείας Φίλων Γιάννη Χρήστου, έργο για το οποίο καμάρωνε σε άλλη συνέντευξή του, πώς είχε φτιάξει το καταστατικό έτσι που να μην μπορεί να τον κουνήσει κανένας!

Το άρθρο έχει τίτλο «50 χρόνια από τον θάνατό του: Ποιος ήταν ο Γιάννης Χρήστου», ημερομηνία: «Τετάρτη, 08 Ιανουαρίου 2020», όμως στο τέλος σημειώνεται: «1η δημοσίευση “Το Τέταρτο”, [...] τ. 3, Ιούλιος 1985»! Με σημερινό δηλαδή τίτλο, μάλλον και σημερινή εισαγωγή, αναδημοσιεύεται ένα κείμενο ηλικίας 35 χρόνων!

Ακατάληπτη χειρονομία, που, μαζί με το σχεδόν αποκλειστικά βιογραφικό περιεχόμενο του άρθρου, την ειρωνεύεται η ίδια η αφ’ υψηλού εισαγωγή του:

«Έχει γίνει θεσμός σχεδόν, κάθε τόσο να εμφανίζεται σε κάποια εφημερίδα μια είδηση για τον Χρήστου· μισή βιογραφία του, λίγη εργογραφία του, μια γνώριμη φωτογραφία του –ο Χρήστου με τα μαύρα του γυαλιά– κι όλα αυτά κάτω από μεγάλους τίτλους· άλλοτε σπαραχτικούς κι άλλοτε κραυγαλέους. Κι όσοι διαβάζουν λένε: “Ο Χρήστου… Α βέβαια· ο Χρήστου…” Πολλοί λίγοι όμως γνωρίζουν ποιος ήταν ο Χρήστου…»

Έστω πως μας το λέει αυτό στο άρθρο του ο τόσο κοντινός στην οικογένεια ΑΑ. Άλλο μας ενδιαφέρει εδώ. Στην κατακλείδα του άρθρου, προφανώς γραμμένη το 1985, πολύ πιο κοντά δηλαδή στον θάνατο του συνθέτη: «Το βράδυ 8 προς 9 Ιανουαρίου 1970, μαζί με τη γυναίκα του, σκοτώθηκε [...] σε αυτοκινητικό δυστύχημα…»

Μεγάλο λάθος, όταν πρόκειται για τη βιογραφία ενός μεγάλου, και ασύγγνωστο όταν προέρχεται από έναν κατά τεκμήριο γνώστη, δηλαδή με το όποιο –ex officio οπωσδήποτε– κύρος του ΑΑ. Γιατί ο Χρήστου σκοτώθηκε τη νύχτα της Τετάρτης 7 Ιανουαρίου, έπειτα από φιλικό γλέντι για την ονομαστική του γιορτή, ξημερώνοντας Πέμπτη 8 Ιανουαρίου, ημέρα των γενεθλίων του.

Ανέτρεξα ωστόσο στο διαδίκτυο, και η κατάπληξή μου μεγάλωσε: οι δύο «εκδοχές» μοιράζονταν! Επικοινωνώ με τη Νέλλη Σεμιτέκολο, τη σπουδαία πιανίστρια και μόνη επιζώσα από το μοιραίο τροχαίο, απορεί και που τη ρωτάω, κατεβάζω τα διόλου λίγα αποκόμματα που είχα κρατημένα από τον τύπο της εποχής, πολυσέλιδα βιογραφικά των ημερών εκείνων, σημειώματα σε επετειακή συναυλία το 1971, έναν δηλαδή χρόνο από τον θάνατο του συνθέτη κ.ά. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: 7 προς 8 Ιανουαρίου, το ξαναγράφω, έπειτα από την ονομαστική γιορτή και ξημερώνοντας τα γενέθλιά του.

Αρκεί δηλαδή μια αναζήτηση στον ημερήσιο τύπο, και μακάρι να αναρτήσει κανείς στο διαδίκτυο πρωτοσέλιδα ή άλλα αστυνομικά ρεπορτάζ της 8/1, έπειτα από το τροχαίο δηλαδή. Ή καλλιτεχνικά ρεπορτάζ της 10/1, από την κηδεία του συνθέτη, που είχε γίνει στις 9/1. Και ας σταματήσει να αναπαράγεται ένα τέτοιο λάθος, με την ευκολία που παρέχει το διαδίκτυο.  

Αφού δεν έχουμε άλλον τρόπο, για να μην πω, αλίμονο, διάθεση να τιμήσουμε μια προσωπικότητα του διαμετρήματος του Γιάννη Χρήστου.


και ο Κοτανίδης που έφυγε ξαφνικά


* Στο καλό, Πρίγκιπα Κοτ! Ούτε όλοι οι ηθοποιοί το έχουν, μικροί, μεγάλοι, ή μέγιστοι, ούτε όλοι οι ωραίοι, και μάλιστα ψηλοί και ωραίοι –εδώ μπορεί και να ’λεγα: κάθε άλλο.

Όμως ο Κοτανίδης πάντοτε, παντού και πάντα, στον δρόμο, στην καθημερινή ζωή του εννοώ, άσχετα απ’ το σανίδι, κυκλοφορούσε το σώμα του και τις εκφράσεις του, τη μιμική του προσώπου του, και τις κινήσεις των χεριών του, όλα, απ’ την κορφή ώς τα νύχια, σαν θεατρικό ρόλο, κουστούμι μαζί και ρόλο· με απόλυτη σιγουριά για την επιλογή του αυτή, άρα και τον απόλυτο έλεγχό της· και προπαντός, ανοιχτό βιβλίο του ρόλου αυτού, της αυστηρά προσωπικής θεατρικής του τέχνης, δείχνοντας δηλαδή στον άλλο πως «μα τι λέτε, παίζουμε», «και τώρα, πάντα, συνεχώς και αδιαλείπτως παίζουμε»!

Η πιο πετυχημένη μούτα του, ένα ανάλαφρο, υποτίθεται ειρωνικό χαμόγελο, στην ουσία και ολοφάνερα: το παίξιμο του ειρωνικού χαμόγελου, και μαζί το υψωμένο φρύδι, και πάλι: το παίξιμο του υψωμένου φρυδιού, το μόνο υψωμένο φρύδι που σάρκαζε και καταπόντιζε με τον τρόπο του την αλαζονεία που κατά τεκμήριο εκφράζει η κίνηση αυτή.

Αφήνοντας ένα σκέτο ολόζεστο χαμόγελο, από έναν ολόζεστο άνθρωπο.

Στο καλό Ωραίε, στο καλό Κοτ, στο καλό Γιώργο Κοτανίδη.


* * *

Αλληλογραφία για Γιάννη Χρήστου (δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 17/2):

Στις 4/2 ο κ. Αδαμόπουλος έστειλε στην εφημερίδα απάντηση στο κείμενό μου, μαζί με άλλες 2 σελίδες που περιλάμβαναν έγχρωμη φωτογραφία του, βιογραφικό και πλήρη εργογραφία του, και με τη σημείωση, μεταξύ άλλων: "να μπει ως επανόρθωση το ταχύτερο δυνατόν και με τον σωστό [;] τρόπο":





Απάντηση στον κ. Αλ. Αδαμόπουλο

Ανακεφαλαιώνω: το 1985, 15 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Χρήστου, ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (ΑΑ), σύζυγος τότε μιας κόρης Χρήστου, ιδρυτής της Εταιρείας… κτλ., κατεξοχήν υπεύθυνος δηλαδή, δημοσιεύει λανθασμένη ημερομηνία θανάτου του συνθέτη.

Έπειτα από άλλα 35 χρόνια διαιωνίζει το σφάλμα, αναδημοσιεύοντας το παλιό άρθρο (με σημερινό τίτλο και σημερινή ημερομηνία –με μια υποσημείωση στο τέλος για την α΄ δημοσίευση, που την ανέφερα ωστόσο κι εγώ). «Χωρίς απολύτως καμία αλλαγή», γράφει παντελώς ανυποψίαστος, αφού, λέει, το είχε εγκρίνει ο Μάνος Χατζιδάκις (ΜΧ) και ούτε είχε ενοχλήσει τότε κανέναν το λάθος! Και μόνο έπειτα από τη συμπτωματική παρέμβασή μου σημειώνει πως η «σύγχυση» προήλθε… κτλ. Τόση σοβαρότητα…

Και εξανίσταται ο ΑΑ για ελάχιστα που είχα επισημάνει, ενδεικτικά και μόνο του αυτοαναφορικού χαρακτήρα και της αμετροέπειας των συνεντεύξεων και άρθρων του σχετικά με τον Χρήστου.

«Διαστρεβλώνω», λέει, ένα «αστείο» του ΜΧ και το στρέφω εναντίον του. Ας συμπληρώσω τότε όσα οδηγούν στο «αστείο»: Όταν ο ΜΧ ενδιαφέρθηκε για την Εταιρεία και τα μέλη της, συμφώνησε με ορισμένα ονόματα, αλλά προχώρησε σε χαρακτηρισμούς (που ίσως δεν θα τους έκανε δημόσια) για άλλους φίλους και συνεργάτες του Χρήστου, «πεισιθάνατους μνηστήρες» (!), όπως τους ονόμασε, οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη λειτουργία της Εταιρείας! Τότε του εξέθεσε περήφανος ο ΑΑ τα δρακόντεια μέτρα του καταστατικού, και ακολούθησε το «αστείο». Και θεώρησε κομψό αργότερα ο ΑΑ να μεταφέρει αυτά τα προσβλητικά για κάποια μέλη, εκθέτοντας και τον ΜΧ: «Ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Γιάννη Χρήστου», τοβιβλίοnet 23.10.2018. (Άλλα απρεπή σχόλια του ίδιου του ΑΑ για «πεισιθάνατους μνηστήρες», στο Vakxikon.gr, τχ. 45.)

Τέλος, χαρακτηρίζει «λαθροχειρία» ο ΑΑ την αναφορά μου στα δικά του λόγια για «το Χρηστάκι»: ολόκληρη παράγραφο 186 λέξεων αφιερώνει στο θέμα, πάλι στο Vakxikon: τίνος η λαθροχειρία;

Ας αυτογελοιοποιείται όσο θέλει ο κ. ΑΑ. Το θέμα είναι ο ελάχιστος σεβασμός τον οποίο οφείλει στον Γιάννη Χρήστου.
 






buzz it!

19/1/20

Οι Μενουμευρώπηδες κι οι ευαίσθητοι

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Ιαν. 2020)



* Men only. Πρώτες μέρες του χρόνου κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο φωτογραφίες από την πρωτοχρονιάτικη γιορτή στο Σύνταγμα. Χαρούμενα πρόσωπα συνωστίζονταν μπροστά στον φακό με το πιο λαμπερό χαμόγελό τους, άλλοι χαιρετώντας κι άλλοι κάνοντας το σήμα της νίκης.

Όμως, προσοχή, ήταν όλοι μετανάστες, και, ακόμα πιο προσοχή, ήταν μόνο άντρες. «Πού είναι οι γυναίκες» ολόλυζαν προοδευτικές οπωσδήποτε φωνές, «Να μου λείπει τέτοια πολυπολιτισμικότητα» τραβούσαν άλλες το μαχαίρι, «Να μου λείπει μια πλατεία γεμάτη πλατιά χαμόγελα που φωτογραφίζονται και φωτογραφίζουν την παντελή γυναικεία απουσία απ’ τη Γιορτή, απ’ τη Χαρά κι απ’ τη Ζωή…» –ενώ άλλες προφήτευαν τα δεινά που έρχονται στον τόπο μας, όπου όχι μόνο Ελληνίδες μα ούτε Έλληνες δεν θα υπάρχουν πια…

Ότι οι πρόσφυγες είναι στο μεγαλύτερο, στο μέγιστο ποσοστό τους άντρες θέλει απλούστατα μάτια ανοιχτά να το δει και απειροελάχιστο νου να το σκεφτεί κανείς, εν προκειμένω οι Μενουμευρώπηδες: αίφνης, στο πρόσφατο ναυάγιο στους Παξούς, από τα 50-53 άτομα, έχασαν τη ζωή τους 10 άντρες και 2 γυναίκες και διασώθηκαν 20 άντρες και 1 γυναίκα –προφανώς ίδια θα είναι η αναλογία και στους αγνοούμενους!

Φαίνεται όμως και πως οι Μενουμευρώπηδες, μεγαλωμένοι σε Παρίσια και σε Βιέννες, δεν πέρασαν ούτε τουρίστες από ελληνική επαρχία και χωριό, ώς λίγα μόλις χρόνια πριν, απέξω έστω από καφενείο, να δουν τη γυναικεία παρουσία να συμμετέχει, λέει, με τον άντρα, στη Χαρά και στη Ζωή!

* Μα πού είναι πια αυτό το Ιράν; Ζήτησαν από 2.000 Αμερικανούς να εντοπίσουν σ’ έναν κενό χάρτη το Ιράν (Infowar 13.1.2020), τη χώρα δηλαδή που θα ’ναι πρώτη στις ειδήσεις τους, με τον επαπειλούμενο πόλεμο ανάμεσά τους. Και δεν έμεινε γωνιά του πλανήτη όπου να μην εντόπισαν κι από ένα Ιράν: Ρωσία, Ρουμανία, Αυστραλία, Αλγερία, φυσικά και Ελλάδα κ.ο.κ. Μόνο ένα 20 τόσο στους εκατό το πέτυχε.

Σαν τους δικούς μας στον «Αδύναμο κρίκο», στο «Ρουκ Ζουκ» και σε άλλα τηλεπαιχνίδια, που με την άγνοιά τους τροφοδοτούν με άφθονο γέλιο την καθημερινότητα ημών των πολυμαθεστάτων (δεν εξαιρώ την αφεντιά μου). Τάλε κουάλε λοιπόν κι οι Αμερικάνοι (αλλά κι οι Βρετανοί κι οι Γάλλοι κτλ., σε ανάλογες έρευνες).

Άρα, φως φανάρι, τα λένε εξάλλου μέρα παρά μέρα, Μπαμπινιώτης, Τάκης, Γιανναράς, ιδού οι συνέπειες απ’ την κατάργηση αρχαίων και πολυτονικού –τα Αμερικανάκια, απροπό, να δείτε δυσλεξία!

* Οι ευαισθητότατοι! Σκηνές από τη σχέση του με την υπέροχη Τζένη Καρέζη μοιράστηκε τούτες τις μέρες μαζί μας ο Σταμάτης Κραουνάκης. Που όταν όμως έμαθε πως είναι άρρωστη, «φρίκαρε πολύ», ούτε ένα τηλεφώνημα δεν της έκανε, τι να της έλεγε…

Λίγες μέρες πιο πριν, ο Γιάννης Ζουγανέλης, σε συνέντευξή του σε μεσημεριανάδικο, όταν ήρθε η κουβέντα στον θάνατο του Μικρούτσικου: «Ήμασταν φίλοι με τον Μικρούτσικο» είπε, «κάναμε παρέα». (Περίμενα, ομολογώ, να πει ειδικότερα πως ο Μικρούτσικος τού άνοιξε τον δρόμο στο τραγούδι, μα δεν βαριέσαι.)

Φίλοι λοιπόν, που έκαναν παρέα, όταν όμως κάποιος του είπε τα τελευταία χρόνια τα της υγείας του φίλου του, δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα ή να πάει να τον δει: του είναι αδύνατον, είπε, να αντικρίσει κάποιον που πρόκειται να πεθάνει.

Ευαίσθητες ψυχές, άνθη-νότα ομορφιάς στον βάρβαρο τούτο κόσμο, με όλους τους αναίσθητους εμάς.

* Χρωστώ όμως και τον καλό λόγο, με την ευκαιρία. Ημέρες των Χριστουγέννων έπεσα τυχαία στην ΕΡΤ 2, προς το τέλος δυστυχώς μιας συναυλίας του Κραουνάκη (το ’χω ξαναγράψει πως σαν συνθέτη τον βρίσκω εξαιρετικό), με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης στο εκεί Μέγαρο.

Ερμηνευτής, σπουδαίος όπως πάντα ο Κραουνάκης, ασυνήθιστα χαμηλότονος πάντως, σε εντυπωσιακές ενορχηστρώσεις, όπως είδα έπειτα στο διαδίκτυο, του (άγνωστού μου) Αθανάσιου Κολαλά, ο οποίος αξιοποίησε τις δυνατότητες μιας συμφωνικής ορχήστρας χωρίς όμως το μπούγιο της.

Η συναυλία τέλειωσε με την υπέροχη «Σωτηρία της ψυχής», την οποία μοιράστηκε ο συνθέτης με το κοινό, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την τελευταία στροφή, ώσπου έδωσε σήμα προς το μέρος της ορχήστρας το αρχικά ακατάληπτο: «Συνέχεια, ώσπου να τους πω όλους». Έπειτα κάθισε σε μια καρέκλα, έβγαλε ένα χαρτί, και όπως παρουσιάζουν κατά κανόνα τα μέλη του συγκροτήματος, ενός μικρού πάντως σχήματος, άρχισε να καλεί ονομαστικά όλους τους μουσικούς της ορχήστρας, κατά ομάδα οργάνων: Πρώτα βιολιά, Τάδε και Τάδε και Τάδε, Δεύτερα βιολιά…, Βιόλες… κ.ο.κ., επιμένοντας να σηκώνονται όρθιοι να τους χειροκροτήσει το κοινό.

Εξαιρετική έμπνευση. Σπάνια σκηνή. Χειροκροτούμε.

buzz it!

13/1/20

Για τον Θάνο, τότε (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Ιαν. 2020 –εδώ με μικροπροσθήκες)


Θάνος Μικρούτσικος, Μαρία Δημητριάδη και Αντρέας Μικρούτσικος νεόνυμφοι, Κοραλία Σωτηριάδου

* Χάρη στη λογοκρισία της χούντας, έλεγε ο Θάνος Μικρούτσικος (συνέντευξη στην Τασούλα Επτακοίλη, τώρα στην Καθημερινή 5.1.20), δεν κυκλοφόρησαν τραγούδια του σε ποίηση Σινόπουλου, Ρίτσου και Βάρναλη, που ήταν ώς έναν μεγάλο βαθμό «μίμηση του Μίκη Θεοδωράκη»· έτσι, απέφυγε να εμφανιστεί σαν «επίγονός του» και είχε «την ευκαιρία να αποκτήσει τον προσωπικό του ήχο».

Όντως, ο Θάνος, την ίδια εποχή που ήταν βυθισμένος όσο κανένας άλλος στο έργο του Μίκη, παρουσιάζοντας γνωστά αλλά και παντελώς άγνωστα τραγούδια του στις μπουάτ, όπως έγραφα την περασμένη φορά, την ίδια εκείνη εποχή διαμόρφωνε τον προσωπικό του ήχο. Που ήταν τόσο δυνατός, ώστε να περάσει μέσα από την απέραντη θάλασσα του Μίκη και να αναδυθεί κρυστάλλινα καθαρός –με εξαίρεση προφανώς τα ελάχιστα αδισκογράφητα τραγούδια του, όπως μας λέει ο ίδιος.

* Ήδη το ’72-’73 ο Θάνος παρουσιάζει καινούρια τραγούδια του σε ποίηση Ρίτσου, τον «Στρατώνα» ή το ιδιαίτερα απαιτητικό «Δελτίο ειδήσεων» κ.ά., τραγούδια που αναμετριούνται εντέλει επί ίσοις όροις με τα τόσο φορτισμένα του Μίκη.

Κι έτσι αποκτήσαμε, όπως ξανάγραφα, τα «δικά μας» τραγούδια, όπως τα βλέπαμε να γεννιούνται πλάι μας, σαν «μέσα στον δικό μας κόσμο», όπως λέει η «Πιο όμορφη θάλασσα» από τα τόσο αστραφτερά Πολιτικά Τραγούδια.

Και μαζί τους περάσαμε μέσα από τα χρόνια της χούντας, και βαδίσαμε έπειτα στις αναρίθμητες πορείες, διαδηλώσεις, συναυλίες. Με τέτοιον δηλαδή πλούτο πλάι μας μεγαλώσαμε, με τέτοια πλούτη μας εφοδίασε ο Θάνος, πώς να του πούμε πόσα ευχαριστώ.

* Δεν θυμάμαι πότε τον γνώρισα τον Θάνο, μας είχε συστήσει η επίσης δεν θυμάμαι από πού και πότε φίλη (όπως δεν θυμάται, φευ, ούτε αυτή!) Κοραλία Σωτηριάδου, σύζυγός του τότε. Θα ’ταν το ’72 ή σίγουρα το ’73, αφού είναι η πρώτη μου θητεία στην μπουάτ όπου εμφανιζόταν, μάλλον στο υπόγειο «Χνάρι», πίσω απ’ την πλατεία Κυδαθηναίων, και οπωσδήποτε πριν από το Πολυτεχνείο, όταν έπαιζε εκείνος πιάνο στο αμφιθέατρο και τραγουδούσαμε όλοι εμείς, ξαπλωμένοι στους πάγκους και στα σκαλοπάτια, με πρώτη φυσικά την αξέχαστη Μαρία, τη Μαρία Δημητριάδη.

Κι ήταν πολλά έτσι όσα μας έδεναν, δημόσια ή πιο προσωπικά, σε εποχή λόγου χάρη που τρέχαμε, όχι λίγοι, στην Κρατική Ορχήστρα κι αποδοκιμάζαμε, να το πω κομψά, τον Πίκουλα, έναν χουντικό και άθλιο αρχιμουσικό εξ Αμερικής, που ώς κι οι μουσικοί τον σαμποτάριζαν με τρόπο. Εκεί, ομολογώ, δεν τον θυμάμαι με σιγουριά τον Θάνο, σαν τώρα όμως τον βλέπω στο Βρετανικό Συμβούλιο, σε μια συναυλία σύγχρονης μουσικής κάποιου νέου Έλληνα συνθέτη, όπου ήδη στο τέλος του πρώτου μέρους ακούστηκαν κάποιες αποδοκιμασίες, με ηχηρότερη ίσως τη δική μου, βλέπω λοιπόν στο διάλειμμα τον Θάνο, καθώς κατέβαινα απ’ τον εξώστη: «Κωλόπαιδο, εσύ ήσουν!» μου λέει, «έρχομαι κι εγώ επάνω», και το πανηγυρίσαμε κατάλληλα στο δεύτερο μέρος.

* Έτσι όμως δεν θα τελείωνα ποτέ, με τόσα που ακολούθησαν, με την ακριβή μου Καντάτα για τη Μακρόνησο, ιδίως αν μπορούσα να αγνοήσω όλα τα προζαϊκά της στοιχεία, και να ξεχάσω και το καπέλο του ΚΚΕ στην πρώτη παρουσίασή της στο Σπόρτιγκ, με την «επίσημη», ας πούμε, προσχώρηση του Θάνου στο κόμμα, έπειτα τα Τροπάρια για φονιάδες, όλα με τόσες ιστορίες, στις συναυλίες, στις πρόβες, στις ηχογραφήσεις... Έπειτα, ιδίως με το τέλος των μπουάτ, αραιώσαμε.

Και ήρθε ο Σταυρός του Νότου, με την απρόσμενη επιτυχία, ίσως γιατί, πέρα από την αξία του καθαυτή, ο κόσμος είχε αρχίσει να κουράζεται από τη μεταπολιτευτική παγκυριαρχία του πολιτικού τραγουδιού. Πολύ περισσότερο οι νεότεροι, και οι ολοένα νεότεροι, που είχαν βρει κι αυτοί τον δικό τους συνθέτη. Όμως ο δίσκος αυτός θαρρείς και επισκίασε και το παλαιότερο και το μετέπειτα, πλούσιο έργο του Θάνου.

«Πότε θα βγάλεις πια τον Ρίτσο σου» επέμενα όποτε τον έβλεπα, γιατί ο «Στρατώνας» π.χ. είχε χαθεί σ’ έναν δίσκο ετερόκλητο αν και με πολλά θαυμάσια τραγούδια, τα Τραγούδια της λευτεριάς, ενώ το «Δελτίο Ειδήσεων» του ’73 έφτασε τελικά να κυκλοφορήσει έπειτα από 30 ολόκληρα χρόνια, το 2004, μαζί με ορισμένα παλιά και κάποια νεότερα του Ρίτσου, στον Σχοινοβάτη,[1] σε εξαιρετική ερμηνεία της Γεωργίας Συλλαίου –για να ξαναχαθεί, μαζί με ολόκληρο το σιντί! Είναι εντυπωσιακό, αλλά στα πάμπολλα που γράφτηκαν για τον Θάνο Μικρούτσικο αυτές τις μέρες, δεν έτυχε να δω ούτε αναφορά έστω στο σιντί αυτό.

* Ακούστε το οπωσδήποτε αυτό το σχεδόν άγνωστο σιντί, ελάχιστο μνημόσυνο στον Θάνο. Μέσα σε λίγα τραγούδια είναι όλη του η διαδρομή, καθώς περιέχει ακριβώς τραγούδια από το ’73 ώς το 2003, από τα διόλου πρωτόλεια, ίσα ίσα απολύτως ώριμα και τολμηρά στη γραφή τους, με τον από νωρίς διαμορφωμένο προσωπικό του ήχο, ώς τα νεότατα.

Από αυτά, θέλω να ξεχωρίσω το «Καθόλου λίγο», ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια του Θάνου, από τα σπουδαιότερα των τελευταίων δεκαετιών.

Καθόλου λίγο, Θάνο; Αστειεύεσαι: πολύ! τεράστιο!


[1] Ένα από τα παλιά τραγούδια, η «Αμφίβολη προφύλαξη», έκλεινε ένα έργο σύγχρονης μουσικής του Θάνου, το Κιγκλίδωμα Ι, σε ποίηση Ρίτσου, για υψίφωνο, αφηγητή, πιάνο και μαγνητοταινία, ατονικό σε όλη του την έκταση· και στο τέλος, έπειτα από διάφορους λαρυγγισμούς, η υψίφωνος (η Καίτη Κοπανίτσα, αν θυμάμαι καλά) τραγουδούσε ένα απολύτως κλασικό στη γραφή του, λυρικότατο κομμάτι, που αιφνιδίασε, ακόμα και σκανδάλισε τότε πολλούς. Και εδώ υπήρξε πρωτοπόρος ο Θάνος Μικρούτσικος, καθώς ήταν από τους πρώτους που εξέφρασε τόσο παραστατικά, προκλητικά σχεδόν, το αδιέξοδο της πειραματικής μουσικής.

buzz it!

5/1/20

Για τον Θάνο, τότε

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Δεκ. 2020)



Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
εάν είναι αλήθεια…

Εντελώς συμπτωματικά μου ήρθαν στον νου αυτοί οι στίχοι από το Μονόγραμμα του Ελύτη, όταν σκεφτόμουν πώς να ξεκινήσω έναν αποχαιρετισμό στον Θάνο Μικρούτσικο, και δεν μπόρεσα έπειτα να ξεκολλήσω, εκβιάζοντας μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο, την ερμηνεία που ήθελα για την περίσταση. Ας με συγχωρέσει έτσι πρώτα ο ποιητής κι έπειτα ο Θάνος, που θα θυμόταν τα πειράγματά μας, ποιος είναι ο μεγαλύτερος ποιητής, ο Ρίτσος του ή ο δικός μου Ελύτης.

Πενθώ λοιπόν τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς, και σ’ αυτό το καθαρά ερωτικό «εμάς» του ποιητή βάζω εγώ, αυθαίρετα εννοείται, όλους όσους μεγαλώσαμε μαζί, όσους περάσαμε τα μετεφηβικά και πρώτα νεανικά μας χρόνια μέσα στη δικτατορία.

* Πενθώ τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς, έτσι όπως φυλλορροούμε ολοένα, νά, πριν από λίγους μόλις μήνες χάσαμε τον ακριβό μας Χριστόφορο Λιοντάκη, που δεν ανήκει ακριβώς στην παρέα της εποχής εκείνης, όμως αργότερα ο Θάνος μελοποίησε εξαιρετικά μερικά ποιήματά του κι έγιναν έτσι κι αυτοί φίλοι.

Κι ο Θάνος είναι από τα καίρια σημεία αναφοράς της εποχής εκείνης, με τον διπλό ρόλο του συνοδοιπόρου αλλά και, ας το πω έτσι, του οδηγού, με την έννοια της πρωτοπόρας τέχνης του –και πάλι με την έννοια της τέχνης που είναι εξ ορισμού πρωτοπόρα, άσχετα αν πρωτοποριακή η ίδια ή όχι. Όμως κι αυτό ακόμα το ανοιχτό θέμα ήταν λυμένο στην περίπτωση του Θάνου, καθώς ήταν σπουδαίος μουσικός, φαινόταν ήδη τότε, πρωτοπόρος λοιπόν, ο οποίος μάλιστα υπηρέτησε και την πρωτοποριακή μουσική, όχι μόνο με την πειραματική σύγχρονη τέχνη αλλά ακόμα και με τα τραγούδια του, ιδίως της πρώτης εποχής.

* Συνοδοιπόρος, είπα, ο Θάνος, καταρχήν όπως ανήκαμε όλοι, με όσες διαφοροποιήσεις, στην αριστερά, και έπειτα σαν μουσικός πιστός στον κοινό πατέρα που μας μεγάλωνε την εποχή εκείνη με το έργο του, τον Μίκη Θεοδωράκη.

Με τον Θάνο και τις εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις του, με την αξέχαστη Μαρία Δημητριάδη αλλά και την Αφροδίτη Μάνου μόνιμες στο σχήμα, ακούσαμε Θεοδωράκη στις μπουάτ της Πλάκας όσο δεν άκουγαν ελεύθερα οι έξω, στο εξωτερικό, τραγούδια τότε άγνωστα, το «Μιλώ» του Αναγνωστάκη («στον Τρότσκι αναφέρεται, το διάβασα σε κάποια παλιά συνέντευξη του Αναγνωστάκη» τερατολόγησα μια μέρα, στο πνεύμα της παρέας, και χλόμιασαν ξαφνικά όλοι τους και ξεψάχνιζαν μία μία τις λέξεις), τη συγκλονιστική «Αδερφή μας Αθηνά», παντελώς άγνωστη τότε αλλά δυστυχώς ακόμη τώρα.

Κι έπειτα πια από το Πολυτεχνείο, α τότε, μυσταγωγία θεία, σχεδόν ολόκληρο το πρόγραμμα Θεοδωράκης, με τα «Λιανοτράγουδα» που λες και τα πρωτακούγαμε, καθώς με το Πολυτεχνείο ακριβώς είχαν βρει το νόημά τους: «Το παλικάρι που ’πεσε μ’ ορθή την κεφαλή του», σπαραχτικό ζεϊμπέκικο από την Αφροδίτη Μάνου (αλήθεια, πολυαγαπημένη, δεν βρήκες τώρα ούτε μία, έστω μία λέξη, ένα «γεια» για τον Θάνο;), κι έπειτα το «Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά» και «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις», σε ενορχήστρωση του Θάνου και ερμηνεία της Μαρίας που δεν τα χωράει στο ελάχιστο κανένας χαρακτηρισμός. Και άλλα και άλλα.

* Κάθε βράδυ στην μπουάτ, ήταν η ζωή μας, στην τελευταία σειρά με τον Σεραφείμ, μ’ ένα μπουκάλι μπράντι στο σακίδιο, άδειο στο τέλος, όπως και τα μάτια μας από το κλάμα. Όσο να ’ρθει, κι ας μην το θέλαμε, το τέλος, ν’ αρχίσουμε τα καλαμπούρια μας, πρώτος σ’ αυτά ο Θάνος, τα πειράγματα, άλλοτε τις φάρσες, να πάρουμε τα πάνω μας. Ως την επόμενη βραδιά.

Κι από τον Θεοδωράκη, χωρίς να χρειαστεί καμία πατροκτονία, προχώρησε ο Θάνος στη δική του μουσική. Λίγο λίγο έπαιζε και δικά του τραγούδια, πού να φανταστούμε ακόμα πού θα φτάσει, πλήθυναν τα τραγούδια, άλλη μαγεία πια, οι πρόβες κι οι ηχογραφήσεις των Πολιτικών τραγουδιών, των νέων ύμνων, που από μιαν άποψη τα νιώθαμε ακόμα πιο δικά μας: είχανε βγει σιγά σιγά από κάποιον από μας, όσο και να ξεχώριζε, σαν να ήταν όμως από μας, τόσο οικείος, δικός μας.

* «Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη», τραγουδούσε Μπίρμαν η Μαρία στην κεφαλή της πρώτης πορείας για το Πολυτεχνείο, καθώς ανεβαίναμε εκατοντάδες χιλιάδες την Αλεξάνδρας για την Καισαριανή, στην «παράνομη» πορεία, αφού την είχαν κυνηγήσει αμείλικτα όλα τα κόμματα, κατά τες προσταγές του Εθνάρχη, που είχε ορίσει ακριβώς στην επέτειο του Πολυτεχνείου εκλογές, να ζήσει τον ρωμαϊκό του θρίαμβο. (Να θυμίσω, μωρέ Θάνο, σε κάποια πρόβα ή πριν απ’ το πρόγραμμα, στο υπόγειο «Χνάρι», αν θυμάμαι καλά, που έστειλε μήνυμα ο Μίκης πως, «έτσι και κατεβείτε στην πορεία, θα στείλω τους οικοδόμους του ΚΚΕ να σας λιανίσουν»; Κάπως έτσι, μπορεί και χειρότερα.)

Φτάσαμε όμως στα πικρά, και στα πικρά δυστυχώς θα σταματήσουμε τώρα. Την άλλη φορά.

buzz it!