1/1/20

Κουστωδία· ο κουστωδός; Κομπανία· ο κομπανός;

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Δεκ. 2019 --εδώ με εκτενή Προσθήκη, στο τέλος)


Αντρέα Μαντένια, "Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών"

Έκλεινα την περασμένη επιφυλλίδα μ’ ένα δώρο άδωρο για ερωτευμένους, έναν στίχο του Νερούδα όπου μιλάει ο άντρας στη γυναίκα για τα «σαν τρούφες τρυφερά της χέρια». Λέω άδωρο, αν φανταστούμε την αντίδραση μιας γυναίκας που θα της πει ο καλός της πως η επιδερμίδα της είναι σαν γεμάτη σπυριά και αναδίδει βαριά μυρωδιά (όσο εκλεκτό έδεσμα κι αν αποτελεί η σπάνια και γι’ αυτό πανάκριβη τρούφα).

Έτσι όμως εννοούσε την τρυφερότητα, την απαλότητα, την αβρότητα των χεριών, όχι ο ποιητής, που μιλάει για χέρια suaves como las uvas (απαλά σαν ρώγες σταφυλιού), αλλά ο μεταφραστής. Που, με τα χίλια δίκια του, θα δυσκολεύτηκε να βρει παρήχηση για το απαλά ή το αβρά, και διανοήθηκε έτσι να κάνει τα τρυφερά χέρια να μοιάζουν με τρούφες!

Δεν σημείωνα όνομα μεταφραστή (όπως και μιαν άλλη φορά με αποσπάσματα από πρωτότυπο μυθιστόρημα), για να διαβάσει και να κρίνει ανεπηρέαστος ο αναγνώστης το κατ’ εμέ αδιανόητο. Το όνομα τώρα: Γιώργος Κεντρωτής.

* Σατανική αλήθεια σύμπτωση, στο ίδιο φύλλο φιλοξενήθηκε υμνητική κριτική για τη μετάφραση της μπωντλαιρικής συλλογής Άνθη του κακού από τον ίδιο (Κυριακή Μπεϊόγλου, «Ο ποιητής, ο μεταφραστής και τα άνθη τους», 21/12). Είχα ξανασχοληθεί με την ίδια μετάφραση (24/11 και 1/12/18), και δεν θα σταθώ τώρα παρά μόνο σε δύο σημεία από τις δύο στροφές της «Άρνησης του αγίου Πέτρου» με τις οποίες ανοίγει το κείμενό της η κριτικός:

«Αχ, Ιησού, των Ελαιών θυμήσου το Όρος, ναι, θυμήσου»: χωρίς το γαλλικό, στέκεται κανείς στην καμπανιστή επανάληψη «ναι, θυμήσου!», επανάληψη γοητευτική καθαυτήν, που κουρδίζει όμως το μετάφρασμα σε σαφώς διαφορετικό τόνο από του πρωτοτύπου. Όπου, απλούστατα, δεν υπάρχει αυτή η επανάληψη: Ah! Jésus, souviens-toi du Jardin des Olives!

Προς τι η ποιητικίζουσα προσθήκη, η παντελώς ξένη στην άκρα λιτότητα του γαλλικού; Για να εξοικονομηθεί, παναπεί να εκβιαστεί, η ομοιοκαταληξία του τέλους της στροφής: «στη σάρκα σου τη ζωντανή σου»: Στη σάρκα σου τη ζωντανή σου; Σωστή ύβρις πια! τα πιο παλιομοδίτικα ποιητικά σουσούμια, με αποτέλεσμα έναν «γραφικό βουκόλο» Μπωντλαίρ, όπως ξανάγραφα.

* Και από τη δεύτερη στροφή: «αφού είδες να σου φτύνει τη θεότητά σου ο κάθε πότης, / ο υπόκοσμος των κουστωδών και η βρόμια πλέμπα των μαγείρων…» Στα γαλλικά, τα τρία: (1) ο πότης, (2) ο υπόκοσμος των κουστωδών και (3) η βρόμια πλέμπα… είναι μόνο ένα: la crapule du corps de garde et des cuisines, με έναν και μόνο χαρακτηρισμό, la crapule: το σκυλολόι, ο συρφετός, έστω κι ο υπόκοσμος. Ενώ, επιπλέον, corps de garde είναι η φρουρά. (Η αυθαίρετη προσθήκη πάντως του «κάθε πότη» έγινε κι αυτή για να προοικονομηθεί ομοιοκαταληξία: πότης-ανθρωπότης!)

Ώστε: το σκυλολόι της φρουράς, ή ο υπόκοσμος των φρουρών και των μαγείρων. Τίποτα παραπάνω.

Έμειναν οι «κουστωδοί». Γιατί ο υπόκοσμος των φρουρών, έστω της κουστωδίας, θεωρήθηκε λίγος. Φτιάχτηκε λοιπόν από την κουστωδία ο «κουστωδός». Όπως από τη λιτανεία ο «λιτανός»; Ή από την κομπανία ο «κομπανός»;

* Το χειρότερο είναι πως όλα αυτά, αυθαίρετα παραγεμίδια και προπάντων λέξεις φτιαχτές ή άλλοτε ανεύρετες στα λεξικά, στη θέση της προφανέστατης του πρωτοτύπου, που είναι οικεία όχι απλώς στον μέσο αναγνώστη αλλά, θα λέγαμε, σε κάθε φυσικό ομιλητή της γλώσσας του πρωτοτύπου, όλα αυτά λοιπόν δεν αποτελούν «αστοχίες» του μεταφραστή, αλλά καταστατικές αρχές της μετάφρασής του. Τις οποίες τηρεί, όπως είναι πια φυσικό, σε κάθε μετάφρασή του.

Που σημαίνει, εξ ορισμού, ισοπεδωτικά για τα διαφορετικά είδη κειμένων: «τσούρμο» λ.χ. έκανε το πλήρωμα του πλοίου, τους ναύτες, στον Μπωντλαίρ, επειδή το «τσούρμο» είναι (και) ναυτική λέξη και λες κι ο Μπωντλαίρ είναι Καββαδίας, «τσούρμο» όμως και στον Μπροχ, στη σπαραχτική μάλιστα εικόνα ενός ανθρώπου που η μοίρα του τον εξόρισε «στην πιο άγρια μοναξιά του ανθρώπινου τσούρμου».

Και αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο, ή που καθιστά εντέλει και ενσυνόλω εσφαλμένη μια μετάφραση, όσο γοητευτικό, συναρπαστικό ή ό,τι άλλο θέλετε μπορεί να εμφανίζεται το μεταφρασμένο κείμενο.

Η γλώσσα δηλαδή του μεταφραστή, γλώσσα κάποτε αυστηρά προσωπική –δικαίωμά του. Όμως «δημιουργική μεταγραφή», όπως τη λένε; Όχι, αν αυτό σημαίνει αλλοίωση του προσώπου του ποιητή, ή αλλιώς: όταν ο μεταφραστής επιβάλλει, βίαια, τη δική του άποψη περί ποιητικής στον ποιητή. Ασεβές, ασεβέστατο, θα έλεγα.

* Παρ’ όλα αυτά, ας αποχαιρετήσουμε αισιόδοξα τη χρονιά που φεύγει. Πάντα μπορεί να είναι καλύτερη μια νέα χρονιά. Μας το εύχομαι ολόψυχα.




ΠΡΟΣΘΗΚΗ
Κι όσα δεν θα μπορούσαν, ούτε θα είχε νόημα, να χωρέσουν σε μια επιφυλλίδα, πάντα από τις δύο στροφές που προτάσσονται στην κριτική της κ. Μπεϊόγλου. Και πάντα με στόχο να φανεί πώς ένα σπουδαίο ποίημα, που χτίζει τη δύναμή του με τα απλούστερα δυνατά υλικά, λεξιλογικά, συντακτικά κτλ., μεταμορφώνεται σε ένα άλλο «ποίημα», αν το θέλετε, βαρυφορτωμένο με παράταιρα στοιχεία και παρωχημένα ποιητικά σχήματα, ώστε να εκβιαστεί π.χ. η ρίμα, που τόσο αβίαστα προκύπτει στο πρωτότυπο.

Διαβάστε πρώτα το «ποίημα» και έπειτα το ποίημα, ακόμα και με ολίγα ή και καθόλου γαλλικά:



1              Αχ, Ιησού, των Ελαιών θυμήσου το Όρος, ναι, θυμήσου!
2              Γονατισμένος με όλη την αφέλειά σου προσερχόσουν
3              σ’ Αυτόν που εγέλαγε με τα καρφιά που επρόκειτο να χώσουν
4              Πανάθλιοι δήμιοι χαμερπείς στη σάρκα σου τη ζωντανή σου:

5              Και αφού είδες να σου φτύνει τη θεότητά σου ο κάθε πότης,
6              Ο υπόκοσμος των κουστωδών και η βρομιά πλέμπα των μαγείρων
7              Και αφού ένιωσες να σου τρυπάν τ’ αγκάθια, συνοδεία λήρων,
8              Την κεφαλή, όπου μέσα εζούσε όλη η τεράστια η Ανθρωπότης·


1              Ah ! Jésus, souviens-toi du Jardin des Olives !
2              Dans ta simplicité tu priais à genoux
3              Celui qui dans son ciel riait au bruit des clous
4              Que d’ignobles bourreaux plantaient dans tes chairs vives,

5              Lorsque tu vis cracher sur ta divinité
6              La crapule du corps de garde et des cuisines,
7              Et lorsque tu sentis s’enfoncer les épines
8              Dans ton crâne où vivait l’immense Humanité

1. εκτός από την προσθήκη «ναι, θυμήσου» που είδαμε και που υπερβαίνει σε ποιητικότητα το πρωτότυπο, έχουμε την καθαρά ποιητικίζουσα πια αντιστροφή: «των Ελαιών το Όρος»: «των Ελαιών θυμήσου το Όρος», στη θέση του «απολύτως πεζού»: «θυμήσου το Όρος των Ελαιών», του πρωτοτύπου.
Γιά να δοκιμάσουμε: θυμήσου το Τείχος των Δακρύων: των Δακρύων θυμήσου το Τείχος· θυμήσου το Κάστρο της Ωριάς: της Ωριάς θυμήσου το Κάστρο· θυμήσου τη Γη του Πυρός: του Πυρός θυμήσου τη Γη κ.ο.κ. Περιττό όποιο άλλο σχόλιο.

2. αφέλεια· στο πρωτότυπο, simplicité= απλότητα, απλοϊκότητα. Η «αφέλεια», παρόλο που απέχει από το γαλλικό, δεν είναι ακριβώς εσφαλμένη επιλογή· όμως, χρωματίζει, για να μην πω στιγματίζει, πολύ αμεσότερα και εντονότερα τη στάση του Ιησού απ’ όσο μοιάζει να θέλει ο ποιητής. Αν παρ’ όλα αυτά ήθελε κανείς να κάνει έτσι αμεσότερο τον υπαινιγμό, προτιμότερη θα ήταν, νομίζω, η «αγαθότητα».
[το «προσερχόσουν», αντί «προσευχόσουν», υποθέτω πως είναι τυπογραφικό λάθος] 

3. στα γαλλικά η φράση «Celui qui dans son ciel»= Αυτός που πάνω στον ουρανό του, στους ουρανούς του, πάνω απ’ τον ουρανό του κτλ. δίνει άμεσα, απερίφραστα, την τρομερή εικόνα του Θεού που γελάει με τα καρφιά που χώνουν στις ζωντανές σάρκες του γιου του· στα ελληνικά μένει μόνο το κεφαλαίο Α (Αυτόν) να σηκώσει το βάρος αυτής της ιδιαίτερα τολμηρής μπωντλαιρικής ιδέας. Σημαντική δηλαδή η παράλειψη του «dans son ciel».

4. «πανάθλιοι» οι δήμιοι, αλλά το «χαμερπείς» δεν υπάρχει –κι είναι το τελευταίο εξάλλου με το οποίο θα χαρακτήριζε ποτέ κανείς έναν δήμιο!
Εδώ είναι κι η «σάρκα η ζωντανή σου» που είδαμε, άλλη ποιητικίζουσα αντιστροφή: «στις ζωντανές σου σάρκες», κατά λέξη, στο πρωτότυπο, «στη ζωντανή σου σάρκα», που κι εδώ γίνεται «στη σάρκα σου τη ζωντανή»: έστω· επαναλαμβάνεται όμως και το κτητικό, και η σύνταξη δύσκολα επιδέχεται πια χαρακτηρισμό.
Αν δοκιμάσουμε κι εδώ, το αποτέλεσμα θα είναι απλώς ιλαρό: το υπέροχο γραπτό σου: το γραπτό σου το υπέροχό σου· στον όμορφο λαιμό σου: στον λαιμό σου τον όμορφό σου!!! κ.ο.κ.

5. ψιλά γράμματα η διαφορά του «φτύνω τη θεότητά σου» και «σου φτύνω τη θεότητά σου», όμως ο «κάθε πότης», όπως ξανάπαμε, είναι προσθήκη αυθαίρετη, ή μάλλον κουτοπόνηρη, για να βρει να ομοιοκαταλακτήσει η «Ανθρωπότης» του στ. 8·

6. βλ. κυρίως κείμενο, γι’ αυτή την αλυσίδα πρόσθετων χαρακτηρισμών (η «βρομιά», αντί για την υπέροχη αλλά λαϊκή λέξη «βρόμια», υποθέτω πως είναι επίσης τυπογραφικό λάθος της εφημερίδας)·

7. ότι τα αγκάθια τρυπάνε την κεφαλή του Ιησού «συνοδεία λήρων» αποτελεί επίσης εικόνα του Κεντρωτή, αφού το «συνοδεία λήρων», με τους λήρους, πλουμιστή λέξη και άσχετη έτσι κι αλλιώς με την περίσταση, δεν υπάρχει στο πρωτότυπο· επινοήθηκε για ρίμα στο «μαγείρων»·

8. «η τεράστια Ανθρωπότης» κεντρωτίζεται με τον απλούστερο κι όμως αποτελεσματικότερο τρόπο: «όλη η τεράστια η Ανθρωπότης», εδώ κι αν είναι ψύλλοι στ’ άχυρα.

Παρότι ανήκουν στα στοιχειώδη μαθήματα προκαταρκτικού μαθήματος σε σχολή μετάφρασης.

buzz it!

28/12/19

Θάνος Μικρούτσικος, μια ολόκληρη εποχή από μόνος του (1947-2019)


στο καλό, Θάνο!


δοκιμαστικό για την "Καντάτα για τη Μακρόνησο", 1976



από τον «Σχοινοβάτη» (2004) σε ποίηση Ρίτσου, με τη Γεωργία Συλλαίου
από τα σπουδαιότερα τραγούδια, όχι απλώς του Μικρούτσικου αλλά των τελευταίων δεκαετιών –και πάλι, μετριοπαθής νομίζω είμαι

buzz it!

22/12/19

Κάποιοι μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι, ο φουστανελάς κος Γιανναράς, και οι τραγοπροβιές

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Δεκ. 2019)



* Κάποιοι μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι. Αγραμματοσύνη οπωσδήποτε, αλλιώς σκέτος πολιτικαντισμός, μπορεί να οδηγεί στην αντιμετώπιση ενός (οποιουδήποτε) συνθήματος σαν να είναι αυστηρός γενικευτικός κανόνας, κατάληξη επιστημονικής διατριβής κτλ.

Παραβλέποντας, στην καλύτερη και αθωότερη περίπτωση, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των διαφορετικών κατηγοριών λόγου, με τις ειδικές κάθε φορά λειτουργίες τους –από τον γραπτό, και μάλιστα δοκιμιακό, λόγο, ώς τον προφορικό, καθημερινό λόγο, έπειτα την αργκό και τα συνθήματα κ.ο.κ., χώρια τα πολυπληθή και πολυποίκιλα σχήματα λόγου.

Κι αρχίζουν οι πολεμικές ιαχές, έως και προσφυγή, λέει, στον Άρειο Πάγο, περίπου για να απαγορευτεί το σύνθημα κτλ. Εθνικιστικής προέλευσης φαιδρότητες, κατά κανόνα, που αποβλέπουν κυρίως στο γυαλί, πιστεύω ακράδαντα εγώ.

* Και καλά οι υπερπατριώτες και τα εθνίκια, αλλά συχνά παρακολουθούμε σοβαρούς κατά τεκμήριο δημοσιολόγους, σ’ ένα κρεσέντο (απολιτικής, εξ ορισμού) ηθικολογίας και (απολιτικού, εξ ορισμού) καθωσπρεπισμού απέναντι στο επικατάρατο σύνθημα «Μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι».

Που, ιδίως αυτό, μ’ όλη την προγραμματική αγριάδα του, λειάνθηκε μέσα σε μια έκρηξη συλλογικού χιούμορ, που έδωσε πλήθος ευφάνταστες σουρεαλιστικές κατασκευές, πάσης φύσεως φράσεις με επωδό το εν λόγω σύνθημα, όπως «Εγώ για κείνον χάνομαι, μα άλλη τον φασώνει· μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι», «Το τσίπουρο τελείωσε κι η μπίρα με φουσκώνει· μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι», «Τα βράδια στην Αθήνα οι γάτοι είναι μόνοι· μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» κ.ά.

Ταραχή λοιπόν μεγάλη και τώρα, και σ’ ένα από τα μαρινάκικα έντυπα διαβάζω πάλι για «τα παιδιά αυτά [που] δεν είχαν και δεν έχουν μια “στέρεη ιδεολογία”, επειδή έχουν μεγαλώσει μέσα στον εικονικό κόσμο του Internet και η ψηφιακή τους κουλτούρα δεν τους επέτρεπε [...] να κατανοήσουν πολλές φορές πού τελειώνει το σαλόνι και πού αρχίζει… το λογισμικό!» Ή για μια «απαράδεκτη γενίκευση, [που] υπονοούσε ότι όλοι οι αστυνομικοί είναι δολοφόνοι (κάτι που ειδικά σήμερα ακούγεται ως εντελώς εξωφρενικό, αφού χρειαζόμαστε την Αστυνομία όσο ποτέ άλλοτε για να κυκλοφορούμε ασφαλείς στις πόλεις μας)» κ.ά.

Εν πάση περιπτώσει, και εφόσον δεν καταργούμε όχι μόνο τα ίδια μας τα μάτια αλλά και την ποικιλοτρόπως τεκμηριωμένη ιστορική γνώση, εντάξει, χαλαρώστε παιδιά:

«ΚΑΠΟΙΟΙ μπάτσοι, ΚΑΠΟΙΑ γουρούνια, ΚΑΠΟΙΟΙ δολοφόνοι», ή «ΚΑΠΟΙΟΙ μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι!»

Ώστε υπολήψεις δεν θίγουμε και καρδιές δεν χαλάμε…

* Η χαμένη παράδοση, ξανά: «Μέρες πάλι γιορτινές, και ολόκληρη η βανδαλικά εξομοιωμένη Ελλάδα πιθηκίζει τον χριστουγεννιάτικο “στολισμό” της Βόρειας Ευρώπης: Κάποτε τα Ελληνόπουλα τραγούδαγαν τα κάλαντα κρατώντας στολισμένο καράβι, τώρα…» κτλ.

Τώρα, λέει, ένας «κοκκινοντυμένος υπερήλικας», «πλαστικά [!] έλατα» και «φωτάκια που αναβοσβήνουν»…

Είναι δυνατόν; σήμερα ακόμα; και με τέτοιο ύφος;

Ναι, είναι· αν είσαι ο Χρήστος Γιανναράς, και τιμάς ο ίδιος την παράδοση, κυκλοφορώντας με φουστανέλα και με στριφτή μουστάκα.

(Και μιλάς, δεκαετίες τώρα, για «Ελληνώνυμους», όπως συχνότατα για «Ελλαδιστάν» και «ελληνώνυμο κρατίδιο»: άλλη «παράδοση» αυτά, άλλο «ήθος».)

* Για ερωτευμένους αυστηρώς. Μικρό δώρο στους ερωτευμένους, γιορτές που ήρθαν, για τα πάρτι ή τα ραντεβού της παραμονής, ιδίως της Πρωτοχρονιάς, μαζί με το φιλί στην αλλαγή του χρόνου λ.χ.

Μαζί με το φιλί λοιπόν κι ένα φλογάτο τριαντάφυλλο ενδεχομένως, μακάρι και δαχτυλίδι, χαϊδέψτε της το χέρι και πείτε της περιπαθώς: «γι’ αυτά τα σαν τρούφες τρυφερά σου χέρια!»

Αν τώρα έξαλλη σας δώσει το τριαντάφυλλο να το φάτε, που της είπατε τρούφες τα χέρια της, διαβεβαιώστε την πως έτσι γράφει ένας μεγάλος ποιητής, ο Νερούδα, στην περίφημη συλλογή του Είκοσι ερωτικά ποιήματα!

Βέβαια ο ποιητής γράφει: tus manos suaves como las uvas, δηλαδή τρυφερά χέρια σαν τα σταφύλια, σαν ρώγες σταφυλιού (χρωστώ την επισήμανση στον φίλο Γ. Κόκκινο), κι ο μεταφραστής, θέλοντας να κρατήσει σώνει και καλά την παρήχηση suaves-uvas, τα τρυφερά χέρια τα ’κανε τρούφες!

Πάλι καλά, θα μπορούσε να τα κάνει λόγου χάρη «τραγοπροβιές».

Κι αφού βρεθήκαμε στην παρήχηση τού -τρ (η οποία, ψιλά γράμματα, δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποδώσει την απαλότητα τού suaves-uvas), εδώ είναι που ταιριάζει αυτό για την Τραχανοπλαγιά που φαντασιώνεται πως είναι Μπαρτσελόνα.

buzz it!

15/12/19

Εκβιαστές λογοκριτές και αθώοι ένοχοι

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Δεκ. 2019)


* Στυγνά εκβιαστικές είναι πλείστες όσες μηνύσεις και αγωγές, και όχι μόνο κουτοπόνηρες (διάβαζε: πανούργες) και εκδικητικές, όπως έγραφα το περασμένο Σάββατο.

Επιτρέψτε μου τη συμπλήρωση, είναι σημαντικότατη παράμετρος αυτής της κατηγορίας μηνύσεων και αγωγών, που κατατίθενται με απόλυτη συνείδηση πως είναι έωλες, και όντως δεν κερδίζονται, όμως καταταλαιπωρούν, από μιαν άποψη δηλαδή τιμωρούν, τον εγκαλούμενο, εξασφαλίζοντας μικρή χαρά και μεγάλη δημοσιότητα στον μηνυτή.

Εκβιαστικές λοιπόν, γιατί, πέρα από τον εγκαλούμενο, βροντοφωνάζουν προς πάσα κατεύθυνση: εγώ δεν σηκώνω μύγα στο σπαθί μου, καθίστε καλά, αλλιώς κοιτάτε τι σας περιμένει… κτλ.

Από τους μετρ του είδους, από τους ελάχιστους που μπόρεσα να αναφέρω (Σεφερλή, Μπογδάνο κ.ά.), ο άγιος Πειραιώς, που σε μια μάλιστα παρέμβασή του στην εφημερίδα εδώ επισύναπτε και τα «ιδιωτικά συμφωνητικά μεταμέλειας» που είχε πετύχει με δύο θύματά του!

* Άλλος σταρ, που αυτόν, μεγάλη μου παράλειψη, δεν τον ανέφερα και σπεύδω να επανορθώσω, ο περιλάλητος Κούγιας, που μοιάζει να αφιερώνει τον μισό χρόνο της επαγγελματικής του ενασχόλησης, μοιράζοντας urbi et orbi εξώδικα –τρέμετε λαοί.

Παράλειψή μου, είπα, καθώς μάλιστα ήταν «οι μέρες του Αλέξη», του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Και, μέρες του Αλέξη, πάντα θυμόμαστε την επαναληπτική, την πολλαπλή δολοφονία του 15χρονου, από τα ΜΜΕ ώς τις αίθουσες του δικαστηρίου.

Όπου λόγου χάρη ο συνήγορος υπεράσπισης του φονέα Κορκονέα βρήκε να σχολιάσει, ανάμεσα σε διάφορα έγγραφα, και την τελευταία σχολική έκθεση του δολοφονημένου!

«Αλ. Κούγιας: Κοιτάξτε ορθογραφία, κοιτάξτε πόσα λάθη έχει. Στερείται παντελώς λεξιλογίου.
»Ζωή Κωνσταντοπούλου (συνήγορος της οικογένειας του θύματος): Γι’ αυτό τον σκότωσε ο πελάτης σας;
»Κούγιας: Φανταστείτε τι θα έκανε στα 8, στα 9, στα 10, στα 11 του χρόνια, αν γράφει έτσι στα 15 του.»

 * Και στον απόηχο των φετινών ημερών του Αλέξη, βράδυ Κυριακής στο Πασαλιμάνι, πλήθος τρικάκια στο πεζοδρόμιο: ο μαίανδρος, και με κεφαλαία: Λαϊκός Σύνδεσμος / Χρυσή Αυγή.

Και σκεφτόμουν τώρα πόσο εξαφανισμένοι είναι τελικά οι καταπτοημένοι, λέει, Χρυσαυγίτες, που μες στην κυριακάτικη πολυκοσμία υπενθύμισαν πανηγυρικά την ύπαρξή τους, ενώ όλο και για κάποιες επιθέσεις τους διαβάζουμε, ελάχιστες από τις πολύ περισσότερες που θα γίνονται –κι ας είναι κι αυτές ελάχιστες σχετικά με όσες γίνονταν χτες ακόμα. Να χαρούμε όμως; Μπορεί. Αλλά δεν, δεν βγαίνει.

Και λίγα μέτρα παρακάτω, σ’ ένα σημείο επάνω στο φαρδύ πεζούλι, προσοχή: όχι σε καμιά γωνιά ή πλάι σε σκουπίδια, αλλά σε περίβλεπτη θέση, μια στοίβα ξεψαχνισμένα σιντί. Από Μιχάλη Χατζηγιάννη έως «Μπαχ, Ο κορυφαίος συνθέτης όλων των εποχών». Και πεταμένη χάμω η αδειανή, η θαρρείς προσεχτικά αδειασμένη, σακούλα. Το σενάριο, νομίζω, προφανές.

Τουλάχιστον, με το ξεψάχνισμα της λείας, να το γλίτωσε το ξύλο ο φουκαράς;

* Και μήπως τότε, σκέφτομαι διάφορα παρανοϊκά, να ξεγελάσω την ανήμπορη λύσσα μου, μήπως τότε μια σακούλα σιντί στο χέρι κάθε καταραμένου της γης μπορεί να του εξασφαλίζει τη σωματική του ακεραιότητα;

Γιατί πως θα γλιτώσουμε απ’ τους Χρυσαυγίτες έτσι εύκολα, μάλλον αυταπάτη είναι.

Ίσα ίσα, διόλου απίθανο και να πυκνώσουν οι επιθέσεις, έστω σε αυτοσχέδια βάση, στο γενικότερο πλαίσιο της διάχυτης και νομιμοποιημένης βίας. Με άμεση σχεδόν αναφορά στην επίσημη πολιτεία και πλάτες τους μια εκτραχηλισμένη κοινωνία.

* Απαλλαγή λόγω παραγραφής· αθώωση, όχι. Μια και βρεθήκαμε γενικότερα στα λημέρια της δικαιοσύνης, ανάγκη πάσα, ανάγκη κατεπείγουσα, να βρεθεί άλλος όρος για τον «αθώο λόγω παραγραφής».

Γιατί δεν νοείται η ομολογημένη ενοχή του Τσουκάτου να γίνεται αθώωση λόγω παραγραφής. Και, το αθλιότερο, να δηλώνει ότι δικαιώθηκε, ο απλώς απαλλαγμένος.

Και δεν νοείται η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση για κατά συρροή ασέλγεια εις βάρος ανηλίκων του Ν. Γεωργιάδη να μην επανεξετάζεται σε έφεση λόγω παραγραφής, κι αυτό να λέγεται αθώωση. Και, το επίσης τρισάθλιο, να βγαίνει να δηλώνει θύμα σκευωρίας και δικαιωμένος, ο απλώς απαλλαγμένος.

Η δικαιοσύνη τη δουλειά της, αλλά εμείς, με τη δικαιότερη και ακριβολόγα γλώσσα, τη δικιά μας.

buzz it!

8/12/19

Κουτοπόνηρες, εκδικητικές μηνύσεις και αγωγές

(Εφημερίδα των συντακτών 7 Δεκ. 2019)



* Ταρίφες αγίων: Διαμαρτύρεται ο άγιος Πειραιώς, με επιστολή του στα Νέα: «καθυβρίζομαι [σ.σ. από συνεργάτη της εφημερίδας] ως “κήρυκας του μίσους στα πρωινάδικα”, ως “χρυσαυγίτης”, και προπηλακίζομαι με την εξυβριστική προτροπή: “Βγάλτε τον σκασμό λοιπόν, κήρυκες του μίσους”…»

Εγώ όμως, διαμαρτύρεται ο άγιος, έχω 30 συσσίτια στη μητρόπολή μου, όπου «σιτίζονται καθημερινώς 7.500 συνάνθρωποι [σ.σ. όχι, δεν γράφει «μας», «συνάνθρωποί μας»] χωρίς διάκριση θρησκείας, χρώματος ή εθνοτικής προελεύσεως»· και εγώ είμαι ο μόνος ιεράρχης που στηλίτευσε «τον παγανιστικό και αποκρυφιστικό χαρακτήρα του μορφώματος της Χ.Α.»· τέλος, ο άγιος παραθέτει χωρία από το Κοράνι, που δείχνουν πως ίσα ίσα εκείνο είναι κήρυκας του μίσους. Οπότε δεν νοείται, καταλήγει, «να ανέχεσαι τον εποικισμό της πατρίδας σου με ομοπίστους των εχθρών σου…» κτλ.

* Μπα, δεν αναζητούμε σώνει και καλά ειρμό. Παρατηρούμε απλώς τον άλλοτε τιμωρό ιεράρχη με τη ρομφαία των αγωγών και τις απαιτήσεις εκατομμυρίων ευρώ να καλλιγραφεί μιαν απλή επιστολή, υπόδειγμα καταλλαγής.

Και αναζητούμε τον κώδικα, τη σχετική κλίμακα αξιών του αγίου με τον σχετικό τιμοκατάλογο:

Να καθυβρίζεται λοιπόν και να προπηλακίζεται να βγάλει τον σκασμό κοτζάμ ιεράρχης, να τον λένε κήρυκα μίσους (στα πρωινάδικα!) και χρυσαυγίτη, δεν θα ’ναι φαίνεται και τόσο τρομερό. Με μιαν απλή επιστολή, όλα καλά.

Αντίθετα, άμα του γράψουν ότι κάποια λόγια του (προσοχή: όχι ο ίδιος, αλλά κάποια λόγια του) «είναι αρμοδιότητας ψυχιάτρου», λόγια εξάλλου που απηχούν τη χιλιοδιακηρυγμένη εναντίωσή του στην ομοφυλοφιλία («οι ομοφυλόφιλοι έκαναν αξία ζωής τον σωλήνα αποβολής των περιττωμάτων του ανθρώπινου σώματος»), τότε ζητάει κάτι ψωροεκατομμύρια ευρώ, δέκα τον αριθμό!

Είναι κι αυτή μια κλίμακα, «νιώθεται», που λέει ο ποιητής.

* «Ένοχος», εν πάση περιπτώσει, ήταν και τότε κάποιος συνεργάτης, η αφεντιά μου, της ίδιας εφημερίδας, των Νέων.

Μόνο που τότε, μου ’ρχεται ξαφνικά η ιδέα, τα Νέα δεν ήταν του Μαρινάκη, προστάτη του αγίου. Οπότε ο άγιος δεν θα στρεφόταν τώρα κατά του ευεργέτη του, αφού, ως γνωστόν, μια αγωγή στρέφεται πάντοτε κατά του συντάκτη και κατά της εφημερίδας.

Αλλά τόσο μικρός ο άγιος; Μπα, η άρρωστη η σκέψη η δική μου…

Μπορεί όμως και να ’ναι απλώς πως το ’χτισε τότε το τείχος προστασίας γύρω απ’ τον πύργο της εξουσίας του, εξασφάλισε επίσης τη μέγιστη δημοσιότητα με τις πάσης φύσεως αγωγές του και τώρα είπε να ενδυθεί τον μανδύα του μεγάθυμου ιεράρχη που θα όφειλε να είναι.

* Έτσι όπως στερεώνει την εξουσία του ο νεοσσός της πολιτικής, που δεν τον προλάβαμε στο αβγό και τώρα τον έχουμε εθνοπατέρα, πρώτο τραπέζι πίστα σ’ όποιο κανάλι ανοίξεις.

Και μεθυσμένος από τη γρήγορη άνοδό του, εξακολουθεί να επιδίδεται σε κάθε είδους θεατρινισμό και πρόκληση, βρήκε όμως καθώς μπουσούλαγε και το κουτί με τα σπίρτα. Και άρχισε να γίνεται και αλλιώς επικίνδυνος ο Μπογδάνος.

Που κι αυτός, με όσα επονείδιστα κι αν τον στολίζουν καθημερινά, από αγράμματο και αστοιχείωτο (με αποδείξεις, φυσικά), ακροδεξιό, πλυντήριο της Χρυσαυγής και πλήθος άλλα, το «ρουφιάνος» τον πλήγωσε βαριά, κι έστειλε πολυσέλιδο εξώδικο στην Ελληνοφρένεια!

Κι αν δεν της έχω σούρει της εκπομπής αυτής... Αλλά τώρα, ούτε λόγος, μαζί της.

* Οι εκδικητικές μηνύσεις και αγωγές, που γίνονται με απόλυτη γνώση πως δεν ευσταθούν, όμως θα ταλαιπωρήσουν αρκούντως τον εγκαλούμενο και –κοινός παρονομαστής– θα συντηρήσουν στη δημοσιότητα τον τάχαμου αδικημένο που αποζητάει το δίκιο του, χτίζοντας το προφίλ του άτεγκτου και του πολλά βαρύ, είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο, τόμος, τόμοι ολόκληροι.

Από τις πιο πρόσφατες περιπτώσεις θέλω να κατονομάσω, εντελώς ενδεικτικά, τον Σεφερλή που τραβολογάει την Έλενα Ακρίτα, επειδή μίλησε για τον χυδαίο, ρατσιστικό, ξενοφοβικό κτλ. χαρακτήρα του έργου του· τον Ζουγανέλη που, αφού γέμισε το διαδίκτυο με ευθέως ρατσιστικές δηλώσεις, εν ονόματι του αντιρατσιστικού παρελθόντος του μηνύει όποιον τον κατάγγειλε για ρατσιστή· ή, περνώντας στο κωμικό πια, τον Σμαραγδή που απείλησε με αγωγές όλους τους κριτικούς που, αντιπροσωπεύοντας «την αισθητική της ξυρισμένης μασχάλης» (!), «λάσπωσαν» το έργο του.

Μακάρι να υπήρχε όρεξη να ασχοληθεί κανείς αναλυτικά, όσο ψυχοφθόρο κι αν είναι.

buzz it!