27/6/21

Ο αποδιοπομπαίος Τσιτσιπάς και το Αφρόλουτρο ’21

 (Εφημερίδα των συντακτών 26 Ιουν. 2021)

(όταν εμείς παίζαμε τένις, οι άλλοι, πάνω στα δέντρα... κτλ.)

 

* Ο άνθρωπος που λατρεύουμε να τον μισούμε –για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν ξενισμό που σχεδόν τον απεχθανόμουν, όμως ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Ο λόγος για τον Τσιτσιπά, που όταν διέψευσε τις προσδοκίες μας, εκεί που περιμέναμε (όχι όλοι!) να τον στέψουμε εθνικό ήρωα, έγινε ένας καταγέλαστος λούζερ. Και δεν μιλάω για τους πολλούς, πιστεύω, που με λαχτάρα περιμένανε τη νίκη, και θα ’θελαν να τον δουν να χαίρεται, παρά την ήττα, να χαμογελάει (φιναλίστ δα σε κορυφαία διοργάνωση και 4ος σε παγκόσμια κατάταξη)· αλλά γι’ αυτούς που του την είχανε στημένη, που ακόμα και «σίχαμα» τον γράφαν κάποιοι, και άλλοι του ζητούσαν πρώτα να μετανοήσει για την κάθε του αμαρτία, κι έπειτα να/ας νικήσει.

Και σκέφτομαι τον Γκάλη, με τον οποίο μάθαμε όλοι μπάσκετ, όπως τώρα με τον Τσιτσιπά τένις (που όμως δεν του το πιστώνουμε): άραγε τον θυμόμαστε συχνά χαμογελαστό τον μέγιστο Νίκο Γκάλη; Λέω, μάθαμε τένις, όσο κι αν το σνομπάραμε μαζί: σπορ των πλουσίων κτλ. Αλλά ό,τι μάθαμε, ήταν αναπόφευκτα από ένα σημείο κι έπειτα. Παρακολουθήσαμε οι περισσότεροι ένα άγνωστό μας άθλημα, άλλοι από εθνική υπερηφάνεια, άλλοι από απλή περιέργεια, αλλά και κάποια καχυποψία: γιά να τον δούμε λοιπόν κι αυτόν τι ψάρια πιάνει, που είπε και κάτι ανοησίες από το Ντουμπάι (όπου έκανε προπόνηση, αλλά τον μπέρδεψαν με τους επαγγελματίες γλεντοκόπους κοσμικούς).

Και τους «επιβεβαίωσε» ο Τσιτσιπάς: όλο νεύρα που νικήθηκε, δίχως μισό χαμόγελο! Κι αμέσως βρέθηκε κι άλλη τροφή, που ανακυκλώθηκε αστραπιαία στα κοινωνικά μέσα: οξύθυμος, βρίζει, ξεσπάει στη ρακέτα του κ.ά. Ενώ την ίδια στιγμή κυκλοφόρησε η αγιογραφία του νικητή Τζόκοβιτς, που μεγάλωσε μέσα στις βόμβες και έχει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Αλήθεια είναι αυτά, και το έργο του Τζόκοβιτς και ο κακομαθημένος, ας πούμε, Τσιτσιπάς. Που σίγουρα όλοι θα τον θέλαμε να χαμογελάει, όλοι θέλαμε αυτό το πανέμορφο και ολόφωτο πρόσωπο χαμογελαστό, όπως τις άλλες στιγμές. Λες και δεν έχουμε δει τους χαμένους ενός τελικού στο ποδόσφαιρο, με τι μούτρα αφήνουν να τους περάσουν το μετάλλιο στον λαιμό, που το βγάζουν αμέσως με αποστροφή, σαν να τους είχαν κρεμάσει τα κουδούνια της ντροπής. Πάντως δεν έχουμε ξαναδεί τον αγιογραφούμενο τώρα νικητή στα δικά του ξεσπάσματα, όταν πετάει πέρα τη ρακέτα, όπως σε αμέσως προηγούμενο παιχνίδι του με τον Τσιτσιπά –ή όταν είχε πετάξει με δύναμη το μπαλάκι στην επόπτρια.

Έτσι είναι· με την ήττα του Τσιτσιπά χάσαμε το θέαμα του ηττημένου Τζόκοβιτς. Όμως το ξέσπασμα στη ρακέτα, ακόμα κι από τον κορυφαίο και γλυκύτατο Ράφα Ναδάλ, είναι καλώς ή κακώς κλασική αντίδραση. Το ρεκόρ ανήκει, νομίζω, στον Κύπριο Μάρκο Παγδατή, που κάποια φορά άρχισε να σπάει τις ρακέτες του τη μία μετά την άλλη –τέσσερις στην καθισιά. Ενώ ο ελληνικής καταγωγής Νικ Κύργιος έχει κατακτήσει αν όχι το χρυσό πάντως κάποιο μετάλλιο στην αντιαθλητική συμπεριφορά.

* Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά, κι ας σκεφτούμε άλλα και αλλιώς: αν είχαμε λ.χ. έναν σπουδαίο συνθέτη που μας έβγαινε εθνικιστής ακροδεξιός, ή έναν μεγάλο συνθέτη δραχμοφονιά, που μια ζωή έριχνε αγρίως στα οικονομικά τους συνεργάτες του, ή άλλον σπουδαίο συνθέτη μες στην ξινίλα και με υψωμένο φρύδι (και δάχτυλο μαζί), ή έναν μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή (όχι του γούστου μου, αλλά καμία σημασία) συνωμοσιολόγο αντιεβραϊστή, ή έναν ζωγράφο ή έναν πεζογράφο ή έναν φιλόσοφο ξενόφοβο ρατσιστή, θα καταργούσαμε άραγε αναδρομικά τη συγκίνηση που μας προξένησε το έργο τους, θα βάζαμε εν πάση περιπτώσει τον χαρακτήρα τους ή τις ιδέες τους πάνω από το έργο τους; Θα τους διαγράφαμε δηλαδή, θα τους σβήναμε από το παρελθόν ή κι από το παρόν μας;

Και πέρα από την επιβαλλόμενη κριτική (που σπάνια την ασκούμε, μόνο βαράμε προσοχές!) θα τους αντιμετωπίζαμε άραγε απολύτως απαξιωτικά, και μάλιστα χλευαστικά, για τον χαρακτήρα αλλά και για το έργο τους;

 

* Αφρόλουτρο ’21. «Επιθυμία ελευθερίας» πλημμύρισε τις προάλλες τα κανάλια μας, ένα πρόγραμμα της επιτροπής της Γιάννας Αγγελοπούλου, κατά το οποίο προβλήθηκε στην πρόσοψη κτιρίων 18 διαφορετικών πόλεων μια «οπτικοποιημένη αφήγηση του Αγώνα του 1821…» κτλ.

Αφήνω το θέαμα, καλό-κακό, αδιάφορο εδώ: τρία κρατάμε πάντα, τρεις ντροπές, την επικεφαλής Γιάννα, τον εντολέα της τον Κυριάκο Μητσοτάκη, και εκείνο, ναι, το περιβόητο εξώφυλλο του Βημαγκαζίνο, με τα κεφάλια των κεφαλών της Ευρώπης και της χώρας μας μοντάζ με τις μεγάλες μορφές του ’21. Τώρα πίσω πίσω, θα πείτε, κι ενώ αποσύρθηκε αμέσως; Ναι, γιατί αποτύπωσε το πρόσωπο του τρίτου παίκτη σ’ όλα αυτά, της κοινωνίας που ανέδειξε τους άλλους δύο.

Στο προκείμενο, ιδού, μία από τις ασύνειδες ενδεχομένως (κουκιά τρώνε, κουκιά μαρτυράνε) προσεγγίσεις, η αφυδάτωση, η αποβουτύρωση, η λαπαδοποίηση μιας κορυφαίας σελίδας της ιστορίας μας: η ονομασία και μόνο: «επιθυμία ελευθερίας». Προσέξτε, πέρα από το αμιγώς γλωσσικό (επιθυμία με γενική, όπως άραγε: επιθυμία φαγητού; νιώθω μια επιθυμία γλυκού;): «Επιθυμία»; Τόσο άνευρο, τόσο χυλός; Ο δεσμώτης, ο φυλακισμένος, ο υπόδουλος, ο σκλάβος, έχει «επιθυμία» ελευθερίας; / της ελευθερίας; / για ελευθερία; Όχι λαχτάρα; Πόθο; Δίψα;

Η δίψα για την ελευθερία λοιπόν. Όντως ψύλλοι στ’ άχυρα, την εποχή του λάιφστάιλ. Με τα μυαλά λαϊφστάιλ.

buzz it!

20/6/21

Τα ουδέποτε αλάνθαστα βιβλία και οι άνθρωποί τους, ή Μια μεταφυσική ιστορία

 (Εφημερίδα των συντακτών 18-20 Ιουν. 2021)

* Απαραίτητο διάλειμμα, και για τον αναγνώστη και για τον γράφοντα, από τα μπαμπινιωτικά. Ξεκινήσαμε με τον γλωσσολόγο που με το ίδιο του το έργο αντιστρατεύεται την επιστήμη του, επιλέγοντας την καθαρά ρυθμιστική προσέγγιση της γλώσσας, αντί για την περιγραφική. Κάποια στιγμή, αποτοξινωμένοι πια, θα επανέλθουμε στην πολυσχολιασμένη προχειρότητα που αναδύεται από το έργο του. Και πρώτα από το Λεξικό, με τα πλήθος ακόμα λάθη που κουβαλάει είκοσι τόσα χρόνια τώρα, στην 5η πλέον έκδοσή του.

Βεβαίως δεν υπάρχει βιβλίο δίχως λάθη, υπάρχουν όμως βιβλία και βιβλία. Ο κανόνας δηλαδή σχετικοποιείται, όταν πρόκειται για έργα αναφοράς, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες κτλ., όπου απαιτείται υπερπολλαπλάσια επιμέλεια –και για τα οποία εξάλλου εργάζονται επιτελεία ολόκληρα.

Και επίσης υπάρχουν λάθη και λάθη. Από τυπογραφικά (ποικίλης σημασίας κι εδώ) έως γραμματικοσυντακτικά, χώρια τα λεγόμενα πραγματολογικά, τα εννοιολογικά, και φυσικά τα μεταφραστικά –όπου εδώ κι αν είναι μεγάλη η κλίμακα, αφού πάλι υπάρχουν μεταφράσεις και μεταφράσεις.

* Τον αμείλικτο κανόνα ότι δεν γλιτώνεις ποτέ από τα λάθη τον έμαθα από πολύ νωρίς, από σπουδαίους μάστορες του βιβλίου με τους οποίους συνεργάστηκα, επιμελητές και τυπογράφους. Και από τη δική μου, φυσικά, πικρή, πικρότατη πείρα: τουλάχιστον δώδεκα (ναι, 12!) χέρια πέρασα τη συγκεντρωτική έκδοση με την Ποίηση του Ελύτη (Ίκαρος, 2002), και εκτός από κάποιες ψιλοδασείες, δύο σοβαρά τυπογραφικά λάθη με κυνηγάνε πάντα. Τα σημειώνω, με την ευκαιρία, αν ίσως θελήσει να τα διορθώσει στο αντίτυπό του ο αναγνώστης: «βγάνει τη νύχτα…» γράφει ο ποιητής (σ. 239), «βγαίνει…» μου ξέφυγε εμένα· «εν δ’ ύδατι αενάοντα» χρησιμοποιεί το ομηρικό ο ποιητής, «εν δι’ ύδατι…» εγώ… Όσον αφορά το ομηρικό, το αστείο (τραγικό, εντέλει) είναι ότι, ενώ είχα ελέγξει σχολαστικά ένα προς ένα κάθε παράθεμα ή ξένο στίχο κτλ. που υπήρχε σε όλες τις επιμέρους συλλογές (και χωρίς παραπομπή μάλιστα, έστω το όνομα του συγγραφέα), και διόρθωσα έτσι ουκ ολίγα λάθη, διέπραξα με τα ίδια μου τα χέρια το συγκεκριμένο λάθος, που ήταν σωστό στην οικεία συλλογή (Ο μικρός ναυτίλος)!

Εδώ όμως θα ήθελα να μεταφέρω μια σχετική, απίστευτη ιστορία, που την κουβαλάω δεκαετίες τώρα, και θέλω να την καταγράψω, πριν αποσυντεθεί κι αυτή στην παραπαίουσα μνήμη μου.

* Πρώτα χρόνια από την ανασύσταση (1978· ή ’77;) του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), μετά τη δικτατορία, και με την απόφαση να δραστηριοποιηθεί στον εκδοτικό χώρο. Αν εξαιρέσουμε οικονομική υπηρεσία, γραμματεία κτλ., όλο το Ίδρυμα, το εκδοτικό εν πάση περιπτώσει, ήμασταν τότε ο διευθυντής Ε. Χ. Κάσδαγλης και η αφεντιά μου. Με τον Κάσδαγλη συνεργαζόμασταν ήδη από το 1974, διορθώσεις στα πρώτα μεταδικτατορικά Ανθολόγια για το Δημοτικό και άλλες έπειτα εργασίες, έτσι και συνεχίσαμε μαζί στο Ίδρυμα, πλατεία Μητροπόλεως τότε. Και ξεκινάμε με τα πρώτα βιβλία, ένα εκείνος, ένα εγώ.

Σ’ ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, του Κάσδαγλη πάντως, μέσα στην αρχική έξαψη, καταφτάνει ο Χρίστος Μανουσαρίδης, ο μάστορας τυπογράφος που το είχε αναλάβει, με τα πρώτα αντίτυπα, ζεστά ζεστά από το βιβλιοδετείο. Περνάει πρώτα απ’ το δικό μου γραφείο, ακουμπάει μπροστά μου ένα αντίτυπο, έρχεται τρέχοντας κι ο Κάσδαγλης, χαρές μεγάλες, ενθουσιασμός, και λέμε λέμε… Και πάντα ο λόγος για τα αείποτε διαφεύγοντα λάθη:

«Εγώ» λέει ο Κάσδαγλης «δεν ξαναδιαβάζω ποτέ βιβλίο μου, γιατί θα βρω σίγουρα λάθη και θα στεναχωρεθώ!» «Μπα» λέει ο Χρίστος, που στέκεται όρθιος απέναντί μου· «δε χρειάζεται! Έτσι κάνεις το χέρι» και απλώνει το τεράστιο χέρι του στο βιβλίο, «το ανοίγεις», και ανοίγει στην τύχη το βιβλίο, βάζει το δάχτυλο σ’ ένα τυχαίο πάλι σημείο, «και πέφτεις στο λάθος». Κι εγώ, που ακούγοντάς τον παρακολουθώ μηχανικά τις κινήσεις του, κοιτάζω το σημείο όπου στάθηκε το δάχτυλό του –και ανατριχιάζω, όπως κάθε φορά που αφηγούμαι τη σκηνή, όπως και τώρα που τη γράφω!

Το δάχτυλό του είχε πέσει στο τέλος μιας αράδας, όπου συλλαβιζόταν η λέξη «φιλολογική»: «φιλο-» αποπάνω, αποκάτω όμως όχι: «…λογική», αλλά «…γική»! δηλαδή «φιλογική»! Δεν είναι σπάνιο το λάθος στην τεχνική της εποχής, τη λεγόμενη μονοτυπία, όπου ο στοιχειοθέτης προχωράει γράμμα γράμμα, και όταν γυρίζει η αράδα, αν τύχει κι επαναλαμβάνεται η ίδια συλλαβή, διαπράττει το λάθος. Που για τον ίδιο λόγο μπορεί να ξεφύγει και από τον διορθωτή.

Τινάχτηκα επάνω, έσκυψαν κι αυτοί –γέλια αμήχανα κι επιφωνήματα κι οι τρεις μας, αλλά σχεδόν και τρόμος: πιο μεταφυσικό δεν γινόταν.

Μνημόσυνο λοιπόν του πρωταγωνιστή της σκηνής Χρίστου Μανουσαρίδη (1936-2008), του Κάσδαγλη έπειτα (1924-1998) –κι ας μην αναφερθώ και στην άδηλη τύχη του ΜΙΕΤ, με τις τελευταίες εξελίξεις και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, που μοιάζει να απαξιώνει μια τεράστια δουλειά 40 και πλέον χρόνων.

buzz it!

13/6/21

Η ψευδώνυμη και εκ του προχείρου επιστήμη

 (Εφημερίδα των συντακτών 12 Ιουν. 2021)

* Για γλωσσολόγο που έκανε καριέρα παραβιάζοντας συστηματικά την επιστήμη του έγραφα την τελευταία φορά (29/5), για αντιγλωσσολόγο ουσιαστικά. Γιατί η γλωσσολογία, σύμφωνα με βασική αρχή της, δεν επιχειρεί να ρυθμίσει τη γλώσσα, αλλά μελετά και καταγράφει· δεν αξιολογεί, και δεν μιλάει καν για «λάθος» αλλά για αποκλίσεις από την (εκάστοτε!) πρότυπη γλώσσα. Με δυο λόγια, η γλωσσολογία είναι περιγραφική και όχι ρυθμιστική.

Όμως κατεξοχήν ρυθμιστικό είναι το έργο του Γ. Μπαμπινιώτη, όπως αποτυπώνεται ιδίως στα λεξικά του, με πλήθος αξιολογικά και ρυθμιστικά σχόλια, σε άρθρα του στις εφημερίδες, ή μέσα από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, τώρα και από τα σόσιαλ μίντια, φέισμπουκ κτλ. Με συνεχή απαγορευτικά κολακεύει τα πιο φοβικά σύνδρομα του χρήστη, πως κινδυνεύει, χάνεται η γλώσσα, πως θα μας καταπιούν τα γκρίκλις και οι ξένες λέξεις κ.ο.κ.

Γιατί πουλάει αυτό, έχει πέραση, το χρειάζεται ο κόσμος –και μόλις περιγράψαμε το φαινόμενο που ονομάζεται λαϊκισμός, δημαγωγία, ή όπως αλλιώς το πείτε, εκτός από επιστήμη, μου ’ρχεται να πω, πάντως εκτός από γλωσσολογία.

Και βρήκε, είπαμε, καινούριο βήμα ο καθηγητής στα κοινωνικά μέσα, που του εξασφαλίζουν ταχύτατη διάδοση στους καθημερινούς φετφάδες του, που οι μεν σοβαρές εφημερίδες και τα σοβαρά σάιτ τούς αναπαράγουν φιλώντας του το χέρι, τα ίδια όμως τα κοινωνικά μέσα τον πήραν στο ψιλό, όπως είδαμε πρόσφατα. Απτόητος βεβαίως συνεχίζει ο καθηγητής, τζάνκι θαρρείς της δημοσιότητας, όπως ξανάπα, αναδημοσιεύοντας αποσπάσματα και από παλιά, ξεθυμασμένα άρθρα του, συχνά χωρίς σχετική ένδειξη –και συχνά με τα λάθη τους.

* Ένα τέτοιο ξεθυμασμένο σχολίαζα στην τελευταία μου επιφυλλίδα, έναν «Δεκάλογο με ενοχλητικές χρήσεις της γλώσσας», δημοσιευμένο προ εικοσαετίας και ήδη τότε εκτός τόπου, τονίζοντας ακριβώς τον αντιγλωσσολογικό χαρακτηρισμό «ενοχλητικές χρήσεις». Δεν μου έφτανε όμως ο χώρος να αντιγράψω την τωρινή παρουσίαση στο φέισμπουκ, που μας προσφέρει κι άλλα μαργαριτάρια:

«Με αφορμή την εκπομπή “Τη γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική”, μια παραγωγή του Γιώργου και της αξέχαστης Ηρούς Σγουράκη (δημιουργών του “Μονογράμματος”) που επιμελήθηκα πριν από κάποια χρόνια στην ΝΕΤ, [...] διεξήγαγα μιαν απλή αλλά χρήσιμη, νομίζω, έρευνα. Την ιδέα μού έδωσε ανάλογη έρευνα του BBC…» Και τα αποτελέσματα εμφανίζονται «στο ακολουθούν εικονόλεξο…»

Πλην η αξέχαστη Ηρώ Σγουράκη έκλινε το όνομά της: «Ηρώς», και είναι ασεβές να τιμάς κάποιον αλλοιώνοντας κατά τις εμμονές σου το όνομά του. Φαίνεται όμως πως «ενοχλητική» θα είναι για τον κ. Μπαμπινιώτη η γενική σε -ώς, εξομάλυνση που μετράει 20 ολόκληρους αιώνες (άλλο κλείσιμο του ματιού στη λογιόπληκτη εποχή μας, που έχει νεκραναστήσει εδώ και μερικές δεκαετίες τη γενική σε -ούς: ο λαϊκισμός που λέγαμε). Και ενοχλητική θα είναι και η λ. «ακόλουθο», εξού και «το ακολουθούν» –αυτή είναι η «ορθά εξενεγμένη» γλώσσα που μάθαμε (;) εσχάτως, πάλι από στόματος Μπαμπινιώτη.

Αυτή εντέλει, που καθοδηγεί τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του. Η λογιοτάτη δηλαδή, το σκοτεινό και μόνιμο αντικείμενο του πόθου τού αθεράπευτα αρχαϊστή καθηγητή.

* Ας επιστρέψω όμως στο φέισμπουκ του κ. Μπαμπινιώτη και τις αναδημοσιεύσεις του, αυτήν τη φορά με τα λάθη τους, όπως είπα: σε πρόσφατη ανάρτηση (30/4) μεταφέρει (χωρίς σχετική ένδειξη) απόσπασμα από παλιό άρθρο του στο Βήμα (4/5/14), βασισμένο στο Λεξικό του. Η ουσία, όπως σχολίαζα εδώ τότε (10/5/14):

Το άρθρο αναφέρεται σε «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος», που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας, προσδίδοντας κύρος [!] αλλά και εκφραστικότητα στον λόγο». Ένα από αυτά, το «ψέλνω/ακούω τον αναβαλλόμενο», «από το τροπάριο “Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον” [...], για μακρά και διαρκή επίπληξη που κάνω (ψάλλω...) ή δέχομαι (ακούω...) από κάποιον». Και «πώς άλλαξε στη λαϊκή χρήση η αρχική έννοια της φράσης και από εύσημη έγινε κακόσημη»; Από τη «μακρά διάρκεια του όλου ύμνου, που ψάλλεται όση ώρα διαρκεί η Aποκαθήλωση…»

* Δηλαδή (1ον) ο βαθιά θρησκευόμενος καθηγητής, με την πυκνή, πύρινη αρθρογραφία υπέρ θρησκείας και Εκκλησίας, δεν πήγε ποτέ του Μεγάλη Παρασκευή το πρωί σε εκκλησία; Να δει πως άλλο η αποκαθήλωση, την ώρα του ευαγγελίου, και άλλο, έπειτα, η έξοδος και η περιφορά, μέσα στον ναό, του επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή, και η εναπόθεσή του στο γνωστό κουβούκλιο (που η περιφορά του γίνεται το βράδυ), στο τέλος της οποίας πλέον ψάλλεται το «Σε τον αναβαλλόμενον…»

Που (2ον) διαφορετικά από το «Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» από τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αυτό που ακούει πάντα ο κόσμος (ώστε να οδηγήσει έπειτα, με τη «λαϊκή χρήση», στην αλλαγή της «αρχικής έννοιας» κτλ.) είναι: «Σε τον αναβαλλόμενον ΤΟ φως ΩΣΠΕΡ ιμάτιον…» Έτσι είναι στο μέλος του Πέτρου Λαμπαδάριου, που ψάλλεται παραδοσιακά στις εκκλησίες, έτσι και σε άλλες μελοποιήσεις, που όλες έχουν πατήσει πάνω στις συγκεκριμένες συλλαβές.

Άραγε με τέτοιες προχειρότητες (αφήνουμε τώρα την ιδεολογία) θα τον περνούσε έναν φοιτητή του ο καθηγητής;

Για τα λάθη τουλάχιστον θα χρειαστεί να συνεχίσουμε.

buzz it!

30/5/21

Το σαπούνι σου χαλάς…

 (Εφημερίδα των συντακτών 29 Μαΐου 2021)

* Ο Δεκάλογος του Μωυσή Γ΄, όπως είπε ένας φίλος, αφού Β΄ έχει χαρακτηριστεί ο πρωθυπουργός μας· ή αλλιώς: «“Δεκάλογος” Μπαμπινιώτη με τις πιο ενοχλητικές χρήσεις της ελληνικής γλώσσας», σύμφωνα λ.χ. με το διαδικτυακό tromaktiko.gr –σύμπτωση κι αυτή!

«Τρομακτικό» λοιπόν, αλλά και Καθημερινή, Βήμα, Άθενς Βόις, Πρώτο Θέμα, Kiss929.gr, Agioitheodoroi.gr, Lesvosopen.gr, e-loggos.gr, με τη σειρά που εμφανίζονται στο γκουγκλ, και πλήθος άλλα, και ΑΝΤ1, φυσικά, και the toc.gr, κ.ά. κ.ά.

Εθνικός Συναγερμός (σχεδόν παρήχηση τού Ηθικός Πανικός, που είναι η ουσία –και το επίτευγμα του καθηγητή), με τα αποτελέσματα μιας «έρευνας», λέει, κατά την οποία οι τηλεθεατές (προσοχή, οι δικοί του τηλεθεατές, άρα και κατά τεκμήριο πιστοί, ομοφρονούντες) δήλωσαν τι τους «ενοχλεί» στη χρήση της γλώσσας.

* Δεν μίλησα τυχαία για σύμπτωση με αφορμή το tromaktiko, γιατί είναι τρομαχτικό εντέλει να μιλάει γλωσσολόγος για «ενοχλητικές χρήσεις» της γλώσσας. Γιατί ένας γλωσσολόγος δεν μιλάει καν για σωστό και λάθος, πόσο μάλλον για ενοχλητικό (που χαλάει δηλαδή τη διάθεση; κόβει την όρεξη για φαγητό, κύριε Μπαμπινιώτη;). Γιατί η γλωσσολογία δεν ρυθμίζει· περιγράφει: παρατηρεί, μελετά, ερμηνεύει την (εκάστοτε) απόκλιση από την (εκάστοτε) πρότυπη γλώσσα –και την καταγράφει: θεμελιώδης κανόνας για την εν λόγω επιστήμη, νόμος.

Για γλωσσολόγο, έγραφα πιο παλιά εδώ (10.5.14), που «εζήλωσε τη δόξα φιλολόγου, και υπηρετώντας ειδικά τα όσα αντιθέτουν τη φιλολογία στη γλωσσολογία, αφιερώθηκε στη ρυθμιστική από τη φύση της λεξικογραφία. Που την έκανε, από ιδεογλωσσικούς προφανώς λόγους, ακόμα πιο ρυθμιστική. Αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, να αποκαταστήσει την (ορθογραφική) Τάξη του κόσμου, επαναφέροντας (αντιγλωσσολογικά) παλιές, συχνά από αιώνες εγκαταλειμμένες ορθογραφήσεις, ανασυστήνοντας ή, ακόμα ακόμα, κατασκευάζοντας (αντιγλωσσολογικότατα) ορθογραφήσεις, σύμφωνα με κάποιο δικό του “δέον”, όπως ο μηδέποτε υπάρξας “αίολος”, αντί έωλος…» κτλ.

* Πάμε όμως στον «Δεκάλογο», που εμφανίζεται στις περισσότερες αναδημοσιεύσεις σαν νέα προσφορά από τον Οίκο Μπαμπινιώτη, ενώ πρόκειται για ξαναζεσταμένο φαΐ, σχεδόν 20ετίας: 12.5.2002 είχε πρωτοδημοσιεύσει την εν λόγω «έρευνά» του στο Βήμα, είχαμε διασκεδάσει και τότε με τον αγλωσσολόγητο χαρακτήρα της, την επαναφέρει τώρα, στο φέισμπουκ, που το αξιοποιεί δεόντως ο καθηγητής, εκδίδοντας κι από έναν καινούριο φετφά τη μέρα (θυμάστε τις μεταφράσεις του «λοκντάουν» και των διαφόρων «κλικ», που έδωσαν έμπνευση για σωστό πανηγύρι με ευρηματικές παρωδίες στα κοινωνικά μέσα κ.α.), αλλά και επαναλήψεις παλιών σχολίων και εντολών του, ακόμα και με λάθη τους κάποιες φορές.

* Δεν είναι άσκοπη ποτέ η επανάληψη, κάθε άλλο. Όμως να σαλπίζεις επανάσταση εν έτει 2021 για πράγματα χιλιοσυζητημένα και εξαντλημένα ήδη το 2002, όπως η χρήση ξένων λέξεων, η προστακτική «υπέγραψε», το των άρθρων και το ως-σαν, τα ρήματα σε -άγω και -βάλλω, μάλλον τον χαρακτήρα του τζάνκι της δημοσιότητας τεκμηριώνουν παρά του επιστήμονα που θέλει να ερμηνεύσει (και όχι να ρυθμίσει, ξαναλέω).

Εξέλιπαν τα σχετικά «λάθη»; Όχι· έχει ερμηνευτεί όμως η πηγή τους, κάποια είναι αστείο να αναφέρονται καν (το των άρθρων, το ένα ή τα δύο λάμδα τού βάλλω π.χ., ή η διαφορά ως-σαν, όταν κυριαρχεί πλέον το ως, κάτι που δεν το διορθώνει φυσικά ο καθηγητής), και άλλα έχουν σχεδόν καθιερωθεί: χαρακτηριστικό το ρ. διαρρέω σαν μεταβατικό, σύμφωνα με παλαιότατη και ισχυρότατη τάση της γλώσσας («ανεβαίνω τη σκάλα» κτλ.), η οποία και βέβαια διέπεται πάντοτε από συγκεκριμένη λογική –αυτή την οποία παρατηρεί, μελετά, εξιχνιάζει ακριβώς ένας επιστήμονας γλωσσολόγος, και όχι ο τροχονόμος.

Στην περίπτωση του διαρρέω, πιθανότερη εξήγηση, ας το ξαναπούμε, είναι ότι η χρήση: «ο τάδε διέρρευσε την είδηση», αντί για την «ορθή»: «διέρρευσε η είδηση», εξασφαλίζει δράστη, γραμματικό υποκείμενο δηλαδή, σε μια προμελετημένη, σκόπιμη πράξη. Δεν χωρεί ρύθμιση λοιπόν, ιδίως τώρα, και νά που το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας (επιμ. Χρ. Χαραλαμπάκη), το πλέον ευρύχωρο και προγραμματικά μη ρυθμιστικό (μία από τις αρετές του, που το έχει κάνει εμμονικό στόχο του καθηγητή), έχει λήμμα διαρρέει, με την ένδειξη: αμετάβατο και μεταβατικό.

* Δεν έχει νόημα να ασχοληθούμε εκτενέστερα με τα του Δεκαλόγου, η πράξη μετράει περισσότερο εδώ, το κυνήγι της δημοσιότητας που είπα, ο αντιγλωσσολογικός χαρακτήρας της, και το σερβίρισμά της:

Έτσι θα οδηγηθούμε στα βάθη, τρόπον τινά, της σκέψης του καθηγητή, στην ιδεολογία που υπαγορεύει τον ρυθμιστικό χαρακτήρα του κυρίως έργου του, του έργου στο οποίο οφείλεται και η αναγνωρισιμότητά του, προφανής στόχος μιας ολόκληρης ζωής και σταδιοδρομίας. Και που πρώτο της θύμα είναι η τύποις επιστήμη του, η γλωσσολογία.

Θα συνεχίσουμε λοιπόν.

 

Σημείωση: επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη με τα του Κεντρωτή, παραπέμπω στο ιστολόγιό μου για κάποια ακόμα σχόλιά του.

buzz it!

22/5/21

Το «άραχλο κουτορνίθι» και η Κιμαδομηχανή

 (Εφημερίδα των συντακτών 22 Μαΐου 2021 --με απντέιτ, 28.5, καινούριο Κεντρωτή)

* «Η ομαδούλα σκάει μύτη. Νά κι ο Γιάννης Χάρης»: έτσι απαντάει-ότι-δεν-απαντάει ο Γ. Κεντρωτής σε επιφυλλίδα μου όπου μετέφερα σχετικά μεγάλο μέρος από την κριτική του καθηγητή Μιχαήλ Πασχάλη (ΜΠ) για τα Ιταλικά του Σολωμού, που μαρτύρησαν, και αυτά, στα χέρια του μεταφραστή τους (ΓΚ).

Και πού απάντησε ο ΓΚ ότι δεν απαντάει; Όχι στην εφημερίδα όπου και η επιφυλλίδα μου, αλλά στη σελίδα του στο φέισμπουκ, κι εκεί όμως στα κρυφά, σε ανάρτηση δηλαδή που μόνο οι δικοί του, οι πιστοί, μπορούν να τη δουν, και κανείς άλλος. Τυχαίο;

Εν πάση περιπτώσει, ιδού η «απάντηση-μη-απάντηση», που αυτοσχολιάζεται μάλιστα αρκούντως: «Δημοσιεύεται σήμερα “κριτικό” κείμενο του Γιάννη Χάρη για τα “Ιταλικά” του Σολωμού στην Εφημερίδα των Συντακτών με τον υπέροχο τίτλο που βλέπετε στη φωτογραφία. Εννοείται ότι δεν πρόκειται να του απαντήσω. Αν γίνεις συνομιλητής του Χάρη, μην απορείς μετά ότι είσαι λασπωμένος. Τί ήθος όμως! Τί ήθος! Αναπαράγει το κείμενο του Μιχάλη Πασχάλη, που είχε δημοσιευθεί στα ΝΕΑ (και στο οποίο έχω απαντήσει), επειδή (λέει) ΤΑ ΝΕΑ είναι “κλειδωμένα” και δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τί μου έγραψε. Αλλά την απάντησή μου στον Πασχάλη δεν την αναφέρει καν. Γράφει ό,τι γράφει και θυμάται ξαφνικά και τον Μπωντλαίρ μου και τον Νερούδα μου... (Ο Μπωντλαίρ πάει για τρίτη έκδοση, και ο Νερούδα έχει κάνει ήδη τέσσερις!) Από Χάρηδες, άλλο τίποτα, έχουμε υπερεπάρκεια –καλά να είμαστε! Διασκεδαστές είναι, χαρά μάς δίνουνε. Άσε που είναι και οι καλύτεροι διαφημιστές: γράφει εναντίον σου ο κάθε “Χάρης”; Άρα έχεις κάνει καλή δουλειά.

»Αυτά τα ολίγα δεν είναι απάντηση στον Χάρη. Αν του απαντούσα, εξ άλλου, θα ήταν σαν να μίλαγα με την “τσου-τσού”».

Αυτοσχολιάζεται, είπαμε. Μιλάει το (γνώριμο) ήθος του, που εγκαλεί το ήθος μου, που δεν αναφέρθηκα στην απάντησή του στον κριτικό του, τον Μιχαήλ Πασχάλη. Απάντηση όμως κι αυτή «κρυμμένη», αφού είναι στα όπως πάντα κλειδωμένα στο διαδίκτυο Νέα, άρα προσιτή μόνο στους αναγνώστες ή τους συνδρομητές της εφημερίδας· και στο φέισμπουκ του κ. Κεντρωτή; κι εκεί κρυμμένη, όπως και η μη-απάντηση σ’ εμένα. Την αναζήτησα όμως: σπάνιο και άρα αξιομνημόνευτο να απαντήσει ο ΓΚ: μία φορά απάντησε παλιά σ’ εμένα, στο μόλις 10% των παρατηρήσεών μου, και πάλι τα ’κανε χειρότερα, και με τα ελληνικά του και με ψευδείς (!) παραπομπές σε σπάνια λεξικά κ.ά. Έκτοτε το αποφεύγει, βάζει συνήθως τον εκδότη του να απαντά, και ο ίδιος περιορίζεται σε διάφορα γενικόλογα και νταηλίδικα, πάντα στο προστατευμένο περιβάλλον του, όπου ούτε για κραυγαλέα λάθη έχει να δώσει λόγο ούτε για τίποτα.

* Τη βρήκα πάντως την απάντηση στον Μ. Πασχάλη. Μία από τα ίδια, πως η μετάφρασή του είναι «αυστηρά ποιητική», «προγραμματικώς ποιητική», και άρα πέραν πάσης κριτικής, και όποιου του αρέσει («κολοκυθόπιτα», γράφει σεμνότατα). Και πώς να μην του αρέσει κάποιου, εφόσον μεταφράζει «κατά μίμηση» του Σολωμού, «ερμηνεύοντας τον Σολωμό διά του Σολωμού», Σολωμός εντέλει κι ο ίδιος.

«Προσωπική αδυναμία» λοιπόν του ΜΠ που δεν καταλαβαίνει: «Πολλοί άλλοι τη διάβασαν [τη μετάφραση του ΓΚ], την κατάλαβαν (και την επαίνεσαν)»!

Δεν αμφιβάλλω πως πολλοί θα την επαίνεσαν· αλλ’ ω μακάριε κύριε Κεντρωτή, να ξέρατε πόσοι άλλοι… μη σας ταράζω όμως. Και καμαρώνετε, απευθυνόμενος σ’ εμένα τώρα, για τις 3 και 4 εκδόσεις των μεταφράσεών σας; Ότι ο κόσμος δηλαδή αγοράζει Κεντρωτή και όχι Μπωντλαίρ και Νερούδα; Ω, τι χαρά μου δίνετε: Δεν το ’χα φανταστεί ότι ο κόσμος αγοράζει, σε 5 και 10 και 15 εκδόσεις, την αφεντιά μου, τις μεταφράσεις μου, κι όχι τον Κούντερα! –Μα πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κανείς όταν μετράει την ποιότητα με τη μεζούρα, εν προκειμένω τον αριθμό εκδόσεων. Πόσο Λένα Μαντά και Χρυσηίδα Δημουλίδου ονειρεύεται τον εαυτό του!

* Ποιητικές λοιπόν οι μεταφράσεις του ΓΚ. Που μετατρέπουν αισθητές ποιητές σαν τον Μπωντλαίρ σε βουκόλους στιχοπλόκους του 19ου αιώνα. Ας αφήσουμε τον Σολωμό, με τα «νυν άγει» και τις «βροχές φθεγμάτων», και τόσους άλλους και τόσα άλλα. Ξανά στον Μπωντλαίρ, μαζί με τα «τσούρμα» και τα «τσούκια» και τα μύρια όσα έχουμε επισημάνει. Καταφεύγω τώρα σε μια επισήμανση της καθηγήτριας Μαρίας Παπαδήμα, που κι αυτής δυστυχώς η κριτική δεν βρίσκεται στο διαδίκτυο:

«Όταν αποκοιμηθείς [= πεθάνεις], ma belle ténébreuse…» απευθύνεται ο Μπωντλαίρ, με μια εικόνα υψηλής ποιητικής πνοής, σε μια όμορφη κρεολή ερωμένη του: ténébreux είναι ο σκοτεινός, ο ζοφερός· σε πρόσωπα: ο μελαγχολικός: εδώ λοιπόν η σκοτεινή, ερεβώδης ομορφιά μιας γυναίκας. «Σκοτεινή ομορφιά» αποδίδει λ.χ. ο Σημηριώτης. Και ο Κεντρωτής; «ωραίο κι άραχλό μου κουτορνίθι»!

«Ζύμωσα λάσπη κι έφτιαξα χρυσάφι» είναι μια περίφημη ρήση του Μπωντλαίρ. Θα μου επιτραπεί να την παραφράσω, ακριβώς για τον «μεταφραστή» του:

«Ζύμωσε χρυσάφι κι έφτιαξε λάσπη»!

 

ΑΠΝΤΕΪΤ, 28/5

Καινούρια απάντηση-μη-απάντηση, εν πάση περιπτώσει σχόλιο του Γ. Κεντρωτή, πάντα στο φέισμπουκ και πάντα κλειδωμένο για τους αμύητους. Επειδή δεν γινόταν να απασχολήσω τρίτη συνεχόμενη φορά τη στήλη μου στην εφημερίδα, μεταφέρω τα σχετικά εδώ, κάτω από το επίμαχο άρθρο μου: έτσι μπορεί να αντιπαραβάλει ο αναγνώστης, που αλλιώς δεν θα καταλάβαινε ίσως εύκολα τα γνωστά παραπλανητικά και τις κουτοπόνηρες παραναγνώσεις του ΓΚ («παραπονιέμαι που δεν μου απαντάει», «τα βιβλία του [!]» κτλ.):

Κεντρωτής:

«Η ΟΜΑΔΟΥΛΑ ΞΑΝΑΣΚΑΕΙ ΜΥΤΗ

»Τί χαρά πήρα σήμερα ξεφυλλίζοντας την Εφημερίδα των Συντακτών! Διαβάζω ότι παραπονιέται ο Γιάννης Χάρης ότι δεν του απαντάω σε αυτά που μου γράφει. Κάποιο “βαποράκι”, που κυκλοφορεί εδώ μέσα, τού γνωστοποίησε τι είχα γράψει στο FB το προηγούμενο Σάββατο –και αυτός το αναπαράγει στη στήλη του. Αλλά τί να του απαντήσω; Κουβέντα για την τσου-τσού να κάνουμε;

»Επειδή τα βιβλία μου πουλάνε (για τον Μπωντλαίρ και τον Νερούδα μιλάμε...) με αποκαλεί “Δημουλίδου” και “Μαντά”. Προφανώς τις έχει διαβάσει τις κυρίες, και γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Εγώ αγνοώ. Πάντως το εξόχως “γιαννοχαρικό” το διέπραξε δις σήμερα. Μιλάει για “κουτορνίθια” και για “λάσπη”. Σε ένα διασημειωτικό λεξικό δεν θα δυσκολεύονταν οι συντάκτες να βρουν για τούτα τα λήμματα το κατ’ εικόνα “σύμβολον”. »Άντε, καλό χαρμάνι, καλό πηλοφόρι!

»ΥΓ. Η σύνθεση της ομαδούλας αναφέρεται στο κείμενό του».

Σπύρος Θεοδωρόπουλος [από τους φίλους του ΓΚ στο φμπ]:

«Να με συμπαθάτε και πάλι γι' αυτήν την (τελευταία;) παρέμβαση, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν απαντάτε επί της ουσίας τής (πράγματι αυστηρής) κριτικής τού κ. Γ. Χάρη...

»Σας εκτιμώ (και το ξέρετε) ως ταλαντούχο μεταφραστή και ως άνθρωπο του Λόγου και του πνεύματος γενικότερα, αλλά αυτή τη φορά, μου δίνετε την εντύπωση ότι θεωρείτε τις ποιητικές μεταφράσεις σας πέραν και υπεράνω κριτικής.

»Και αυτό σας το λέω καλόπιστα και καλοπροαίρετα.

»Τελικά, όποιος τολμά να αμφισβητήσει την (σε μεγάλο βαθμό αναγνωρισμένη) μεταφραστική “αυθεντία” τού κ. Κεντρωτή, και δεν αρκείται στο να τον λιβανίζει ακαταπαύστως, είναι είτε “άσχετος”, είτε μέλος κάποιας βαλτής “ομαδούλας”, είτε “τσου-τσού”;

»Ευχαριστώ για τη φιλοξενία».

Κεντρωτής:

«Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Αλλά ο Γιάννης Χάρης δεν ασκεί κριτική. Εσείς τη θεωρείτε “κριτική”, και δή “σκληρή”. Καλά κάνετε, και να συνεχίσετε να το πιστεύετε. Αυτό δεν με ενοχλεί, ούτε με αφορά. Ούτε πρόκειται να προσπαθήσω να σας πείσω για τίποτα. Ούτε εσάς ούτε κανέναν άλλον. Αγαπητέ, κ. Θεοδωρόπουλε, δεν εκβίασα κανέναν να με λιβανίζει, και γενικώς δεν γουστάρω λιβάνια. Πάντως, επειδή σας συμπαθώ, θα σας πω ότι και “ομαδούλα” είναι (αγνοείτε τα realia) και άσχετοι είναι. Και, επί τέλους, έχω δικαίωμα να επιλέγω τους συνομιλητές μου. Σε εσάς απαντώ, σε εκείνους δεν απαντώ. Τόσο απλά. Και δεν είναι ανάγκη να είστε με το μέρος μου. Δεν πάω ούτε για δήμαρχος, ούτε για βουλευτής, ούτε για πλανητάρχης. Παραμένω φανατικά Γιώργος. Ο τοίχος μου είναι πάντα φιλόξενος, αλλά δεν είναι forum. Κοινώς ειπείν, στον τοίχο μου κάνω το κέφι μου, και από το FB δεν εξαρτώ τίποτα σημαντικό στη ζωή μου. Και εν πάση περιπτώσει: είμαι αυτάρκης. Όπως βλέπετε ανεβάζω και αυτούς που με “λιβανίζουν” και τα κείμενα του Χάρη. Και τα πρώτα εντάξει: με “λιβανίζουν”. Τα του Χάρη, γιατί τα ανεβάζω στο FB; Με υποχρεώνει τάχα κανείς; Τα ανεβάζω γιατί είμαι αυτάρκης. Και στον μεν Πασχάλη απάντησα, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Στους “Χάρηδες” δεν απαντώ, ακριβώς επειδή είμαι αυτάρκης. Και σε εσάς απαντώ, επειδή είμαι αυτάρκης. Ξέρετε, φαντάζομαι, πόσο εύκολο θα μου ήταν να σβήσω το σχόλιό σας. Αλλά είμαι αυτάρκης και δεν θα το έκανα ποτέ. Καλημέρα».

 

Εδώ το «βαποράκι» μου, παραζαλισμένο (και από την καινοφανή χρήση τού «αυτάρκης»), σήκωσε ψηλά τα χέρια –και του έπεσαν τα κουπιά.

buzz it!

15/5/21

Η μιχτότητα και η τσου-τσου

 (Εφημερίδα των συντακτών 15 Μαΐου 2021)

* «Τι ένιωθε η Θέαινα και άνωθεν, νυν άγει, παραχρήμα, / σαν σε είδε, πριν το έργο σου πιάσεις, εκεί, να ανατείνεις / προς Εκείνην τα χέρια; … Έρχεται τώρα, ιδού (από Εκείνης! … / της Ίδιας! … αχανείς σελαγισμούς) και βήμα βήμα / πατάει πολύγνωτα ίχνη και αρμενίζει μες στο ποίημα / του λαγαρού στερεώματος …»

Εδώ προφανέστατα «ο αναγνώστης χρειάζεται έναν μεταφραστή της μετάφρασης» γράφει εύστοχα ο κριτικός. Και παραθέτει άλλη μετάφραση:

* «Είδε, προτού το έργο αρχίσεις, η Ουρανία / κατ’ αυτήν να ’χεις την αγκάλη σου απλωμένη, / κι από τ’ άπειρο φως, όπου θρονεύ’ η θεία, / περνώντας τον καθάριο ουράνιο θόλο βγαίνει»…

Ολόκληρος αιώνας χωρίζει την έκδοση των δύο μεταφράσεων! Και αντίθετα απ’ ό,τι ίσως φαντάζεται κανείς, η πρώτη είναι του 2021 και η δεύτερη του 1921. Και προσοχή, η έκδοση· όχι η μετάφραση, που έχει γίνει πριν από το 1902, έτος θανάτου του ποιητή και μεταφραστή εδώ Γεώργιου Καλοσγούρου (1853-1902).

Η πρώτη μετάφραση, του 2021, όπως ενδέχεται να κατάλαβε τώρα ο ενήμερος αναγνώστης, είναι του Γιώργου Κεντρωτή (ΓΚ), που θύμα του τη φορά αυτή έπεσε ο Διονύσιος Σολωμός και τα ιταλικά του ποιήματα.

Κριτικός, ο Μιχαήλ Πασχάλης, ομότιμος καθηγητής της κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Η ευσύνοπτη και ευθύβολη κριτική του δημοσιεύτηκε στο «Βιβλιοδρόμιο» των πασχαλιάτικων Νέων (29.4-2.5.21). Όμως τα Νέα, ως γνωστόν, είναι κλειδωμένα στο διαδίκτυο, άρα δεν μπορεί να ανατρέξει κανείς εκεί, να πιστέψει τα άλλη μια φορά απίστευτα· έτσι, μεταφέρω εδώ όσο περισσότερα γίνεται.

Η μεταφραστική μέθοδος του ΓΚ, κατά τον Μ. Πασχάλη (ΜΠ), «ορίζεται ως “μίμηση του Σολωμού” και περιγράφεται ειδικότερα ως “το ομόλογο και το ανάλογο του πώς εικάζεται από τον μεταφραστή ότι θα μετέφραζε ο ίδιος ο Σολωμός”» (υπογράμμιση ΜΠ)! Έτσι «ο μεταφραστής συγκροτεί αυτό που αποκαλεί “νόμιμη [γλωσσική] μιχτότητα”, η οποία συνίσταται στην ανάμιξη συγχρονίας και διαχρονίας [κ.ά., γνωστά από άλλες εργασίες του ΓΚ]…» Δυστυχώς, δεν μπορούμε να δούμε εδώ όλα τα στοιχεία της μεθόδου του ΓΚ και ιδίως την ανασκευή της θεωρίας του από τον ΜΠ, η οποία «πάσχει εν τη γενέσει της», καθώς και της «νόμιμης μιχτότητας», που βασίζεται σε χονδροειδή παρανόηση του σολωμικού «μιχτού», η οποία «ακυρώνει πλήρως το ατομικό ποιητικό ύφος του Σολωμού».

Συχνά ακατάληπτη χαρακτηρίζει ο ΜΠ τη μετάφραση του ΓΚ, με αποκλίσεις από το πρωτότυπο, «πρόσθετα στοιχεία, παρενθέσεις και σχολιασμούς, στρυφνές και παράδοξες διατυπώσεις, ανορθόδοξες συντάξεις, μεταφραστικές επινοήσεις και παρανοήσεις» και «σοβαρά λάθη» –στοιχεία γνωστά από άλλες κριτικές, ιδίως την εκτενέστατη και εμπεριστατωμένη της Μαρίας Παπαδήμα, καθηγήτριας Μεταφρασεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τον ανασκολοπισμό του Μπωντλαίρ (Athens review of books, τχ. 100, 2018, σ. 18-22), αλλά και, ας μου επιτραπεί, από ουκ ολίγα και εξαντλητικά κείμενα δικά μου, ήδη από το 1987, κ.ά.

Ας μιλήσει όμως ο Μιμητής του Σολωμού:

* «γλώσσες και μάτια εκλύουνε τρόμο. Οι πήροι / του πυρός παρανάλωμα! Και άμα έτσι γείρει / και δει ο Θεός (που όλεθρο ολούθε καταστρώνει / για τσου κακούς και απεργάζεται η οργή Του) πιάνει / και τσου μαντρώνει»…

Ανύπαρκτοι οι «πήροι», παρανόηση, κατά τον ΜΠ, είναι όμως για τις περίφημες παρηχήσεις του ΓΚ, προσθέτω εγώ, όπως π.χ. τα ανατριχιαστικά «σαν τρούφες τρυφερά χέρια» της αγαπημένης στα «Ερωτικά» του Νερούδα.

Ιδού όμως η επίσης πάνω από αιώνα μετάφραση του Αριστείδη Καψοκέφαλου (1902):

* «Τέτοια φωτιά απ’ τα στόματα κι από τα μάτια βγαίνει / Των κολασμένων, κι από εκεί στα κόκαλά των μπαίνει / Και η Οργή του Άπλαστου βροντά στην κεφαλή τους / Και τους κρατεί κατάδικους στη μαύρη φυλακή τους».

Και τελευταία, εδώ, η πάντα έμμετρη μίμηση Σολωμού του ΓΚ με την πεζή κι ωστόσο ποιητικότατη μετάφραση του Λίνου Πολίτη, ολόφρεσκια πάνω από 60 χρόνια (Ίκαρος, 1960):

* ΓΚ: «Οι δρόμοι / –που ουρανόθεν επέμφθη με βροχές μεγάλες / φθεγμάτων να ποτίσει– επίναν τες ψιχάλες / των ύμνων: Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε! Και η Γνώμη / Εκείνου και η Βουλή Του, η προ των αιώνων, δένει / μάλαμα του Αρχαγγέλου τα άγια, υπάκουα χείλη: Ο Κύριος μετά σου!»

* ΛΠ: «Και το χείλο του που το χρυσώνει θεία λάμψη με τέτοιον ήχο της Μαρίας την ακοή γεμίζει: “Χαίρε, χαίρε, ω Μαρία, όθε οι χάρες όλες αναβρύζουν που το ανθρώπινο θα σώσουν γένος. Ο Κύριος μαζί σου, αιθέρια Νύμφη, που θα σκορπίσεις της αισχρής αμαρτίας την καταχνιά με της αγνιστικής χάρης το άγιο νάμα”».

Πεζή μα ουσιωδώς ποιητική, ξαναλέω, απέναντι σε κακο-ποιητική, πάγια δυστυχώς τακτική, που κρύβεται και μαζί καμαρώνει, όλο «βροχές φθεγμάτων», πίσω από «μιχτότητες» και άλλες συναφείς «θεωρίες», που τάχα εξασφαλίζουν απόλυτο άλλοθι και μόνιμη ασυλία!

Ντροπή, τίποτ’ άλλο!

buzz it!

9/5/21

«Τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος» και Φίλος έδωκε τω Φίλω…

 (Εφημερίδα των συντακτών 8 Μαΐου 2021)

* Φουρθιώτης-Μπογδάνος, συνάντηση αρίστων, αφιερωμένη εξαιρετικά, όχι στους δεξιούς και καραδεξιούς, αλλά στους απ’ αλλού μητσοτακίσαντες, που έφτασαν να καταπίνουν τα πάντα όλα:

Μαίνιος (αφού ο ίδιος θέλει «Μαίνανδρος»!): Ο κόσμος πίστεψε σ’ εσένα, σ’ ένα νέο πρόσωπο, γιατί πάρα πολύ απλά είσαι πάρα πολύ θρασύς [...] είσαι θρασύς [...] κι όχι είσαι θρασύς με την έννοια της ασέβειας, είσαι θρασύς, γιατί ακριβώς πιστεύω –η αποψή μου είναι αυτή– ότι ακουμπάς τον τηλεθεατή. Το θράσος σου, η ειλικρίνειά σου, η ματιά σου στον τηλεθεατή… σε έβγαλε εκτός τηλεόρασης… [= όταν είχαν κόψει τον Μπογδάνο από τον Σκάι]

Κωνσταντίνος: Είσαι από τους παρουσιαστές που τον άλλον τον τραβάνε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δηλαδή, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος, τακ-τακ-τακ-τακ-τάκ Μαίνιος. Κάτι εσύ… λες, το ζεις, τον άλλο τον κάνει να θέλει να μπει μέσα στη συντροφιά. Εδώ θα μπορούσα να βάλω μια τελεία.

Νοέμβρης 2018, ο Κωνσταντίνος στην τηλεοπτική εκπομπή «Αποκαλυπτικά» του Μαίνιου. Απολαύστε τους, κυρίως τον ασπασμό στο τέλος, μάγουλο με μάγουλο, και το στόμα στραβωμένο, μην ακουμπήσει κι αυτό στο μάγουλο.

Και το είδαμε πια. Είχε, και σίγουρα έχει, και πιο πάτο ακόμα.

* Στων μουλάδων τη χώρα, ξανά μανά. Παλιά οι ακολουθίες της Μεγάλης Βδομάδας αναμεταδίδονταν κατά κανόνα από την ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη Αθηνών και διάφορες άλλες εκκλησίες) και την ΕΡΤ 3 (Φανάρι Κωνσταντινούπολης), άντε και από του Καρατζαφέρη το ανθυποκάναλο.

Φέτος, Μ. Πέμπτη και Μ. Παρασκευή, αν δεν μου διέφυγε κιόλας κάποιο κανάλι: ΕΡΤ 2 (Μητρόπολη, με τη γνωστή από παλιά ψαλτική ανία), ΕΡΤ 3 (Φανάρι, με τον Βαρθολομαίο με μάσκα, με τον αριστερό ψάλτη, ασυνήθιστο γεγονός, καλύτερο από τον κωμικά στομφώδη δεξιό), ΑNT1 (Άγιοι Ανάργυροι Ν. Ιωνίας, με την παρηγορητική εμφάνιση του μητροπολίτη Γαβριήλ), Mega (Μητρόπολη Πειραιώς, με έναν εξαιρετικό δεξιό ψάλτη, και τον Σεραφείμ πέρα από οποιαδήποτε περιγραφή και φαντασία, ό,τι πιο άσχετο με μουσική γενικά, και ιδίως βυζαντινή), Open (Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης), Βουλή (Αγία Ειρήνη οδού Αιόλου, βιντεοσκόπηση του 2008, με τον σπάνιο συνδυασμό μουσικότατων συντελεστών, του ιερέα π. Θωμά, του Ιω. Τσιοτσιόπουλου αριστερά, και του αείμνηστου Λυκούργου Αγγελόπουλου δεξιά, με πολυπληθή χορό, σε παλαιά μέλη και τυπικό), ΡΙΚ (Μετόχι Κύκκου, Κύπρο), Attica TV (Άγιοι Ισίδωροι Λυκαβηττού), και Blue Sky (Υπαπαντή Κυρίου στην Καλαμάτα την Πέμπτη, Πέτρου και Παύλου Πεύκης την Παρασκευή).

Σύνολο 10! Μεγάλο Σάββατο πια, δεν υπήρξε κανάλι (από τα υπόλοιπα) που να μη συνδέθηκε έστω για 10-15 λεπτά την ώρα της Ανάστασης, αναμετάδοση δηλαδή σε εθνικό δίκτυο.

Αφού σε εθνικό δίκτυο η θρησκοληψία.

* Ξανά μανά και ο κατήφορος της δημοσιογραφίας. Που δεν είναι βέβαια μοναχικός.

Είπα πως το Mega (του Μαρινάκη) αναμετέδιδε από τη Μητρόπολη του Πειραιά του Σεραφείμ (του Μαρινάκη). Τίποτα το μεμπτό, κι ας πάει στο καλό το διαφημιστικό που έπαιζε πριν, ότι το θείο πάθος κτλ. θα μεταδοθεί από τη Μητρόπολη κτλ. «χοροστατούντος του σεβασμιότατου μητροπολίτη..» κτλ., και από την οθόνη περνούσε βιαστικά η μορφή του σεβασμιότατου.

Λίγες μέρες πιο πριν, στον Ακάθιστο, το Mega είχε πετάξει στον σεβασμιότατο ένα ξεροκόμματο: καμιά ώρα όλη κι όλη, καταμεσήμερο, για μια πολύωρη ακολουθία. Και το δέχτηκε ο σεβασμιότατος, ο οποίος επέμεινε, στη μία ώρα όλη κι όλη, να βγάλει και κήρυγμα και να ευχαριστήσει τον ευεργέτη Μαρινάκη.

Και ακολούθησε, Κυριακή των Βαΐων (25/4) ολόκληρο τετρασέλιδο στο ιλουστρασιόν Βημαγκαζίνο για τον σεβασμιότατο. Τον οποίο δεξιώνονται συχνά πυκνά στον ΔΟΜ και πέρσι πάλι του είχαν δώσει ολόκληρη σελίδα για το πασχαλιάτικο μήνυμά του.

Και ο σεβασμιότατος βέβαια ανταποδίδει, και με το παραπάνω, όταν π.χ. υπερέβη ακόμα και το σχήμα του και εμφανίστηκε σαν Θύρα 7 του Ολυμπιακού, αυτόκλητος υπερασπιστής του Μαρινάκη στα ΜΜΕ, ό,τι είχε ανακοινωθεί η παραπομπή του στη δικαιοσύνη. Οι ρεβεράντζες και οι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις αποτυπώθηκαν τώρα στο τετρασέλιδο.

Και κυρίως στην πλουσιότατη και λαλίστατη εικονογράφηση: ο σεβασμιότατος «σε διάφορα σημεία του αγαπημένου του Πειραιά κατά τη διάρκεια της πάντα γεμάτης δραστηριότητες ημέρας του», στη λογική πάντα του λαϊφστάιλ, αλλά περί ορέξεως…

Όμως η κεντρική φωτογραφία, ολόκληρη η δεξιά σελίδα στο πρώτο σαλόνι, είναι σε ένα διόλου τυχαία επιλεγμένο σημείο «του αγαπημένου του Πειραιά», όχι λ.χ. στη μητρόπολή του αλλά μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, «δίπλα στο άγαλμα του Αφανούς Έλληνα Ναυτικού, το οποίο φιλοτεχνήθηκε με πρωτοβουλία και δαπάνη του κ. Βαγγέλη Μαρινάκη…», σύμφωνα με τη λεζάντα.

Κι εδώ επίσης, έχει και πιο πάτο ακόμα.

buzz it!