16/10/10

Αντιπαθητικοί αντικαπνιστές

Τα Νέα, 16 Οκτωβρίου 2010

Είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται πολλά επιχειρήματα του καπνιστή




Το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο –«το τσιγάρο είναι κουλτούρα» λέει το καινούριο σλόγκαν, ελληνική εννοείται


«Δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές, υπάρχουν αντιπαθητικοί αντικαπνιστές» λέει ένα σύνθημα που, μολονότι με περιλαμβάνει –και με περιλαβαίνει!– και εμένα, το βρίσκω άκρως ευρηματικό.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αντιπαθητικοί αντικαπνιστές λοιπόν. Αλλά τι είναι πρώτα οι αντικαπνιστές; Γιατί όλοι οι άκαπνοι δεν είναι αντικαπνιστές. Εννοώ ότι πολλοί δεν καπνίζουν, αλλά δεν τους ενοχλεί το κάπνισμα των άλλων, κάποιοι μάλιστα από αυτούς δηλώνουν και αντίθετοι με τον αντικαπνιστικό νόμο, αντίθετοι και αυτοί σε κάθε απαγόρευση, για λόγους αρχής. Άρα αντικαπνιστές είναι αυτοί που ενοχλούνται από το κάπνισμα, και έτσι επιθυμούν, ή ανάλογα και απαιτούν, τον περιορισμό του ή, πάλι ανάλογα, την απαγόρευσή του.

Ε, αυτοί λοιπόν, οι αντικαπνιστές, που σημειωτέον οι περισσότεροι είναι πρώην καπνιστές, κυρίως αυτοί είναι αντιπαθητικοί.

Γιατί είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής; Πρώτα και κύρια γιατί είναι φύσει και θέσει αντίθετος με τον καπνιστή, γιατί αμφισβητεί και προπαντός εμποδίζει –ή θέλει να εμποδίσει– την απόλαυση του καπνιστή. Αντιπαθητικός είναι όμως και πριν απ’ αυτό, γενικότερα. Κι αν όχι αντιπαθητικός, σαφώς ξενέρωτος. Γιατί είναι πλήθος τα στερεότυπα, του κρυόκωλου, υποχόνδριου υγιεινιστή απ’ τη μια, του ηδονιστή καπνιστή απ’ την άλλη! Ειδικότερα, το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο και σαγηνευτικό: «Εγώ τον άντρα τον θέλω να μυρίζει ουίσκι και τσιγάρο, κι όχι σαπούνια και σαμπουάν» θυμάμαι που έλεγε μια συμπαθής τραγουδίστρια παλιά, σε εποχές πάντως που ουίσκι και τσιγάρο μύριζα κι εγώ!

Ώστε λοιπόν: ο άντρας απ’ τη μια, κι από την άλλη ο φλούφλης, ο ραχιτικός διανοούμενος: γυαλάκια και ξενερωσιά.

Είναι όμως, φοβούμαι, και άλλος, μέγας λόγος που υποστηρίζει αυτή την αντιπάθεια –και μένω στην αντιπάθεια, για να μη μιλήσω για σίγουρη κάποτε αποστροφή, συχνά και μίσος. Είναι λοιπόν αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται έμμεσα, αν όχι ευθέως, πολλά από τα ερείσματα του καπνιστή.

Ξέρει δηλαδή ο καπνιστής, ή αισθάνεται βαθύτερα, μπορεί και εντελώς ασύνειδα, πάντως σίγουρα το βλέπει στον άλλον, πλάι του: ότι δεν είναι πάντα δύσκολο το κόψιμο του τσιγάρου, ίσα ίσα, συχνά είναι εντυπωσιακά απλό, ότι δεν απαιτείται σιδερένια θέληση και χαλύβδινος χαρακτήρας, ότι δε θα πάθει κάνα φοβερό στερητικό ούτε θα έχει καμιά φοβερή επίπτωση στην απόδοσή του στη δουλειά, στην έμπνευσή του κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Ακόμα χειρότερα: ξέρει ο καπνιστής από τον ίδιο τον εαυτό του τώρα, το έχει δει σε πλείστες περιπτώσεις πάνω του, πως σίγουρα μπορεί και χωρίς τσιγάρο. Ξέρει δηλαδή ότι σε σχετικώς μεγάλα διαστήματα, ακόμα και ημερών, π.χ. με γρίπη, έμεινε άκαπνος, χωρίς να αρχίσει να τρέμει επειδή του έλειψε η νικοτίνη· συχνότερα στον κινηματογράφο ή το θέατρο, σε πολύωρες προβολές και κυρίως θεατρικές παραστάσεις, σαφώς απόλαυσε το θέαμα, χωρίς να ιδρώσει από τη στέρηση· ή στο αεροπλάνο όπου κάποτε με το τσιγάρο διασκέδαζε το φόβο του, σε μια τόσο σοβαρή λοιπόν περίσταση, από τις ελάχιστες όπου βρίσκω δικαιολογημένη την ανάγκη του άλλου για τσιγάρο, έμεινε τώρα άκαπνος, χωρίς να μεγαλώσει λ.χ. ο φόβος του. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Αλλά ξέρει και όλα τα άλλα, τα στοιχειώδη, τα ομολογεί, πως λόγου χάρη του βρομάει το τασάκι στο σπίτι, και πιο πολύ το τασάκι του αυτοκινήτου, γι’ αυτό και πάντα το πετάει απέξω το τσιγάρο, και του βρομάν τα ρούχα του έπειτα από ταβέρνα. Και ξέρει ακόμα πως και έξω, σε ανοιχτό χώρο, μυρίζει ο καπνός, που πάει πάντα δίπλα προτού αναληφθεί (εάν!) στους ουρανούς κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Και ξέρει κι άλλο βασικό, το παραδέχεται, ότι δεν είναι τόσο η νικοτίνη, ότι δεν είναι κυρίως η νικοτίνη, αλλά η χειρονομία, παναπεί η αμηχανία, η κοινωνική δηλαδή παράμετρος, και καμία οργανική ή άλλη ανάγκη.

Άντε μετά να διεκτραγωδήσει το δράμα του για εθισμό, νιώθοντας ότι ο άλλος μπορεί να τον ακούει βερεσέ. Ο αντιπαθητικός λοιπόν. Που μάλιστα δεν είναι ασκητής ή βράχος θέλησης –συχνά, για να αναφερθώ τουλάχιστον στον εαυτό μου, κάθε άλλο! Διπλά, πολλαπλά αντιπαθητικός λοιπόν.

Φυσικά, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι, ούτε όλες οι περιπτώσεις ίδιες, μα τι περίεργο, αυτό μοιάζει να ισχύει πάντα για τον ίδιον που το επικαλείται, ποτέ για τον άλλον, για τις ανάγκες εννοώ, τα γούστα, τις αδυναμίες, την απόλαυση του άλλου.

Ας μείνουμε λοιπόν στο μόνο σοβαρό, αδιαμφισβήτητο, και ακαταμάχητο: στην απόλαυση, στο «έτσι γουστάρω», κι ας αφήσουμε τις αδυναμίες και τους εθισμούς, και πολύ περισσότερο τις ελεύθερες επιλογές και τα λοιπά, ας μείνουμε ξαναλέω στην απόλαυση· και τότε να δούμε ότι και του άλλου, του μη καπνιστή, η δική του απόλαυση, είναι ακριβώς το αντίθετο, το μη κάπνισμα, ο μη καπνός.

Και τότε, μόνο τότε, θα μπορέσει να αρχίσει η όποια συζήτηση. Με βάση δηλαδή τις δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά απολύτως νόμιμες για τον καθένα, γιατί ο καθένας έτσι γουστάρει, απολαύσεις. Του άλλου και τη δική μου.



[παλαιότερα σχετικά, βλ. εδώ και εδώ]

buzz it!

15/10/10

Βασίλειος Δ. Φόρης, "Από τις ανευθυνότητες της 'Ευθύνης' για γλωσσικά και ορθογραφικά", Θεσσαλονίκη 1981

[απντέιτ, λινκ για πιντιέφ στο τέλος]


γέμισε πάλι ο τόπος [ο ιντερνετικός] από κάτι παλιές, ηλικίας 25 χρόνων, αερολογίες του Σαββόπουλου, ανασύρθηκε ένα κείμενο-εισήγησή του σε ημερίδα την οποία είχε οργανώσει το ΚΚΕ εσ. για τη γλώσσα το 1985, και αναδημοσιεύεται από μπλογκ σε μπλογκ χωρίς καμία βιβλιογραφική ένδειξη, με τον τίτλο μάλιστα "Ο Διονύσης Σαββόπουλος κάνει μάθημα Ελληνικών στην Διαμαντοπούλου"

διαβάστε τη συνέχεια...

το θέμα είναι πως, έτσι αδέσποτο που κυκλοφορεί το κείμενο αυτό, πρώτον θα νομίζει κανείς πως γράφτηκε σήμερα (κάτι που από μιαν άποψη αδικεί τον ίδιο τον Δ.Σ.), και δεύτερον και κυριότερον, δεν δίνεται η δυνατότητα στον σημερινό αναγνώστη να ανατρέξει ενδεχομένως στα της εποχής, και τότε να δει πως, ίσα ίσα, "μάθημα ελληνικών" στον ίδιο τον Σαββόπουλο έκαναν το ίδιο εκείνο βράδυ αρμόδιοι επιστήμονες, φιλόλογοι και γλωσσολόγοι, ο Φόρης, ο Μαρωνίτης, ο Μπελεζίνης, ο Κοτζιάς κ.ά., χωρίς να ακουστεί μισή κουβέντα υπερασπιστική των σαββοπουλημάτων, ούτε καν από τον λαλίστατο την υπόλοιπη μέρα Μπαμπινιώτη

για τα εν λόγω σαββοπουλήματα έγραψα αμέσως μετά την ημερίδα, δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα και η απομαγνητοφώνηση της εισήγησης του Δ.Σ., και ακολούθησε καταπέλτης ο μεγάλος φίλος Β. Δ. Φόρης

τον οποίο θυμήθηκαν, με αφορμή την ανακύκλωση του κειμένου του Σαββόπουλου, στο μπλογκ του Σαραντάκου, όπου έπεσε κι η παραγγελιά για το ακόλουθο κείμενό του, σχετικά με τις ανευθυνότητες της τσιροπούλειας "Ευθύνης"

ανταποκρίνομαι στην παραγγελιά με σκαναρισμένο [λυπάμαι, δεν έχω ιδέα από πιντιέφ] το πάντα επίκαιρο, δυστυχώς, κείμενο του Φόρη, και ελπίζω να συνεχίσω σύντομα με ό,τι άλλο έχω δικό του [βλ. πάντως και άλλο ένα του, πάλι εδώ]


το ανάτυπο:
















































ιδού και λινκ για πιντιέφ, να 'ναι καλά ο φίλος Στράτος Ν.:
http://ifile.it/5cm2qde/Foris-Anefthinotites.pdf

buzz it!

12/10/10

Ανθρωποκτονία, νεκροκτονία και μία απορία

«Την ενοχή του Επαμεινώνδα Κορκονέα για ανθρωποκτονία από πρόθεση με άμεσο δόλο, αποφάσισε κατά πλειοψηφία το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Άμφισσας» διάβαζα, και σαν να ’βλεπα ξαφνικά το όνομα του συνηγόρου στη θέση του ονόματος του κατηγορουμένου. Και σκέφτηκα προς στιγμήν να αντέγραφα την είδηση ολόκληρη με αυτή την «αλλαγή». Όμως δεν επιδέχεται κανενός είδους χιούμορ αυτή η περίπτωση. Κι έκανα πίσω.

Μου έμεινε ωστόσο κάποια απορία. Στην οποία δεν ξέρω αν δίνει απάντηση η σημερινή πανηγυρικά καταδικαστική απόφαση:

Γιατί άραγε η υπεράσπιση ενός κατηγορουμένου για ανθρωποκτονία χρειάζεται να καταφύγει στην απαξίωση και τον ηθικό στιγματισμό του νεκρού; Αφού η υπεράσπιση, αν δε γελιέμαι, προσπαθεί να αποδείξει ότι ακριβώς δεν υπήρξε ανθρωποκτονία. Και όχι πως υπήρξε, και καλώς υπήρξε, αφού ο νεκρός είχε «αποκλίνουσα συμπεριφορά», «δεν ήταν σαν τα δικά μας παιδιά» κτλ. Ούτε, έστω, πως δεν υπήρξε, αλλά ακόμα κι αν υπήρξε, καλά έκανε και υπήρξε…

Θυμήθηκα έπειτα τον συνήγορο όταν κατηγορούσε με ιταμό ύφος τους πολιτικούς αρχηγούς και μάλιστα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι για πολιτικά οφέλη και «για να σώσουν το τομάρι τους» εκμεταλλεύτηκαν την υπόθεση, πριν ακόμη αποφανθεί η δικαιοσύνη «αν θα έπρεπε να πυροβολήσει ο αστυνομικός και αν θα έπρεπε να χαθεί αυτό το παιδί»!

Τώρα η δικαιοσύνη αποφάνθηκε. Εμείς θα μείνουμε με τις απορίες, ο νεκρός αλίμονο νεκρός.

Θα μας μάθει τουλάχιστον κάτι όλη αυτή η τραγική ιστορία; Και θα σταθούμε ικανοί να το κάνουμε κάτι αυτό το κάτι;

buzz it!

4/10/10

Κατ’ ευθεία γραμμή απόγονος

απντέιτ: βλ. εδώ το βίντεο


«Αν δεν υπήρχαν οι Έλληνες, όλοι αυτοί [οι ξένοι, της Ευρώπης] θα ’ταν καπάκια μπίρας! [...]

»Αν αυτή τη στιγμή η υφήλιος πλήρωνε δικαιώματα για τον Αισχύλο, το Σοφοκλή, τον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη [«σωστό, σωστό» συγκατανεύει η Τένια Μακρή] και τον Μητρόπουλο, και όλους τους μεγάλους Έλληνες, τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, που τους χρησιμοποιούν παγκοσμίως, δε θα χρωστάγαμε σ’ αυτή την υποδούλωση που θέλει να μας οδηγήσει η ΕΟΚ. Γιατί η ΕΟΚ έβαλε τις απαγορεύσεις, να γίνουμε όλοι Ευρώπη.»

διαβάστε τη συνέχεια...

«Και στην Αμερική… από εκεί ξεκίνησε…» πάει να πει η παρουσιάστρια.

Και τώρα ουρλιαχτό:

«Μη μου συζητάτε για την Αμερική. Σ’ αυτήν υποταχτήκαμε τα 200 επόμενα χρόνια. ΤΕΛΟΣ» βρυχήθηκε, με μια θεαματική κίνηση του χεριού που κόβει μαχαίρι τη «συζήτηση».

Ζουράρις; Θέμος; Άδωνις; Λιάνα; Άνθιμος; Καρατζαφέρης; ποιος;

Ο Σταμάτης.

Που ξεκίνησε εκστρατεία κατά της απαγόρευσης του καπνίσματος, και πήρε σβάρνα τα κανάλια αξημέρωτα, και καλά στη ΝΕΤ λ.χ., αλλά και στα κατακίτρινα πρωινομεσημεριανάδικα, ο Κραουνάκης!

Όμως, ακόμα κι ο Αυτιάς καλύτερα τα λέει. Νά, κρατάω μια παλιότερη ρήση του, στην εκπομπή του άλλου, του Θέμου (30.5.06), όπου ο λόγος για τους Τούρκους ειδικότερα:

«Όταν οι Έλληνες είχαν τη φέτα, οι Τούρκοι δεν υπήρχαν ούτε καν ως αιωρούμενο πλάσμα στην ατμόσφαιρα. [...] Οι Τούρκοι δεν ήταν ούτε ως μικροαστική [μικροαστρική;] ύλη στο σύμπαν!»

Καλός Αυτιάς, Σταμάτη!

buzz it!

2/10/10

Ηθικολογία και σχετικισμός

Τα Νέα, 2 Οκτωβρίου 2010 [το κείμενο αυτό, στο μεγαλύτερο μέρος του, είχε μπει προσωρινά εδώ στο μπλογκ σαν υστερόγραφο στο "Με τα βυζιά απόξω"]


Η απόσταση από το ένστικτο, την παρόρμηση, την επιθυμία ώς τον έλεγχό τους –και την ακύρωσή τους– λέγεται εκκοινωνισμός, κοινωνικοποίηση, λέγεται πολιτισμός





Τελικά, αν θελήσω να κλέψω αλλά δεν κλέψω είναι το ίδιο σαν να έχω κλέψει; Αν θελήσω να απατήσω τη γυναίκα μου αλλά δεν την απατήσω είναι σαν να την απάτησα; Αν θελήσω να σκοτώσω, να βιάσω…

διαβάστε τη συνέχεια...

Για τον βιαστή που δεν είναι βιαστής αφού τον προκαλεί «το υποτιθέμενο θύμα» με «τα βυζιά της απόξω», σύμφωνα με την τρέχουσα, αγοραία «ηθική» την οποία αναπαρήγαγε ο Κ. Τσόκλης, γράφαμε στην περασμένη επιφυλλίδα. Περίσσεψαν όμως μερικές σκέψεις, που οφείλονται στην ίδια πάντοτε πηγή.

«Σήμερα το μόνο που μας απασχολεί είναι ότι ορισμένοι έκλεψαν. Και όλοι οι υπόλοιποι, που θα ήθελαν να κλέψουν αλλά δεν τα κατάφεραν ή δεν έπαιξαν σωστά ή δεν θέλησαν, κατηγορούν όσους έκλεψαν. Σε τι διαφέρει όμως ηθικά αυτός που σε κλέβει από εκείνον που θέλει να σε κλέψει;» Αυτήν τη ρητορική ερώτηση έκανε ο Κ. Τσόκλης σε πρόσφατη συνέντευξή του εδώ, στη Μαίρη Αδαμοπούλου (Νέα 3.7.10· υπογράμμισα εγώ).

Λέω να βγάλουμε προσωρινά το «ηθικά», με όλον το σχετικισμό του, γιατί διαφορετικά πολύ θα τον στενοχωρήσει το σχήμα του αυτό τον κ. Τσόκλη, εάν εφαρμοστεί σε άλλες του δηλώσεις, τις οποίες θα δούμε παρακάτω.

Και τότε στην ερώτηση: Σε τι διαφέρει αυτός που σε κλέβει από εκείνον που θέλει να σε κλέψει αλλά δεν σε κλέβει, θα έλεγα πως διαφέρει σε κάτι πολύ μεγάλο, απολύτως καθοριστικό: διαφέρει σ’ αυτό που λέγεται εκκοινωνισμός, κοινωνικοποίηση, σ’ αυτό που λέγεται πολιτισμός.

Γιατί όλοι κάποτε μπορεί να θέλουμε να κλέψουμε, να σκοτώσουμε, και μάλλον πολύ συχνά να σπάσουμε τα μούτρα κάποιου, ίσως και μόνο γιατί δε μας αρέσουν, αλλά δεν το κάνουμε.

Και αυτό εντέλει, αλλά και ουσιαστικά, έχει σημασία, για να είμαστε ακριβώς κοινωνία. Τα υπόλοιπα, οσοδήποτε σοβαρά κι αυτά, η αμαρτωλή επιθυμία και ο αμαρτωλός λογισμός, αφορούν τον εξομολόγο, τον παπά, τον ψυχοθεραπευτή. Ή αποτελούν κενή ηθικολογία.

Και η κενή ηθικολογία στην καλύτερη περίπτωση είναι απλώς αερολογία, ας πούμε αβλαβής. Στη χειρότερη, όμως, ανακυκλώνει κοινούς τόπους μιας αντιδραστικής ουσιαστικά ιδεολογίας. Δείτε εδώ: η εισαγωγική κιόλας φράση κουβαλάει πίσω της –αν δεν καταλήγει κιόλας εκεί– το περίφημο: «όλοι τους ίδιοι είναι», κάτι που δεν χρειάζεται πολύ για να φτάσει στο «μια χούντα μας χρειάζεται»!

Έτσι κι αλλιώς, η ηθικολογία την απεχθάνεται την ηθική· γιατί της βάζει δύσκολα, γιατί η ηθική θέλει δουλειά πολλή. Ενώ με την ηθικολογία, με δυο-τρία λόγια ηχηρά και εύληπτα, εύκολα ξεμπερδεύεις με οτιδήποτε, οσοδήποτε μεγάλο, σοβαρό και επικίνδυνο.

Και εδώ, αυτή η ισοπέδωση και μαζί η σχετικοποίηση των πάντων, που εκφράζεται με το «όλοι τους ίδιοι, κλέφτες είναι», στην πράξη επιτρέπει λ.χ. να εξακολουθήσεις να ψηφίζεις τους δικούς σου κλέφτες, ή να κλέψεις κι ο ίδιος. Αν δηλαδή πεις πως όλοι τους τα παίρνουν, θα μπορέσεις να πάρεις κι εσύ ό,τι μπορέσεις, το φακελάκι, το γρηγορόσημο κ.ο.κ., να κάνεις την όποια δική σου μικρολαμογιά.

Αλλά μήπως τον παρερμηνεύσαμε τον κ. Τσόκλη; Ωραία, ας επαναφέρουμε το επίρρημα «ηθικά».

Και ξαναδιαβάζω: «Σε τι διαφέρει ηθικά αυτός που σε κλέβει από εκείνον που θέλει να σε κλέψει;»

Και τώρα μπορώ, υποθέτω, ένα τέτοιο αξίωμα να το εφαρμόσω και σε όλες τις άλλες περιστάσεις, στο φόνο που είπα, στο σπάσιμο των μούτρων του άλλου κτλ. Στο θέμα μας φερειπείν, στο βιασμό: «Σε τι διαφέρει ηθικά αυτός που σε βιάζει από εκείνον που θέλει να σε βιάσει;»

Και διαβάζω από τις πρόσφατες, «ερμηνευτικές» δηλώσεις Τσόκλη, σε ραδιοφωνική συνέντευξή του στον Θανάση Λάλα και τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο: «Πάντως, για να καθησυχάσω τους θορυβηθέντες, τους διαβεβαιώ ότι δε βίασα ποτέ κανέναν, αν και δε σας κρύβω ότι αισθάνθηκα κάποιες φορές έντονα την επιθυμία να το κάνω, σαν... πολιτισμένος άνθρωπος που είμαι, πήγα να πω ευνουχισμένος».

Α, αυτό που λέγαμε, περί πολιτισμού, που όμως ο κ. Τσόκλης το εννοεί εντελώς διαφορετικά, εν προκειμένω απολύτως απαξιωτικά. Θλίβεται ο κ. Τσόκλης που είναι πολιτισμένος, και ως εκ τούτου ευνουχισμένος, και δεν μπορεί να βιάσει, όταν του ’ρθει.

Ας διαφυλάξουμε ωστόσο κάτι από τη σοβαρότητά μας. Δεν έχει νόημα να παρακολουθήσουμε άλλο τον καλλιτέχνη. Μόνο τη συνέχεια του παραπάνω, του περί ευνουχισμού, θα δώσω: «Όταν καταλάβουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία ευνουχισμένη και αδιάφορη για τον έρωτα, ότι τα περισσότερα κορίτσια μας που είναι συχνά σαν τα κρύα νερά παραπονούνται ότι δεν βρίσκουν ερωτικό σύντροφο, τότε ίσως θα γίνουν κατανοητά αυτά που θέλω να πω».

Μπα, σαν πού μας έβγαλε η βάρκα τώρα; Φοβάμαι στον άλλο αφόρητα κοινό τόπο, στη λειψανδρία, για λόγους, ξέρετε τώρα. Και όχι μόνο έλειψαν σήμερα οι άντρες και παραπονιούνται τα κορίτσια, μας λέει και ο κ. Τσόκλης, μα έλειψαν κι οι βιαστές, αυτοί οι «ερωτικοί άνθρωποι», που «ρισκάροντας τη ζωή τους» κτλ. κτλ., με ορολογία Τσόκλη.

Αλλά τι θλιβερό εντέλει, να θες να προκαλέσεις με «αναρχικές», λέει, απόψεις, και ουσιαστικά να συναντιέσαι με την πιο μαζική ιδεολογία –και όχι μόνο του αντρικού πληθυσμού– για τη γυναίκα που τα θέλει, που πάει γυρεύοντας, και άρα καλά να πάθει…, για την έλλειψη αντρών ή το έλλειμμα ανδρισμού τώρα, απότοκο του ευνουχιστικού πολιτισμού…

Πολιτισμού, είπα. Αυτού τον οποίο υπηρετεί, να φανταστείτε, ο κύριος Τσόκλης.

buzz it!

18/9/10

«Με τα βυζιά απόξω»

Τα Νέα, 18 Σεπτεμβρίου 2010 [εδώ, μ' ένα εκτενές υστερόγραφο]

Δηλαδή η προκλητική επίδειξη των «ερωτογενών σημείων» είναι αυτομάτως πρόσκληση για ερωτική πράξη; Και αν τάχα ναι, για ερωτική πράξη διά της βίας;




«Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι πιο κακός άνθρωπος από την κοπέλα που βγάζει τα βυζιά της απόξω, ή φορά τη φούστα και φαίνεται η κιλότα της· εγώ νομίζω πως τη βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν…»

Θλιβεροί και επικίνδυνοι κοινοί τόποι, είτε λανθάνουν στον καθημερινό λόγο και την καθημερινή μας στάση, είτε διατυπώνονται απερίφραστα, όπως εδώ, με την αφελή μάλιστα αυταρέσκεια, όπως θα δούμε παρακάτω, πως αποτελούν ανατρεπτικές ιδέες.

Όμως το θέμα δεν είναι η κοινοτοπία καθαυτή, αλλά η επικινδυνότητα τέτοιων στερεοτύπων, επικινδυνότητα που μεγαλώνει όταν αυτά ενισχύονται από το κύρος προβεβλημένων εκπροσώπων του πνευματικού κατεστημένου.

διαβάστε τη συνέχεια...

Είναι γνωστή η ιστορία με τις δηλώσεις του ζωγράφου Κώστα Τσόκλη, που πέρασαν απαρατήρητες όταν διατυπώθηκαν σε τηλεοπτικό πορτρέτο του από τη ΝΕΤ πριν από 11 χρόνια, έτυχε όμως να επισημανθούν σε επανάληψη της εκπομπής φέτος τον Δεκαπενταύγουστο. Στον κόσμο του διαδικτύου υπήρξε ευρύτατος σχολιασμός, όχι όμως τόσο και στον υπέργειο κόσμο των εφημερίδων. Έτσι, αξίζει να σταθούμε λίγο στην υπόθεση, χωρίς σχόλια εντέλει, αφού άλλο δεν κάνει παρά να αναπαράγει γνωστή ιδεολογία, μια ιδεολογία που διέπει την πρακτική π.χ. των δικαστηρίων, αλλά γενικότερα και πιο πριν την κοινωνία ολόκληρη.

Ας δούμε όμως πρώτα το σχετικό κομμάτι του εξημμένου λόγου του Τσόκλη ολόκληρο, μια και ο ίδιος διαμαρτύρεται για την αποσπασματική χρήση των λόγων του (η έμφαση σε ορισμένες λέξεις, δική του):

«Πολλές φορές μιλάνε για βιαστές… Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι πιο κακός άνθρωπος από την κοπέλα που βγάζει τα βυζιά της απόξω, ή φορά τη φούστα και φαίνεται η κιλότα της· εγώ νομίζω πως τη βία τη ζητάει η ίδια, θέλει να τη βιάσουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί η αστυνομία πιάνει τον άνθρωπο που τη βίασε, τον βάζει μέσα, και δεν βάζει αυτή την ίδια που τον προκαλεί. Αφού η φύση τον σπρώχνει να [το] κάνει αυτό. Έχω άλλες απόψεις για τα πράματα, πώς να σ’ το πω, ρε παιδί μου, δεν ξέρω. Θα ’θελα κάθε φορά που γίνεται ένας βιασμός, θα ’θελα να δω γιατί γίνεται, ποιος έφταιξε απ’ τους δυο.

»Ποιος είναι αλήθεια πιο ζωντανός άνθρωπος; Ο γερο-ηλίθιος που κάθεται στο σπίτι του και δεν έχει κανένα ερωτισμό μέσα του ή εκείνος που, ρισκάροντας τη ζωή του την ίδια, την ελευθερία του, επιτίθεται σ’ ένα πλάσμα σεξουαλικό και θέλει να το φιλήσει, να το αγκαλιάσει, να το σφίξει; Μα γιατί, ποιος είναι ο πιο καλός; Και πώς η ζωή θα γινότανε πιο ενδιαφέρουσα; Μ’ εκείνους τους ανέραστους, που δεν συγκινούνται μπροστά στο φαινόμενο, ή μ’ εκείνους που το πάθος, ξεχειλίζοντας, τους κάνει να επιτεθούν; Και δεν είναι ωραίο πράγμα στο κάτω-κάτω, η επίθεση, βρε παιδί μου. Να καταλάβεις αυτό το πράμα, αυτό που η φύση έπλασε προκλητικό, να το γευτείς, να το χαρείς. Είναι αναρχικές αυτές οι σκέψεις, το ξέρω· αλλά δεν είναι φυσικές;»

Η συνέχεια, έπειτα από το θόρυβο που προκλήθηκε, υπήρξε εξίσου, αν όχι περισσότερο, θλιβερή, με τον Τσόκλη να επιμένει ουσιαστικά στις απόψεις του: «Θα ήθελα πριν κρίνω και καταδικάσω, να γνωρίσω ψύχραιμα και λογικά τους λόγους και τις συνθήκες μια τέτοιας ερωτικής επίθεσης» ξαναλέει, ενώ σε απάντησή του στην ανοιχτή επιστολή ενός θύματος βιασμού δηλώνει πως μιλούσε «για Τέχνη και όχι για Ηθική» και πως βεβαίως εξαιρεί από τους Γενναίους της Ηδονής τον «απεχθή παιδεραστή» και τον «ψυχασθενή ο οποίος επιτίθεται σε ό,τι είναι θηλυκού γένους…»· αυτός μιλούσε, λέει, «για τον ερωτικό άνθρωπο που ερεθίζεται από την επίδειξη της ομορφιάς και των ερωτογενών σημείων του σώματος μιας γυναίκας…» κτλ.

Ας δεχτούμε τις πάντως ασύστατες «ερμηνευτικές» απόπειρες του Τσόκλη, και ας μείνουμε σε ένα μόνο σημείο, αφού έτσι κι αλλιώς, πέρα από την επιβεβλημένη προβολή της υπόθεσης, ελάχιστα θα άξιζε να σχολιάσει κάποιος. Ας μείνουμε εκεί όπου η επιδεικνύουσα τα «ερωτογενή σημεία του σώματός της», σύμφωνα με το ευπρεπισμένο τώρα λεξιλόγιο, «το υποτιθέμενο [!] θύμα (που πάει γυρεύοντας) [και άρα είναι] συνυπεύθυνο με τον θύτη», ας μείνουμε λέω στη γυναίκα που όντως προκαλεί.

Αλλά τι σημαίνει ότι μια γυναίκα προκαλεί; Η επίδειξη, η προκλητική επίδειξη των «ερωτογενών σημείων» είναι αυτομάτως πρόσκληση για ερωτική πράξη; Και αν τάχα ναι, για ερωτική πράξη διά της βίας;

Και η πρόκληση της τέχνης

Άρα η επιδεικτική ομορφιά ενός άλικου τριαντάφυλλου μας καλεί να το κόψουμε, και μάλιστα άτσαλα, μαδώντας το; Ένα έργο τέχνης μας καλεί να το κλέψουμε, καταστρέφοντάς το κιόλας;

Γιατί η τέχνη είναι συχνά προκλητική. Κάθε καινοτομία σε κάθε τέχνη, κάθε προχωρημένο για την εποχή του έργο, από τα τελευταία κουαρτέτα του Μπετόβεν ώς την ατονική μουσική ολόκληρη, συνιστά πρόκληση. Η σύγχρονη ζωγραφική, για να μείνουμε στα χωράφια του κ. Τσόκλη, είναι εξ ορισμού αλλά και συχνά εμπρόθετα προκλητική. Ο ίδιος ο κ. Τσόκλης είναι κατεξοχήν προκλητικός, στην τέχνη του και τις κατά καιρούς δηλώσεις του.

Και όσο για τα έργα του, προφανώς θα μπορεί να πάει κανείς κι από έρωτα να τα σηκώσει, τραυματίζοντας τον γκαλερίστα ή τον ίδιο το ζωγράφο, στο εργαστήρι του, και προπάντων καταστρέφοντάς τα, πάνω στην παραφορά της αρπαγής.

Όμως για τις δηλώσεις του, τι είδους βία τότε νομιμοποιείται;

Θα συνεχίσω.

buzz it!

4/9/10

Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις;

Τα Νέα, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Με μια σκηνή ή άλλη ημιμόνιμη κατασκευή, η αναντίλεκτη φυσιολατρία του άλλου καταργεί, ακυρώνει τη δική μου

Ανάμεσα σε σκηνές και σε ομπρέλες δεν θέλω να επιλέξω. Αν πρέπει, θα αναγκαστώ να επιλέξω ομπρέλες: ακόμα και στην πιο τουριστική παραλία, κάποια στιγμή το βράδυ θα κάνω χαλαρά τη βόλτα μου, ενώ ανάμεσα σε σκηνές θα νιώθω το λιγότερο αδιάκριτος, εισβολέας στην «ιδιωτική» ζωή, στον «ιδιωτικό» χώρο του άλλου (φωτ. από το http://freecampgr.blogspot.com)

το πλήρες κείμενο:

Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις; Πόπο μεγάλος λόγος, τρομάζω και που τον γράφω, άσε όταν σκέφτομαι και κάποιους φίλους που περιστασιακά αλλά με μέγιστη ηδονή επιδίδονται στο σπορ.

Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις; Και μετριάζει τάχα τον μεγάλο λόγο το κόμμα αντί για το ίσον, κι αυτό το κουτοπόνηρο ερωτηματικό στο τέλος; Ας είμαστε ειλικρινείς: καθόλου. Έγραψα ωστόσο αυτό ακριβώς που εισπράττω προσωπικά, όπως και προσωπικά με ενδιαφέρει να το προσεγγίσω το ζήτημα, από μια ας πούμε ιδιαίτερη πλευρά, πέρα από θέματα απαγορεύσεων, προστασίας του περιβάλλοντος κτλ.

Εν πάση περιπτώσει, ας αποσύρω για την ώρα τον χαρακτηρισμό «ανελεύθερες», με την υπερβολή ή τον μελοδραματισμό του, κι ας δούμε τον κατά τη γνώμη μου αναντίλεκτο: «ανισότιμες», «άνισες σχέσεις».

Και πού ή ποια η ανισότητα; Πολύ απλά: όταν εσύ χτίζεις σπίτι στην παραλία, και στην καλύτερη εννοείται θέση, κι εγώ ή δεν έχω να σταθώ ή πάντως μοιάζω στανικά φιλοξενούμενός σου, κάποτε μετά βίας ανεκτός –είτε είναι αντικειμενικό αυτό το τελευταίο είτε απλούστατα αίσθησή μου.

«Χτίζεις σπίτι»; Άλλη υπερβολή, αυτός κι αν είναι μεγάλος λόγος! Ωραία, για στήσιμο σκηνής βεβαίως μιλάμε, όμως οι αναλογίες, στις συγκεκριμένες συνθήκες, είναι οπωσδήποτε υπαρκτές, ισχύουν απολύτως. Δηλαδή, εντάξει, δεν υπάρχει μονιμότητα, υπάρχει ωστόσο ημιμονιμότητα, κάτι πολύ περισσότερο από το απλώς περιστασιακό δικό μου, το πάω στη θάλασσα για μια βόλτα, για ένα μπάνιο, για λίγη ώρα, για μερικές ώρες, μισή μέρα το πολύ. Αυτήν όμως τη λίγη ώρα, κάποιος δεν έχει απλώς προηγηθεί, κάτι απολύτως φυσικό και αναπόφευκτο, πάντοτε και παντού, δεν έχει λέω απλώς προηγηθεί και πιάσει ευλογότατα την προνομιακή θέση, αλλά τη θέση αυτή την έχει κιόλας «περιφράξει», μεταφορικά μιλάω, κι έχει υψώσει και σημαία, με θυρεό ορατό, περίβλεπτο, και με όρους χρησικτησίας: θα είναι εκεί πριν από τη δική μου βόλτα, άγνωστο πόσο πριν, κι αυτό το άγνωστο επιτείνει ίσα ίσα το χαρακτήρα τής οιονεί μονιμότητας· θα είναι εκεί κατά τη διάρκεια της δικής μου βόλτας, είτε «φυσικά» παρών είτε απών, αλλά με τη θέση πάντοτε κατειλημμένη· και φυσικά θα είναι και μετά, άγνωστο πάλι πόσο.

Μικρογραφία, οπωσδήποτε, όμως σχέσεις και πραγματικότητα ιδιοκτησίας δημιουργούνται αυτομάτως, και ανεξάρτητα, πρέπει να το τονίσω αυτό, από τις προθέσεις του κατασκηνωτή, ανεξάρτητα κι από το αν έχει απλώσει γύρω τριγύρω τραπεζοκαθίσματα, ντουζιέρες, ψησταριές, ή είναι άκρως διακριτικός και μετρημένος. Μια σκέτη σκηνή σε μια ερημική ή άλλη παραλία είναι για τον κάθε «καινούριο» σήμα ιδιοκτησίας από μόνη της. Στη μικροκλίμακα πάντοτε αυτή, η σκηνή είναι ό,τι ένα χτισμένο σπίτι: ακυρώνεται αυτομάτως η έννοια της ερημικής παραλίας όπου έφτασες περιχαρής εσύ, και στην όποια διάρκεια της επίσκεψής σου ακυρώνεται και η όποια αίσθηση ιδιωτικότητας.

Εδώ, προσοχή. Μια απόμακρη, ερημική κτλ. παραλία θα είναι πάντοτε απόμακρη και ερημική, ακόμα κι αν, όταν φτάσεις, υπάρχει ήδη κάποιος άλλος, κάποιοι άλλοι εκεί, και φυσικά ακόμα και αν ακολουθήσουν έπειτα και άλλοι. Θα είστε όλοι εκεί, μαζί και χώρια, στην ίδια παραλία, αλλά με ίσους όρους: περιπατητές, κολυμβητές, εκδρομείς ή ό,τι άλλο. Το σπίτι, η σκηνή, το οτιδήποτε χτιστό ή μονιμότερα στημένο, δημιουργεί, υποβάλλει, επιβάλλει όρους ανισότητας.

Ξανά: Φτάνεις στην απόμακρη ή σε όποια ακτή, αλλά νά ένα σπίτι, ή ευτυχώς, καλύτερα, μια σκηνή, και, ακόμα ευτυχέστερα και καλύτερα, κλειστό το σπίτι, ή κλειστή η σκηνή: κανείς δεν είναι εκεί· όμως ήταν· μπορεί και τώρα να είναι, μέσα π.χ. να κοιμάται, ή πάλι να σε βλέπει (τρομαχτικό!), ή και να σε ακούει· και θα είναι, δηλαδή θα ξεμυτίσει ή θα επιστρέψει, ανά πάσα στιγμή. Παναπεί δεν είσαι μόνος. Και κατά κάποιον τρόπο βρίσκεσαι σε κατοικημένη περιοχή. Και τότε, μήπως ενοχλείς κι αποπάνω; μην τον ξυπνήσεις; Το σίγουρο είναι πως δεν είσαι πλέον χαλαρός, δεν θα τραγουδήσεις λ.χ., δεν θα φωνάξεις, δεν θα παίξεις με την παρέα σου· δεν θα μείνεις μόνος, σιωπηλός, στη φύση, με την αίσθηση, με την απόλαυση πως είσαι μόνος, σιωπηλός, στη φύση.

Και δεν αναφέρομαι φυσικά στους ρυπαντές και περιβαλλοντοκτόνους, που πάντως δεν μπορώ να αμφισβητήσω απριόρι τη φυσιολατρία τους, όπως κι αν την εννοούν· ούτε στους κατασκηνωτές με τα απλωμένα συμπράγκαλα και την πλήρη οικοσκευή, που κι αυτών, ακόμα περισσότερο, δεν θα αμφισβητήσω τη φυσιολατρία τους. Έχω κατά νου, όπως είπα, φίλους με πραγματική οικολογική συνείδηση, έχω επίσης δει, και έχω μάλιστα από μιαν άποψη ζηλέψει, πολλούς άγνωστους άλλους. Όμως, στην πράξη, η αναντίλεκτη φυσιολατρία του άλλου καταργεί, ακυρώνει τη δική μου –και δεν είναι, όπως ελπίζω φάνηκε, θέμα απλώς αντίληψης ή άποψης για τη φυσιολατρία.

Είπα «στην πράξη», αλλά μ’ ένα θεωρητικό σχήμα. Στην πράξη πράξη, και στην πιο κοινή πραγματικότητα, η ανισότητα δεν γίνεται να είναι πιο απτή: μία σκηνή δύο ατόμων καταλαμβάνει χώρο πολλαπλάσιο των δύο. Μετρήστε μόνοι σας: κάτω απ’ το δέντρο, ο χώρος που πιάνει η ίδια η σκηνή, έπειτα ο πλαϊνός και ο λίγο παραπέρα χώρος, όπου αποκλείεται να απλώσετε τη δική σας ταπεινή ψαθοπετσέτα, ο πίσω και ο μπροστά, εννοείται, συν ο χώρος που πιάνουν οι πετσέτες των ίδιων δύο στον ήλιο, όπου θα κάτσουν, φυσικά, κάποια στιγμή.

Συντριπτική, νομίζω, η αριθμητική.

buzz it!