28/7/10

Της ζέστης; ή Το μουνί ραβανί, η πολλή τεστοστερόνη και άλλα θερινά αναγνώσματα

Να ’ναι η ηλικία; Με πειράζει πλέον παραπάνω η ζέστη; Τα διάβασα όντως όλα αυτά; Και είναι όντως έτσι που τα διάβασα; Δεν μπορεί! Αν και μερικά τα ’χω καιρό τώρα, τα διαβάζω, τα ξαναδιαβάζω, δεν αλλάζουν! Είμαι, γιατρέ μου, σοβαρά;

1. Διάβασα λοιπόν πως «Η αγορά είναι κοινή κι έχει μουνί σαν ραβανί κι όποιος πειράξει του λαού το ραβανί τον περιμένουν μαύρα χρόνια στη στενή». Έτσι έγραφαν τα δευτεριάτικα Νέα πως έλεγαν οι πρόσφατοι Αχαρνείς, έλεγε δηλαδή ο μεταφραστής τους, ο Κ. Γεωργουσόπουλος.

Μουνί σαν ραβανί; Και του λαού το ραβανί; Έχω χάσει τεύχη;

(Αλλά και ραβανί, τώρα πίσω πίσω, κ. Γεωργουσόπουλε; Πού πήγε εδώ ο εκσυγχρονισμός σας; Χάθηκε μια πανακότα, μια κρεμ μπριλέ, ένα τσιζκέικ;)

διαβάστε τη συνέχεια...

2. Και διάβασα προχτές σε δελτίο τύπου του ΕΚΕΒΙ για την «αποδημία» του εκδότη Τίτου Μυλωνόπουλου. Δε μας έφτανε η «εκδημία», κληρονομιά του Χριστόδουλου, μας ήρθε τώρα και η «αποδημία».

Με τίτλο «“Έφυγε” ο Τίτος Μυλωνόπουλος, μια σημαντική προσωπικότητα στον εκδοτικό χώρο», το «έφυγε» σε εισαγωγικά, κατά τα συνήθη, αρχίζει το δελτίο τύπου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου: «Η “αποδημία” [επίσης σε εισαγωγικά!] του εκδότη Τίτου Μυλωνόπουλου αποτελεί αληθινή απώλεια για τον ελληνικό εκδοτικό κόσμο…»

Την εκδημία, είπαμε, τη μάθαμε, μαζί με άλλα αρχαιοπρεπή εκκλησιαστικά, με το θάνατο του Χριστόδουλου. Από τότε όλο και κάποια εκδημία θα μας ταΐσουν οι εφημερίδες μας: για τα «16 χρόνια από την εκδημία» του Μάνου Χατζιδάκι έγραφε τον περασμένο μήνα ο Δ. Γκιώνης στην Ελευθεροτυπία, για «4 χρόνια πριν από την εκδημία του εισηγητή της γαλλικής όπερας» έγραφε τις προάλλες ο λογιόπληκτος, το λιγότερο, μουσικοκριτικός της Αυγής Κυριάκος Λουκάκος.

Την εκδημία, εννοείται, δεν την έχουν τα μεγάλα λεξικά της νεοελληνικής, με εξαίρεση, πάλι εννοείται, το βουλιμικό λεξικό Μπαμπινιώτη, κι εκεί όμως με δυο λεξούλες όλο κι όλο και τον χαρακτηρισμό «αρχαιοπρ.» –έτσι για να μην έχουμε αμφιβολίες, αν τάχα είχαμε, για την τάση των ημερών, ότι αρχαιοπρεπή δηλαδή εδίψασεν η ψυχή των.

Και έπειτα από την εκδημία, νά σου τώρα και η αποδημία, η γνωστή αποδημία αλλά με τη σημασία «θάνατος»! Εμ την αποδημία=θάνατος δεν τη δίνουν ούτε τα παλιά μεγάλα λεξικά, π.χ. ο πολύτομος Δημητράκος ή ο Σταματάκος, πόσο μάλλον τα νεότερα. Εξαίρεση; το βρήκατε: ο Μπαμπινιώτης· αλλά, ακόμα κι αυτός, μόνο σαν τελευταία σημασία στο σχετικό λήμμα, και μονολεκτικά: «ο θάνατος».

Καλή αρχή, καινούριο ΕΚΕΒΙ.

3. Και διάβασα και τούτο: «Γ@μιόληδες. Είδα όλες τις φωτογραφίες πάνω στο Αβέρωφ και τα πήρα πολύ άσχημα. Δώσατε το Αβέρωφ, γ@μιόληδες, για να κάνει το κομμάτι του ένα πλούσιος κ@ριόλης; Το Αβέρωφ, γ@μιόληδες; Τρέξτε στη γ@μημένη σας Βικιπαίδεια, αμόρφωτοι γ@μιόληδες, να μάθετε ποιο ήταν το Αβέρωφ».

Και πού το διάβασα να δεις; Α, στο Lifo ήταν. Που έγραφε πως το έγραφε ο Π. Τατσόπουλος: «Με το δίκιο του ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος τα ρίχνει στο Facebook σε αυτούς που έδωσαν το ιστορικό θωρηκτό για το γαμήλιο πάρτι εφοπλιστών».

4. Και τι άλλο διάβασα, τώρα που έγραψα για «δίκιο»; Και πού το διάβασα πάλι αυτό; Σε μπλογκ της Σεμίνας Διγενή, ναι, στης Σεμίνας Διγενή το μπλογκ, ο εστέτ, πώς να το κάνουμε, και δεν το λέω διόλου για κακό αυτό, ο εστέτ λοιπόν και σίγουρα σπουδαίος, λαμπρός ηθοποιός Γιώργος Κιμούλης, στο μπλογκ της Σεμίνας Διγενή, όπου πάνω πάνω προβαλλόταν το περιλάλητο «Τρωκτικό», εκεί λοιπόν άρχισε μια σειρά κειμένων ο Γιώργος Κιμούλης, «κριτική της κριτικής».

Πρώτο του κείμενο, «Η κριτική της κριτικής του Γρηγόρη Ιωαννίδη», θεατροκριτικού της Ελευθεροτυπίας.

Όπου από το πρώτο κιόλας παράθεμα Ιωαννίδη ο Κιμούλης μάς κλείνει το μάτι. Έγραφε ο Ιωαννίδης: «Προκαλεί, σε εμένα τουλάχιστον, εντύπωση πως η παρθενική συνάντηση του έμπειρου σκηνοθέτη μας με τον Οιδίποδα Τύραννο τίθεται με τόσο απλούς όρους. Έπειτα από χρόνια θητείας στο αρχαίο δράμα, ο Σπύρος Ευαγγελάτος καταλήγει φαίνεται στην Ιθάκη του».

Και τι διάβασε εδώ ο Κιμούλης; Σεξουαλικές αμφισημίες και καλιαρντά! Ιδού: «Αντιπαρέρχομαι την αναιδή ευθυμία της φράσεως “παρθενική συνάντηση”. Ουδέποτε ήμουν θαυμαστής του λεκτικού αλατοπίπερου σεξουαλικών αμφισημιών. Οι galliard φράσεις δεν χαρακτηρίζουν το αντικείμενο, αλλά το υποκείμενο που τις εκφέρει».

Αχά, το πιάσαμε το υπονοούμενο, κι ας μην εμπιστεύεται το αϊκιού μας ο Κιμούλης, γι’ αυτό και παρακάτω γράφει για «θηλυκότητα της γραφής», που μάλιστα «τη διακρίνει κάποιος παντού μέσα στο κείμενο».

Τον Γρηγόρη Ιωαννίδη δεν τον γνωρίζω ούτε κατ’ όψιν, αμφιβάλλω αν τον έχω διαβάσει πάνω από δυο-τρεις φορές όλες κι όλες, και ούτε τον Οιδίποδα του Ευαγγελάτου έχω δει, και γενικώς δεν ξέρω ποιος έχει, ποιος δεν έχει δίκιο -πάντως ο Κιμούλης, και να 'χε, το ’χασε, αρχή αρχή κιόλας του μακροσκελούς κειμένου του.

Κι ήρθε το δεύτερό του κείμενο, «κριτική της κριτικής του Γ. Σαρηγιάννη», των Νέων, πάλι για τον Οιδίποδα του Ευαγγελάτου: εδώ τα κουδούνια βαρούν δυνατότερα: ο λόγος για το «τρελό αγόρι» που η γραφή του έχει μείνει «στο επίπεδο δευτέρας ή τρίτης τάξης κάποιου γυμνασίου θηλέων»! Αμάν, φτάνει, χίλιες φορές το 'χουμε δει αυτό το έργο… Α, και στο τέλος τον προειδοποιεί τον Σαρηγιάννη: «από δω κι εμπρός θα μ’ έχεις από πίσω σου
και όχι για χαρά, αλλά για να σου υπενθυμίζω, τα φληναφήματά σου…» –υπογράμμισα εγώ, και κίνησα να φύγω.

Αφού στο μεταξύ θυμήθηκα άλλον και άλλο που διάβασα πάλι τελευταία:

5. Όμοιος στον όμοιο, πήγε, λέει, ο Αντρέας Μικρούτσικος στην Τατιάνα, κι εκεί είπε κάποια στιγμή πως θα ’πρεπε να το ρίξει στο «γκεϊλίκι», γιατί αυτό μόνο περνάει στη τηλεόραση, όμως κωλύεται, δεν ξέρει, είπε, ο δόλιος, πώς «να τσακίζει το χέρι όταν κρατάει το τσιγάρο», και όλο απορία ρώταγε την όμοιά του: «Μα πώς το κάνουνε και το τσακίζουνε το χέρι;» και νά τα γέλια, πιο πολλά κι από του Λάλα!

Και πάλευα να θυμηθώ, όταν μεσουρανούσε ο Αντρέας στην τηλεόραση, πώς τάχα το ετσάκιζε το χέρι;

Α, ούτε λόγος, θα ’μαι, γιατρέ μου, σοβαρά!

buzz it!

24/7/10

Παράλληλοι μονόδρομοι

Τα Νέα, 24 Ιουλίου 2010 [εδώ με μικροαλλαγές και προσθήκες]






Την Εποχή της Τηλεόρασης παρακολουθούμε τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις σαν να ’μαστε αραχτοί, η παρέα, στον καναπέ του σπιτιού μας


Του Νικολάκη, καλή του ώρα, τού άρεσε πολύ η Φαραντούρη. Τα σαββατοκύριακα που ερχόταν στην Αθήνα και τον φιλοξενούσα, έβαζε δίσκους της και ακούγαμε. Και τραγουδούσε συνεπαρμένος μαζί της, έξω φωνή, σχεδόν τη σκέπαζε. Δεν τραγουδούσε άσχημα, κάθε άλλο, όμως μου ’ρχότανε να κάνω φόνο: ήθελα κι εγώ ν’ ακούσω! Έπειτα, σ’ όλους μας έρχεται να τραγουδάμε, και τραγουδάμε, καθώς ακούμε, αλλά όταν είμαστε μόνοι. Εκτός και τραγουδάμε όλοι μαζί σε παρέα, άλλη ιστορία.

διαβάστε τη συνέχεια...

Μεγαλοβδομάδα στην Πάτμο, στο παρεκκλήσι που επικοινωνεί με μια πλαϊνή πόρτα με την εκκλησία του μοναστηριού, όσοι ξέρουμε το κόλπο, βρίσκουμε σχεδόν πάντα φιλόξενο στασίδι, και παρακολουθούμε –για την ακρίβεια ακούμε– με την άνεσή μας την ακολουθία. Δίπλα μου ο μεγαλόσωμος ηλικιωμένος κύριος, εγώ νέος τότε, μια κάθεται, μια σηκώνεται και σουλατσάρει χαζεύοντας τις αγιογραφίες, και κάθε τόσο τραβάει κι από ένα βροντώδες σεκόντο: καταστροφή! Δεν είναι φάλτσος, ούτε κακόφωνος, ίσα ίσα κάποια σχέση πρέπει να ’χε με τη μουσική, τη δυτική οπωσδήποτε, που πουθενά όμως δεν κολλάει με τη μονοφωνική βυζαντινή. Τον κοίταξα μια, τον κοίταξα δυο, στο τέλος του είπα πως, άμα θέλει, ας πάει επιτέλους στο ψαλτήρι, πάντως εκεί ήμασταν για να ακούσουμε κι όχι για να ψάλουμε (έψελνε τότε εξαιρετικά ένας πιτσιρικάς καλόγερος, Σεραφείμ αν θυμάμαι καλά), δυσανασχέτησε έντονα ο κύριος, κάτι είπα, κάτι είπε, τον αποστόμωσα μόνο όταν σκέφτηκα να το παίξω σκανδαλισμένος τάχα πιστός: «Μία φορά πάνε το χρόνο εκκλησία και έχουν την απαίτηση και να ψάλουν» μονολόγησα μεγαλόφωνα και όσο πιο στυφά μπορούσα.

Το φαινόμενο είναι πολύ συνηθισμένο στις εκκλησίες. Πάνε να ακούσουν, υποτίθεται, καμιά φορά ν’ ακούσουν ειδικά έναν μεγάλο ψάλτη, π.χ. τον Αγγελόπουλο, και ψέλνουν οι ίδιοι, έξω φωνή, και πάλι θες να κάνεις φόνο έτσι και σου τύχουν πλάι σου, μα φάλτσοι, μα σωστοί. Δεν είναι θέμα σαβουάρ βιβρ, ούτε τήρησης κάποιων αυστηρών τάχα και απαραβίαστων κανόνων: απλώς σε εμποδίζουν να ακούσεις εσύ, να παρακολουθήσεις, να συμμετάσχεις, αναλόγως.

Στα αποδυτήρια στο κολυμβητήριο μπαίνει σφυρίζοντας και χωρίς να κοιτάζει πουθενά ο μεγαλούλης κύριος. Ακουμπάει σ’ έναν πάγκο τα πράματά του, ξεντύνεται, έπειτα φοράει το μαγιό του κτλ., πάντα σφυρίζοντας, δυνατά, σαν να ’ναι κάπου τελείως μόνος του. Στην αρχή ενοχλήθηκα, χωρίς να καλοκαταλαβαίνω το γιατί· όσο περνούσε η ώρα, σχεδόν, τι σχεδόν, εξαγριώθηκα. Πάλι στο κολυμβητήριο, άλλη φορά, στα γεμάτα τώρα ντους κάποιος τραγουδάει: δεν σιγοτραγουδάει· τραγουδάει κανονικά, σαν να ’ναι ολομόναχος στο μπάνιο του σπιτιού του.

Τούτο το καλοκαίρι, σε συναυλία στο Ηρώδειο, ένας συμπαθής νεαρός μπροστά μου διεύθυνε όλη σχεδόν την πέμπτη συμφωνία του Μάλερ. Με όλο του το σώμα: το πόδι που κρατούσε το ρυθμό, το δεξί κυρίως χέρι, το πάνω μέρος του κορμού, δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω, μπρος-πίσω, το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις κι αυτό, συχνά πυκνά γύριζε και υποδείκνυε διάφορα σημεία στον φίλο του, που κι εκείνος ψιλοδιεύθυνε κατά διαστήματα, πολύ πιο μαζεμένος όμως. Συμπαθής, είπα, ο νεαρός, ήταν όμως ένα θέαμα μόνος του μπροστά σου, ένα θέαμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ εσένα και στο κυρίως θέαμα, και έτσι σε περισπά, φτάνει να σ’ ενοχλήσει.

Πέρα λοιπόν από την αυτονόητη ενόχληση με τον μεγαλόφωνο σχολιασμό, το κουβεντολόι, τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα πατατάκια («Μ’ αρέσουν τα ποπκόρν και τα νάτσος στο σινεμά, παρότι κάποιοι ενοχλούνται. Νόμιμα και προς… φάγωμα δεν διατίθενται στα κυλικεία;» διάβασα, μάθημα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, πρόσφατα στο Βημαγκαζίνο), πέρα λοιπόν από την κραυγαλέα εξωστρέφεια της Εποχής της Τηλεόρασης, που παρακολουθούμε δηλαδή τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις σαν να ’μαστε αραχτοί, η παρέα, στον καναπέ του σπιτιού μας, ενόχληση μπορεί να συνιστούν ακόμα και αθόρυβες και καταρχήν διακριτικές εκδηλώσεις:

Δυο-τρία χρόνια πριν, σε παράσταση του φεστιβάλ, το ’χω γράψει στο μπλογκ μου μα μου τυχαίνει όλο και πιο συχνά, καθόμουν πίσω από τρία συμπαθέστατα νέα παιδιά, του θεάτρου, όπως αποδείχτηκε μετά, που μιλούσαν αναμεταξύ τους απολύτως προσεχτικά και ψιθυριστά, τίποτα δεν σε αποσπούσε ηχητικά, αλλά τρία κεφάλια έσμιγαν, χώριζαν και ξανάσμιγαν συνεχώς μπροστά σου, θέαμα μες στο θέαμα: μια ολόκληρη μιμική, ανάλογα με το τι σχολίαζαν, τίναγμα κεφαλιού σε έκπληξη, τράνταγμα των ώμων στο βουβό, πάλι ευτυχώς, γέλιο κτλ.

Πάλι δυο-τρία χρόνια πριν, η σπουδαία Ρένη Πιττακή σε Μπέκετ στο φεστιβάλ, μικρός ο χώρος, μαύρο πηχτό σκοτάδι, και μόνο ένα φως πάνω στην ηθοποιό. Μόνο; Και η αναμμένη οθόνη του κινητού της μπροστινής μου, στις μπροστινές μάλιστα σειρές! Της είπα, της ξανάπα, δεν γινόταν παραπάνω, θα ενοχλούσα πια εγώ, αυτό είναι άλλωστε το εκβιαστικό δίλημμα και αδιέξοδο, πως, αν βουτήξεις επιτέλους το ξένο κινητό και το πετάξεις πέρα, θα καταστρέψεις την παράσταση. Στο τέλος, φεύγοντας, ζήτησε και το λόγο, και πια ανέλαβε ο Σεραφείμ, ο φίλος μου όχι ο καλόγερος της Πάτμου, και μόνο στα χέρια που δεν ήρθαν.

Ο Σεραφείμ πάλι, σε άλλη παράσταση, φέτος, έβαλε το χέρι του πάνω στο αναμμένο κινητό της διπλανής του, να σκιάσει το φως. Απτόητη εκείνη. «Θα κρατήσει πολύ αυτό;» της είπε έπειτα από λίγο. «Με ενοχλείτε» είπε εκείνη. «Εσείς ενοχλείτε» είπε ο Σεραφείμ. «Να κοιτάτε μπροστά σας, εκεί είναι η σκηνή», είχε το θράσος εκείνη. Την έβρισε κι αυτός, και στο τέλος εκείνη απείλησε πως, άλλη φορά, θα ζητήσει τα στοιχεία του και θα κάνει μήνυση. Δηλαδή το κλασικό: με το μηχανάκι, κανόνας αυτό, ή το αυτοκίνητο, που θα σου έρθει ανάποδα, τη μηχανή στο πεζοδρόμιο που θα κορνάρει κιόλας να παραμερίσεις, και θα σε βρίσει κι αποπάνω.

Σελίδες να ’χα, πάλι δεν θα χωρούσαν οι ιστορίες. Όχι με τις κραυγαλέες περιπτώσεις της βάναυσης παραβίασης του χώρου μας ή της επιθετικής εισβολής του ιδιωτικού στοιχείου στον δημόσιο χώρο, αλλά με τις σχεδόν ανεπαίσθητες, τις «έλα μωρέ», τις «σιγά τώρα!», όπου τα όρια είναι όντως δυσδιάκριτα κι όμως υπάρχουν. Και έπειτα, όχι με τις ιστορίες μοναχικών πράξεων, μιας κοινωνίας αθροίσματος ή μηχανικής παράταξης μεμονωμένων ατόμων, αλλά με ιστορίες όπου άλλοτε ασύνειδα άλλοτε συνειδητά, μπορεί και επιδεικτικά, ο ένας παραβλέπει την ύπαρξη του άλλου, ιστορίες δηλαδή καθαρά αντικοινωνικής συμπεριφοράς.

Σ’ αυτό το συνειδητά και επιδεικτικά ήθελα να φτάσω, π.χ. στα τζιπ, όχι τα μικρομεσαία, εννοείται, αλλά τα τζιπ νεκροφόρες, τανκς σωστά, τρακτέρ μέσα στην πόλη, που η αγορά τους και μόνο συνιστά αντικοινωνική πράξη· μάκρυνε όμως η εισαγωγή· ίσως μιαν άλλη φορά. Και πάντως, από Σεπτέμβρη. Καλές μας διακοπές.

buzz it!

3/7/10

Το γαμημένο, η Γιώτα και η Παναγιώτα

Τα Νέα, 3 Ιουλίου 2010 [παραγγελιά για ειδικό αφιέρωμα
στις "αξέχαστες μέρες του 2004", εδώ με προσθήκες]


«Έτσι και σε αρπάξω, τρία θα σου πετάξω, για να σ’ το πω λιανά…» από τους Αχαρνείς του Αριστο-φάνη (μετ. Παντελής Μπουκάλας, σκην. Βαγγ. Θεοδωρό-πουλος)


«Σήκωσέ το το γαμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω!» ήταν ίσως το σύνθημα με τη μεγαλύτερη απήχηση στο Euro 2004, τόσο που επιστρατεύτηκε γρήγορα ο φερετζές: «Σήκωσέ το το τιμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω!»

Αλλά δεν ήταν σύνθημα γηπεδικό πλέον αυτό, ήταν εργόχειρο για παλιές Αρσακειάδες, για τον άλλον που μοίραζε λίγο μετά σταυρουδάκια στους νικητές μέσα στο Καλλιμάρμαρο.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ήταν οι ευφρόσυνες μέρες του καλοκαιριού του 2004, που έμελλε να σφραγιστεί από το άλλο μεγάλο πανηγύρι, τους Ολυμπιακούς αγώνες, οι μέρες που το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου βάδιζε προς το τέλος του και έδειχνε, παρά πάσα προσδοκία –και λογική–, να πέφτει στα πόδια της δικής μας Εθνικής. Τότε πια, η υπόθεση Euro, περίπου όπως το Ευρωμπάσκετ το 1987, βγήκε από τη μεγάλη, πάντως, επικράτεια του αυστηρά ποδοσφαιρόφιλου κοινού και έγινε κοινή, όλο και πιο κοινή υπόθεση, όλο και ευρύτερου κοινού.

Και τελικά το σήκωσε η Εθνική το γαμοτιμημένο. Και ευφράνθηκαν οι πιστοί: «Είναι καύλα το γαμημένο, όταν εί-, όταν είναι σηκωμένο!» Όχι, δεν υπήρχε χώρος για ξενέρωτα και ξενερωτικά «τιμημένα»· το αρχικό σύνθημα-προτροπή: «Σήκωσέ το το γαμημένο» επέστρεφε στον φυσικό του χώρο, και αποκάλυπτε τον καλυμμένο πρώτα σεξουαλικό του χαρακτήρα.

Αυτά λοιπόν το «γαμημένο» του τίτλου μας, το μεγαλύτερο σουξέ της εποχής, μαζί με το άλλο, ιδιαίτερα ξεσηκωτικό: «Δε σταματώ να τραγουδώ ποτέ, Ελλάς ολέ ολέ», που αυτό κι αν συνάρπαζε κερκίδα και μη, με τη συνεχή επανάληψη και την πλουσιότερη μελωδική γραμμή του.

Αλλά η Γιώτα και η Παναγιώτα; Αυτές είναι οι θρυλικές μορφές από τα παραδοσιακά αποκριάτικα τραγούδια μας, Γιώτα το γυναικείο όργανο, Παναγιώτα το αντρικό, όπως μάλιστα τα έκανε ευρύτερα γνωστά μέσα από τη δισκογραφία, με πλήθος συναυλίες, ακόμα και στο Μέγαρο Αθηνών, η Δόμνα Σαμίου. Κι ωστόσο, δημοτικά - ξεδημοτικά, έχω την αίσθηση ότι σοκάρουν περισσότερο κι από τα πιο αθυρόστομα γηπεδικά συνθήματα.

Το μουνί το λένε Γιώτα
και τον πούτσο Παναγιώτα.
Και τον πούτσο Παναγιώτα
κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα.

Κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα,
το κεφάλι μπαίνει πρώτα.
Το κεφάλι μπαίνει πρώτα
και τ’ αρχίδια κλειούν την πόρτα.


Ας δούμε όμως, για να μπούμε καλύτερα στο θέμα μας, κι ένα άλλο παραδοσιακό αποκριάτικο, που παραλλάζει το περίφημο «Μια πέρδικα παινεύτηκε / σ’ Ανατολή και Δύση / πως δεν ευρέθη κυνηγός / να τηνε κυνηγήσει…»:

Ένα μουνί παινεύτηκε
σ’ Ανατολή και Δύση
πως δεν ευρέθη πούτσαρος
να πάει να το γαμήσει

Κι ο πούτσος μου που τ’ άκουσε
πολύ του κακοφάνη
βάζει στ’ αρχίδια του φτερά
και τρέχει και το φτάνει

Βρε συ, βρε συ παλιόμουνο
τι έχεις και παινιέσαι;
στον κόσμο που γεννήθηκες
πρέπει για να γαμιέσαι.


Αλλά ποιο είναι το θέμα μας, το θέμα μου; Ξεκίνησα να γράψω για τα συνθήματα του Euro 2004, συνθήματα που κατά κανόνα προσάρμοζαν άλλα, παλαιότερα, και είχαν στη συντριπτική τους πλειονότητα σεξουαλικό περιεχόμενο –όπως γενικά τα γηπεδικά συνθήματα, τουλάχιστον, ή ιδίως, στα καθ’ ημάς. Και σκέφτηκα τότε την πλουσιότατη παράδοση αθυροστομίας που διαθέτουμε, άσε από τον Αριστοφάνη, σίγουρα όμως από τον λαϊκό μας πολιτισμό. Έπειτα όμως σκέφτηκα ότι στον λαϊκό μας πολιτισμό, στη δημοτική παράδοση, έχουμε τραγούδια, παιχνίδια, έθιμα καθαρά σεξουαλικού περιεχομένου, αλλά στο ποδόσφαιρο το σεξουαλικό στοιχείο συχνότατα εκτρέπεται σε σεξιστικό. Και τότε πάλι σκέφτηκα κατά πόσο μπορεί να ορίσει πάντοτε κανείς την απόσταση από το σεξουαλικό στο σεξιστικό. Κι ακόμα σκέφτηκα ότι, ενώ στα αποκριάτικα δρώμενα της δημοτικής παράδοσης μετέχει ισότιμα και η γυναίκα, το ποδόσφαιρο ανέκαθεν ήταν σχεδόν αποκλειστικά αντρική υπόθεση, στο ποδόσφαιρο η ίδια η γυναίκα δεν διεκδίκησε ποτέ ουσιαστική θέση. Και τότε στο κλειστό απ’ αυτή την άποψη σπορ, στο γκέτο ακόμα ακόμα, ίδια όπως στο παλιό καφενείο, σε μια αντροπαρέα, η πολιτική ευπρέπεια δεν μπορεί να ζητήσει το λόγο από κανέναν –όπως αντίστοιχα και σε μια αμιγή γυναικοπαρέα. Και πια σκέφτηκα πόσο ανώφελες ήταν όλες αυτές οι αδιέξοδες σκέψεις, πόσο άτοπη θα ήταν μια τέτοια ανάλυση –άσε που δεν υπάρχει διόλου έλλειψη από τέτοιες, κατά βάση σωστές, αναλύσεις, που όμως παρατηρούν αφ’ υψηλού το ποδόσφαιρο, μυκτηρίζοντας το «όπιο του λαού».

                                          * * *

Ας θυμηθούμε έτσι «την τελευταία φορά που χαρήκαμε», κατά την ιδέα του αφιερώματός μας: Από τα πιο αθώα συνθήματα:

«Σε εννέα μήνες το παιδάκι, και θα είναι Ελληνάκι!»

«Έπαιξες το ρόλο του Γκουσγκούνη, Καραγκούνη, Καραγκούνη!»

«Ζαγοράκη σούβλισες αρνί, τον Ανρί, τον Ανρί», με την εντυπωσιακή νίκη επί της Γαλλίας, και

«Πήρες του Ζιντάν το κιλοτάκι, Ζαγοράκη, Ζαγοράκη», που είχε τη συνέχειά του με τον τελικό με την Πορτογαλία: «Πήρες και του Φίγκο το στρινγκάκι, Ζαγοράκη, Ζαγοράκη!»·

ώς τα πιο σκληρά:

«Τώρα οι Γάλλοι είναι τάβλα, πως γαμά-, πως γαμάμε στην Ελλάδα!» και «Τώρα τα Γαλλάκια είναι τάβλα, πόπο καύλα, πόπο καύλα!»

«Κάντε μας μια πίπα σιλ βου πλέ, Τρεζεγκέ, Τρεζεγκέ!», η αβρή πρόσκληση, στον πληθυντικό, προς τον Νταβίντ Τρεζεγκέ της Εθνικής Γαλλίας

«Έχουμε μπύρες, έχουμε ούζα, φέρτε μας Τσέχες να κάνουμε παρτούζα!»

«Με σαμπάνια και χαβιάρι, σας πηγαίνουμε γαμιώντας ως τον Άρη!»

«Πάρτε πίπες τώρα απ’ τον Όττο, μες στο Πόρτο, μες στο Πόρτο!»

«Και μετά την πίπα στη Γαλλία, τσιμπουκάκι Πορτογαλία!»

«Φέρτε μου να πιω να ξημερωθώ, ποποπό τι τσιμπούκι ήταν αυτό!»

«Βρε πως κουνιέται μες στο σορτσάκι η ψωλή, η ψωλή του Ζαγοράκη!»

«Τους γέμισες με χύσια το πιγούνι, Καραγκούνη, Καραγκούνη!»

«Χαριστέα, στα παιχνίδια, βάλε μέ-, βάλε μέσα και τ’ αρχίδια!»

«Είναι βαριά, βαριά, η πούτσα του τσολιά!», για το νικητήριο γκολ του Δέλλα, σύνθημα που κι αυτό απόκτησε σύντομα το φερετζέ του κι έγινε «μπότα του τσολιά»

«Τους έβαλες στον κώλο τη μορταδέλα, γεια σου Δέλλα, γεια σου Δέλλα!» και «Σήκωσέ τη τη φουστανέλα, να φανεί, να φανεί η μορταδέλα!»

«Με το Ζήση, με το Ζήση, θα τρελάνουμε το Φίγκο στο γαμήσι!» ή «Και στον τελικό θα έχει πάρτι, με το Φί-, με το Φίγκο στο κρεβάτι!»

«Δε βάλατε μυαλό, δε βάλατε μυαλό, πούτσα στην πρεμιέρα, πούτσα και στον τελικό!» για τον εναρκτήριο και τον τελικό αγώνα με την Πορτογαλία.

                                          * * *

Αλλά ας ξεκοκκινίσουμε: ήτανε κι άλλα· ήταν και το «Τι κι αν δεν κέρδισε ο Σάκης, θα το φέρει ο Ζαγοράκης», καθώς είχε μόλις προηγηθεί η αποτυχία του Σάκη Ρουβά στη Γιουροβίζιον.

Και ήταν και το ευρηματικό: «Όττο Ρεχάγκελ μ’ έκανες μάγκα, δεν γυρίζω, μάνα, στείλε κι άλλα φράγκα». Που ενέπνευσε ίσως την ιδιαίτερα επιτυχημένη τηλεοπτική διαφήμιση, με τον περίφημο Σάββα που ’χε ξεμείνει σε μια σκηνή σε κεντρική πλατεία της Λισσαβόνας, πανηγυρίζοντας το γαμοτιμημένο πολύ μετά την κατάκτησή του. Και υπήρξε και συνέχεια ραδιοφωνική, εξαιρετικά εμπνευσμένη, που όμως παίχτηκε περιέργως ελάχιστα και παρέμεινε άγνωστη: παραμονές γιορτών εκείνης της χρονιάς ένα μικρό κοριτσάκι προσεύχεται: «Άγιε μου Βασίλη, τούτα τα Χριστούγεννα, σε παρακαλώ, θέλω να μου φέρεις μία Νοva. Δεν τη θέλω για μένα, για τον αδερφό μου τη θέλω, που έμεινε τόσον καιρό στη Λισσαβόνα και μας έχει κάνει ρεζίλι σ’ όλη την τηλεόραση»!

Όμως αυτά είναι η μία όψη του νομίσματος. Το χαμένο μέσα σ’ όλα αυτά μέτρο συμβαδίζει με το εθνικό παραλήρημα για τον περιούσιο λαό και τα γονίδια της νίκης. Κι όπως με το σεξουαλικό που εκτρέπεται σε σεξιστικό, το εθνικό ελάχιστα ή καθόλου δεν απέχει απ’ το εθνικιστικό: «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ» ήταν το σύνθημα που αποθεώθηκε τις χαρμόσυνες εκείνες μέρες, πολεμικό θούριο που συνόδεψε το κυνηγητό στα πέριξ της Ομόνοιας και τον ξυλοδαρμό Αλβανών και άλλων μεταναστών που διανοήθηκαν ότι μπορούσαν να πάρουν κι αυτοί μέρος στη χαρά και το πανηγύρι.

Ότι η ιστορία εκδικείται, βέβαια, ούτε λόγος: Αλβανός είναι ο Έλληνας Νίνης της καινούριας Εθνικής, με μέλλον πλούσιο καταπώς φαίνεται μπροστά του.

Για τη χαρά ξεκινήσαμε να μιλάμε, ξινό κατέληξε το κείμενο, όπως και η πραγματικότητα, φευ, κυρίως η εξωγηπεδική.

buzz it!

29/6/10

Ηθικολογία έναντι Πολιτικής

Τα Νέα, 10 Ιουλίου 2010

Πόσο «παιδαγωγικές» μπορεί να είναι, απέναντι σε νέους ειδικότερα, μέθοδοι που βασίζονται στο κνούτο, έστω το λεκτικό, στο ηθικό λιντσάρισμα, την ειρωνεία και την απαξίωση;



Η απαξίωση και η περιθωριοποίηση γεννούν οργή· είναι θέμα συγκυρίας να γίνει η οργή τυφλή και να μεταφραστεί σε ανεξέλεγκτη βία


Ηθικός στιγματισμός και προπαντός απαξίωση μοιάζει να υποκαθιστούν όλο και συχνότερα τον πολιτικό λόγο, αυτόν που θα όφειλε να αντιπαραταχτεί σε πολιτικής αφετηρίας έστω φαινόμενα, αν ακριβώς θέλουμε να υπάρξει ουσιαστική αντιπαράθεση –και πολεμική.

Κυριαρχούν έτσι χαρακτηρισμοί τού τύπου «αρλούμπες», «καθάρματα», «στόκοι» και «ουγκ», όπως έγραφα στην περασμένη επιφυλλίδα, χαρακτηρισμοί που επιζητούν να απολιτικοποιήσουν τα φαινόμενα και τα υποκείμενα στα οποία αναφέρονται.

διαβάστε τη συνέχεια...

Το είδαμε αυτό στον λόγο για τον Δεκέμβρη του 2008, το είχαμε δει παλαιότερα, στην αντιμετώπιση κυρίως των τρομοκρατών της 17Ν, το ξανάδαμε πρόσφατα, με την τραγωδία της Μαρφίν.

Είναι καιρός να αναζητήσουμε το νόημα της πολιτικής της μη πολιτικής. Γιατί ο κυρίαρχος λόγος, πολιτικών προσώπων, πνευματικών ανθρώπων, ο λόγος των μίντια, όσο κι αν εμφανίζεται μη πολιτικός, σίγουρα ασκεί πολιτική, είναι πολιτικών προθέσεων. Πρέπει δηλαδή να αναρωτηθούμε γιατί η πολιτική, μια συγκεκριμένη πολιτική, επιλέγει το ένδυμα της μη πολιτικής, ή τι είδους πολιτική ασκείται μέσω της μη πολιτικής. Χρειάζεται όμως πρώτα, όπως ξανάγραψα, να φωτογραφίσουμε καταρχήν το φαινόμενο.

Συνεχίζω από την προηγούμενη φορά, με μιαν άλλη πλευρά, ακόμα πιο εντυπωσιακή, κατά τη γνώμη μου: εδώ έχουμε έναν έντονα κατηχητικό λόγο, που σκανδαλίζεται αίφνης μπροστά στον παμπάλαιο χαρακτηρισμό «μπάτσοι» και το συναφές σύνθημα: «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι»· και προπάντων προσεγγίζει και σχολιάζει ένα σύνθημα με τα εργαλεία της πιο ακραίας πολιτικής ευπρέπειας:

«ως κύριο σύμβολο της κρατικής επιβουλής ορίζονται οι αστυνομικοί –ή “μπάτσοι”, στο υποκοσμικό γλωσσικό ιδίωμα που πλέον υιοθετεί και η τελευταία καθωσπρέπει μεγαλοαστή–, που τα μεταχουντικά σεκλέτια κάποιων φαντασιώνουν ως αιμοχαρείς υπανθρώπους»· ή

«το σύνθημα “Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι”, αναλύεται σε τυφλό μίσος προς όλους τους αστυνομικούς. Για τη ρητορική “της εξέγερσης”, δεν υπάρχει εξατομικευμένη ευθύνη. Δεν ευθύνεται ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου (για τον οποίο, ασφαλώς, η μαζική διαμαρτυρία δεν προβλέπει κανένα “τεκμήριο αθωότητας”), ευθύνονται συλλήβδην “οι μπάτσοι”».

Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο άτοπο, σκανδαλίζομαι τώρα και εγώ, απ’ το να αναλύονται διαδηλώσεις και συνθήματα σαν να είναι θεωρητικά δοκίμια, διατριβές, ένορκες καταθέσεις στο δικαστήριο. Ή να εγκαλούνται γονείς και οικείοι ενός οποιουδήποτε νεκρού που καταριούνται τον δολοφόνο ότι παραγνωρίζουν το τεκμήριο αθωότητάς του.

Και τι μπορεί να συναγάγει κανείς από την ηθικολογική, κατά την αντίληψή μου, προσέγγιση οσοδήποτε ακραίων πολιτικών φαινομένων, είτε στην επιστημονική της αυτή εκδοχή, με το μικροσκόπιο και το νυστέρι, είτε στην πιο ακραία θυμική, με τους χαρακτηρισμούς που είδαμε πιο πάνω και την προηγούμενη φορά, τους «στόκους» και τα «καθάρματα»;

Ότι ο ηθοπλαστικός και λαϊκίστικος ουσιαστικά λόγος –που απευθύνεται στο ευρύτερο δυνατό ακροατήριο, και βεβαίως στο θυμικό του ακροατηρίου– στοχεύει αμεσότερα στο κοινωνικό σώμα, το ενοχοποιεί, για συμπάθεια, ανοχή κτλ. (όπως την περίοδο της δίκης της 17Ν, ή με τον Δεκέμβρη του 2008), και έτσι απ’ τη μια το εξουδετερώνει, το ακινητοποιεί, από την άλλη το διεγείρει και το εναντιώνει σε διεκδικήσεις και δράσεις που γίνονται με ανορθόδοξο τρόπο –πόσο μάλλον όταν γίνονται με ακραίο, βίαιο τρόπο.

Έπειτα, απέναντι στα υπό κρίση φαινόμενα και υποκείμενα, ο ηθοπλαστικός λόγος λειτουργεί, όπως είπαμε, απαξιωτικά· ειδικότερα, ο λόγος αυτός στιγματίζει ηθικά και κοινωνικά, αποβάλλει από το κοινωνικό σώμα, περιθωριοποιεί, γκετοποιεί – για την ακρίβεια, εξωθεί σε γκετοποίηση. Όμως η απαξίωση και η γκετοποίηση γεννούν οργή· είναι θέμα συγκυρίας να γίνει η οργή τυφλή.

Ποιο είναι τότε το ζητούμενο. Ένα, και δεν υπάρχει άλλο. Πολιτική απέναντι στην πολιτική.

Γιατί, σ’ έναν πρόχειρο απολογισμό της καινούριας εποχής, της εποχής που επιλέγει για όπλα της την ηθική απαξίωση και συχνά μια λαϊφστάιλ γλώσσα, μέσα στον αχό της λυσσαλέας μάχης να μη χαρακτηριστεί πολιτική η οργάνωση 17Ν και η δίκη εναντίον της χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία να συζητηθεί ουσιαστικά το κεφαλαιώδες θέμα της τρομοκρατίας· μέσα στον ηθικό πανικό που θεωρήθηκε η καταλληλότερη μέθοδος για να απολιτικοποιηθούν οι ταραχές του Δεκέμβρη του 2008 χάθηκε η ευκαιρία να αναλυθεί το φαινόμενο της ανεξέλεγκτης βίας. Και φτάσαμε και στη Μαρφίν, όπου η τυφλή βία έδωσε τρεις νεκρούς.

Όμως η αντιμετώπιση της βίας απαιτεί κατανόηση των αιτίων της. Και η κατανόηση, πιο παλιά και τώρα, ποινικοποιήθηκε. Η κατανόηση θεωρήθηκε, θεωρείται, αποδοχή, συμφωνία, υιοθέτηση. Και εδώ αποβλέπει η πρόκληση ηθικού πανικού, στην κατατρομοκράτηση της κοινωνίας, ασφαλή δρόμο για την παθητικοποίησή της βεβαίως. Επείγει λοιπόν να κατανοήσουμε, να εξηγήσουμε. Μόνο έτσι θα υπάρξει ουσιαστικός πολιτικός αντίλογος στους πρεσβευτές της βίας.

Και οι χαρακτηρισμοί «ουγκ» και «στόκοι» δεν είναι πολιτικός αντίλογος, δεν είναι ιδεολογικός λόγος· είναι εξουσιαστικός λόγος. Και είναι φυσικά λεκτική βία. Η οποία λεκτική βία, σ’ ένα άλλο επίπεδο, συμπληρώνεται από την υλική βία των δυνάμεων καταστολής. Μην περιμένουμε άλλη απάντηση στη βία, και ειδικά τη λεκτική βία, γιατί αυτή περιθωριοποιεί, στιγματίζει και γκετοποιεί· μην περιμένουμε λέω άλλη απάντηση στη βία από βία.

Επιπλέον, ο στιγματισμός και η περιθωριοποίηση ελέγχονται, πιστεύω, για αυτό το οποίο αποκαλούμε διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Και η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού σημαίνει –ή παράγει– αντικοινωνικότητα.

Και κυρίως σε αντικοινωνικότητα οφείλεται η πρόσφατη εγκληματική ενέργεια στη Μαρφίν.
Όμως έτσι, πάμε γι’ άλλα, φοβάμαι.

buzz it!

12/6/10

Δεκέμβρης 2008 – Μαρφίν 2010

Τα Νέα, 12 Ιουνίου 2010 [η επιφυλλίδα αυτή βασίζεται ώς έναν μεγάλο βαθμό
στην εισήγηση στο Πάντειο]






Και στην τραγωδία της Μαρφίν απουσίασε η πολιτικοϊδεολογική προσέγγιση του φαινομένου της βίας


Τι κοινό έχουμε στις ταραχές που ξέσπασαν τον Δεκέμβρη του 2008, έπειτα από τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, και στις πρόσφατες μολότοφ στο υποκατάστημα της Μαρφίν, όπου χάθηκαν τρεις ζωές;

Προφανώς την ανεξέλεγκτη βία, που μόνο από συμπτωματικούς λόγους δεν έδωσε νεκρούς τον προπέρσινο Δεκέμβρη, με τις εκτεταμένες καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας, ή που από συμπτωματικούς πάλι λόγους έδωσε φέτος τρεις νεκρούς, και όχι περισσότερους (ή και κανέναν, εννοείται), με τα πολύ περιορισμένα επεισόδια αλλά με τον μοιραίο εμπρησμό μιας τράπεζας.

διαβάστε τη συνέχεια...

Κοινό στοιχείο λοιπόν η βία. Και, το κρισιμότερο τώρα, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε εμείς αυτήν τη βία:

Είμαστε ήδη αρκετά εξοικειωμένοι με τη βία στα γήπεδα, παλιοί μας γνώριμοι και οι χούλιγκαν, εύκολα ξεμπερδεύουμε με μερικά κοσμητικά επίθετα: «ανεγκέφαλοι» κτλ., και με την επίρριψη των ευθυνών στις διοικήσεις των ΠΑΕ που θωπεύουν τους θερμόαιμους οργανωμένους και εκτρέφουν, μαζί με μια μερίδα του αθλητικού κυρίως τύπου, τον οπαδισμό.

Όμως, το ίδιο αυτό βολικό σχήμα θελήσαμε να το μεταφέρουμε και στην ερμηνεία της πολιτικής βίας, ή πάντως της βίας σε πολιτικές εκδηλώσεις και με –δηλωμένα τουλάχιστον– πολιτικά κίνητρα και προθέσεις: «χουλιγκανοαριστεριστές» έγιναν τώρα οι βιαιοπραγούντες διαδηλωτές, βάλαμε την ταμπέλα και ησυχάσαμε, όταν δεν επιδοθήκαμε στην προσφιλή μας προβοκατορολογία, μικροθυγατέρα της προσφιλέστερής μας και περί παντός συνωμοσιολογίας.

Έστω, «χουλιγκανοαριστεριστές» λοιπόν, ή «στόκοι» και «καθάρματα», σύμφωνα με κορυφαίο δημοσιογράφο, και οπωσδήποτε «εγκληματίες», όπως δεν θα διαφωνούσε, φαντάζομαι, κανένας. Το θέμα είναι ότι λείπει η ερμηνεία του φαινομένου της βίας, που μόνο αυτή θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας· λείπει η προσέγγιση του φαινομένου με όρους αυστηρά πολιτικούς και ιδεολογικούς –και αφήνω για το τέλος τη σκέψη ότι αυτή η απουσία πολιτικοϊδεολογικής αντιπαράθεσης, όταν αντικαθίσταται ή υπεραναπληρώνεται από ηθικό στιγματισμό, μπορεί να συμβάλλει από μιαν άποψη στην αναπαραγωγή, στην ανακύκλωση της βίας: Μοιάζει παρακινδυνευμένη, για την ώρα, η σκέψη αυτή· ας μείνουμε λοιπόν στην περιγραφή, στην καταγραφή των δεδομένων μας.

Με αφορμή την ηθική απαξίωση («στόκοι που μισούν τις τράπεζες», «καθάρματα» κτλ.) που υποκατέστησε και αυτήν τη φορά τον πολιτικό λόγο την επομένη της τραγωδίας στη Μαρφίν, αξίζει να ανατρέξουμε στον ηθοπλαστικό λόγο για τον Δεκέμβρη, ο οποίος, σαν λόγος εξουσίας, που εκπορεύεται από διακεκριμένα κέντρα εξουσίας, όσο κι αν εμφανίζεται μη πολιτικός, σίγουρα ασκεί πολιτική, έχει πολιτική στόχευση και πολιτικές προθέσεις.

Σημαντική λεπτομέρεια: το ηθικό λιντσάρισμα στο οποίο επιδίδονται εφημερίδες και τηλεεισαγγελείς και το οποίο τείνει να αποτελέσει κανόνα απέναντι σε πολιτικά, οσοδήποτε καταδικαστέα, πάντως πολιτικά φαινόμενα, ή ακριβέστερα πολιτικής αφετηρίας φαινόμενα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς τις μάχες που έχουν δοθεί για να ξεφύγουμε από τη βαρβαρότητα των πρωτοσέλιδων με τα τεμαχισμένα πτώματα, από τους χαρακτηρισμούς «ανθρωπόμορφο κτήνος», «τέρας», «αιμοσταγής δολοφόνος», και ενώ
από την άλλη φτάσαμε στη φετιχιστική χρήση τού «φερόμενος ως δράστης» κτλ.

Σταχυολογώ λοιπόν, και αποκλειστικά από προοδευτικά έως αριστερά έντυπα και γραφίδες:

αμφισβητίες του γλυκού νερού· ανερμάτιστη νεολαία· απολίτιστοι· απόστολοι του μηδενισμού, του φθόνου και της μνησικακίας· αρλούμπες· επαναστάτες τού φραπέ· «επαναστατική» εκσπερμάτωση· επικολυρικό παραλήρημα· καθάρματα· καθυστερημένοι· καλομαθημένοι χαβαλέδες· κουρσάρικα φερσίματα· μαγαρίζω· μηδενιστικός χουλιγκανικός λόγος· νταλκάς περισπούδαστος / προοδευτικός· ξεκαπίστρωτοι νεαροί· ορδή· ουγκ· παθολογικά άτομα· σαχλαμάρα· μεταχουντικά σεκλέτια· στόκοι· Ταλιμπάν· υποκοσμικό γλωσσικό ιδίωμα κ.ά.

Οπωσδήποτε υπάρχουν διάφορα, διακριτά επίπεδα, διαβαθμίσεις, αλλά ο κοινός άξονας, αυτό που διατρέχει όλες αυτές τις λέξεις είναι ένας πολύ ειδικός στιγματισμός, μια απαξίωση συχνά ηθικής τάξεως.

Κατά κανόνα έχουμε μια αφ’ υψηλού, από καθέδρας διάγνωση, με αξιώσεις ψυχογραφήματος: τα «παθολογικά» άτομα που «θέλουν να ξεσπάσουν το οιδιπόδειό τους στην κοινωνία», οι «ενοχικοί μεσήλικοι» με το «επικολυρικό παραλήρημα του προοδευτικού νταλκά τους», «ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος των πνευματικών ανθρώπων [που] είναι [...] ένας σοβαροφανής και περισπούδαστος νταλκάς ανθρώπων που αισθάνονται σε γενικές γραμμές καταπιεσμένοι και σε ακόμη γενικότερες εξεγερμένοι…»

Και μια ψυχοκοινωνιολογίζουσα ειρωνεία, χλεύη, και πάντα απαξίωση: «επαναστάτες του φραπέ», «καλομαθημένοι χαβαλέδες» –και με κοινωνικό στιγματισμό δηλαδή, με έμμεση αναφορά στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα απ’ τα οποία, υποτίθεται, προέρχονταν οι ταραξίες: δηλαδή τα βόρεια προάστια, όπως ειπώθηκε ρητά άλλες φορές, «κατηγορία» που ανατρέπει, υποτίθεται, αυτομάτως το χαρακτηρισμό της «εξέγερσης»: προσέξτε, λέει, η λογική αυτή, έχουμε να κάνουμε με «αστόπαιδα», που «βάζουν φωτιά στους σκουπιδοτενεκέδες της υπερκατανάλωσης έχοντας στην κωλότσεπή τους τρεις καταναλωτικές κάρτες». Το μήνυμα κραυγάζει: τι σχέση έχουν τα μαμόθρεφτα με εξεγέρσεις· μόνο της γης οι κολασμένοι εξεγείρονται, και κολασμένοι της γης είναι μόνο οι εργάτες, αγρότες κτλ., οι προλετάριοι του περασμένου αιώνα –και της περασμένης πολιτικής σκέψης και εργαλειοποίησης, θα πρόσθετα εγώ.

Με αποκορύφωμα χαρακτηρισμούς όπως «οι ουγκ», οι «αρλούμπες», οι «στόκοι» κ.ά., έναν ευθέως απαξιωτικό λόγο, που καμία σχέση δεν έχει με πολιτική ορολογία, που αυτόματα, και βίαια, θα πρόσθετα, απολιτικοποιεί, θέλει να απολιτικοποιήσει τα φαινόμενα και τα υποκείμενα στα οποία αναφέρεται.

Θα συνεχίσω.

buzz it!

11/6/10

καινούριος Κούντερα και ολίγη μεταφραστική κουζίνα

ανέκδοτη (;) φωτογραφία του Μίλαν Κούντερα στο γραφείο του, μπροστά σε τρίπτυχο του Φράνσις Μπέικον





«…συνάντηση των σκέψεών μου και των αναμνήσεών μου· των παλιών μου θεμάτων (υπαρξιακών και αισθητικών) και των παλιών μου ερώτων (Ραμπελαί, Γιάνατσεκ, Φελλίνι, Μαλαπάρτε…)…»

με αυτά τα λόγια, αμέσως μετά τη σελίδα τίτλου, μας εισάγει ο Μίλαν Κούντερα στο τελευταίο του βιβλίο, τη Συνάντηση.

διαβάστε τη συνέχεια...

Στη Συνάντηση, άλλο ένα δοκίμιο γραμμένο σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, ο Κούντερα χτίζει το δικό του Πάνθεον, περιδιαβάζοντας στην καλλιτεχνική, πνευματική και πολιτική ζωή της Ευρώπης του 20ού αιώνα.

Μερικοί από τους σύντομους σταθμούς του:

– Ο μοντερνισμός του Φράνσις Μπέικον και του Σάμουελ Μπέκετ κόντρα στον μοντερνισμό τον οποίο ρίχνει στην αγορά το μάρκετιγκ της τέχνης.

– Ο Ηλίθιος του Ντοστογέφσκι, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες, ο Καθηγητής του πόθου του Φίλιπ Ροθ, και άλλα μυθιστορήματα, του Σελίν, του Μάρεκ Μπιέντσυκ, του Χουάν Γκοϋτισόλο, «μυθιστορήματα που βυθοσκοπούν την ύπαρξη».

– Η επινόηση των αδελφών Λυμιέρ, το φιλμ-τέχνη και το φιλμ-παράγοντας αποβλάκωσης· η προφητική παρουσίαση της νεκροφιλικής κάμερας από τον Φελλίνι στην Ντόλτσε Βίτα και η σύγκρουση του κορυφαίου Ιταλού σκηνοθέτη με τον Μπερλουσκόνι.

– Το ιστορικό μυθιστόρημα και η αισθητική επιταγή του πρώτου μεγάλου επικού ποιητή, του Ομήρου.

– Οι σονάτες του Μπετόβεν, η μοναχική νεωτεριστική δημιουργία του Λέος Γιάνατσεκ, και οι κομμένες γέφυρες στη μουσική του Ιάννη Ξενάκη.

– Η γαλλική Τρομοκρατία στο Οι θεοί διψούν και η διαγραφή του Ανατόλ Φρανς από τις μαύρες λίστες που συντάσσουν τα παρισινά σαλόνια.

– Το «αρχιμυθιστόρημα» του Κάρλος Φουέντες και ο Αιμέ Σεζαίρ, θεμελιωτής της μαρτινικέζικης πολιτικής και της μαρτινικέζικης λογοτεχνίας.

– Η λαγνεία του Αϊτινού Ρενέ Ντεπέστρ μέσα στο μοναστήρι του κομμουνισμού και το Δέρμα του Μαλαπάρτε, δάχτυλο στην πληγή της αρρώστιας του 20ού αιώνα.

– Η Ελλάδα που κατοικεί ταυτόχρονα στον ανατολικοευρωπαϊκό και τον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, και η Γιουγκοσλαβία που με δεμένα τα μάτια όδευε προς το χαμό.

– Η λήθη στην οποία περιέπεσε ο Σαίνμπεργκ και ο Επιζών της Βαρσοβίας, το μεγαλύτερο μνημείο που αφιέρωσε η μουσική στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων.

– Η Άνοιξη της Πράγας και ο παρισινός Μάης του ’68, δύο διαφορετικοί δρόμοι, με διαφορετική αφετηρία και τέρμα.


                                    * * *


Κι όμως κινείται· για την ακρίβεια, οπωσδήποτε κινείται!
η γλώσσα, εννοώ


Επειδή δε με βλέπω να στρώνομαι να γράψω δυο πραγματάκια που θέλω για τη μετάφραση τώρα της Συνάντησης (κι αφού δεν είναι δυο, αλλά εκατόν δυο!), σημειώνω πρόχειρα μερικά από αυτά που αποτόλμησα (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και με ξάφνιασαν κι εμένα τον ίδιο, κι άλλα όπου κώλωσα:

έβαλα πληθυντικό: η Άνοιξη – οι Ανοίξεις, που εξακολουθεί να μου βγάζει το μάτι: κι όμως, δεν είναι π.χ. «διπλή Άνοιξη», αλλά δύο: η παρισινή (ο Μάης του ’68) και η τσέχικη (η Άνοιξη της Πράγας), για τις οποίες γίνεται πολύς λόγος, σε ειδικό κεφαλαιάκι, με τίτλο: «Για τις δύο μεγάλες Ανοίξεις…» κτλ. Τι στο καλό, φταίει προφανώς το παλιό τριτόκλιτο· αφού έχουμε ομαλότατο πληθυντικό: καλοκαίρια, χειμώνες, φθινόπωρα (λιγότερο), αλλά όχι «ανοίξεις»!

έχω ακόμα πληθυντικό αφηρημένων εννοιών:

«Μας καθόριζαν» γράφει, αναφερόμενος στον εαυτό του και τον Κάρλος Φουέντες «δύο πίστεις: πίστη στην επανάσταση της σύγχρονης τέχνης τον 20ό αιώνα· και πίστη στο μυθιστόρημα…»· και

«στο πρόσωπό του [= του Αιμέ Σεζαίρ] συναντιούνται δύο θεμελιώσεις (η πολιτική και η λογοτεχνική)»

κώλωσα και δεν έβαλα γενική πληθυντικού στην κάμερα, παρόλο που έχει μάλλον περάσει πια, τόσος λόγος που γίνεται τελευταία για τη «χρήση των καμερών» κτλ.
Φαντάζομαι πως σε μερικά χρόνια δε θα μ’ ενοχλεί· τώρα, έμεινα «κανονικά» στον ενικό: ο Κ. μιλάει για τον Φελλίνι και παρατηρεί: «η νεκροφιλική παραφορά της κάμερας συλλαμβάνεται πρώτη φορά και παρουσιάζεται προφητικά σε μιαν αλησμόνητη σκηνή στην Ντόλτσε Βίτα, το 1960» –αναρωτιέμαι μήπως η γενική πληθυντικού, «η νεκροφιλική παραφορά των καμερών», έδινε παραστατικότερα την ιδέα του Κούντερα… ντον’τ νόου

Πήρα πολλές βαθιές ανάσες και χρησιμοποίησα [κι εγώ] το γαλλικό «της κάνω έρωτα» κτλ. Ώς τώρα το απέφευγα μετά μανίας, μια χαρά τα βόλευα με το «κάνουμε έρωτα», αλλά εδώ δε γινόταν. Ιδίως στην ακόλουθη περίπτωση: «μου ήρθε ξαφνικά η επιθυμία να τη βιάσω. Ξέρω τι λέω: να τη βιάσω, όχι να της κάνω έρωτα». Ή όταν περιγράφει μια σκηνή από το Οι θεοί διψούν του Ανατόλ Φρανς, όπου κάποιος βρίσκει στη σοφίτα κοιμισμένη μια υπηρέτρια, και «δεν διστάζει και της κάνει έρωτα». Δεν έχω καμία αμφιβολία πως ο διόλου σεμνότυφος Κ., ο οποίος διαμαρτύρεται σε άλλο δοκίμιο για τους μεταφραστές που φοβούνται να γράψουν «καυλώνω» κτλ., στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν δεν είχε τη δυνατότητα που του παρέχει η γαλλική γλώσσα, θα έγραφε πολύ απλά: να τη γαμήσω / να τη γαμήσει. (Όμως δεν σκέφτηκα να του προτείνω κάτι τέτοιο, θα παράπεφτε βαρύ στα ελληνικά, καθώς μάλιστα χρησιμοποιείται ήδη αρκετά ο συγκεκριμένος ξενισμός. Κι εγώ μαζί λοιπόν…)

Ίδρωσα - ξεΐδρωσα, χρησιμοποίησα πια το «οριοθετηθεί» αντί για το δοκιμότερο κάποτε «οροθετηθεί».

Με πόνο ψυχής έγραψα: «μια τέχνη δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί καθαυτή» και όχι το σωστό-που-όμως-μοιάζει-λάθος: καθαυτήν. Έτσι, λοιπόν, το κράτησα, πολλές φορές, ώσπου μία, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, δεν άντεξα: «μια ομορφιά που λειτουργούσε καθαυτήν, από μόνη της, γυμνή, χωρίς καμία εξωτερική υποστήριξη». -- Απ' την άλλη, έφτυσα αίμα, κυριολεκτικά, όπως λέγεται (λανθασμένα αλλά πολύ ωραία, με το συμπάθιο!), να βρω λύση κάπου που δεν υπήρχε περίπτωση να πω ούτε "του μυθιστορήματος αυτού καθαυτό" ούτε "του μυθιστορήματος αυτού καθαυτού" (και ούτε μου πήγαινε να γυρίσω τη γενική "του μυθιστορήματος" σε αιτιατική και να ξεμπερδεύω...)

Έβαλα, έβγαλα, ξανάβαλα και τελικά έβγαλα οριστικά το δωσίλογος, για το περίπου αντίστοιχο collabo, από το collaborateur (= συνεργάτης), μια και το δωσίλογος παραμένει ακόμα στενά δεμένο με την ελληνική ιστορία· έτσι, χρειάστηκε να πλατειάσω: «ο Χράμπαλ είναι συνεργάτης του καθεστώτος. [...] Τι παραλογισμός να μιλάμε για συνεργασία με το καθεστώς…» κτλ. (Στις Προδομένες διαθήκες, έπειτα από διεξοδική συζήτηση με τον Μ.Κ., οι collabos du modernisme είχαν γίνει: «τσιράκια του μοντερνισμού»)

Με καταισχύνη με τσάκωνα να ξενίζομαι κάθε φορά που διάβαζα το –σωστό–ομοιόπτωτο: «έπειτα από έξι χρόνια γερμανική κατοχή», έτσι που μας πήραν φαλάγγι με τους ετερόπτωτους!

Και πολύ λυπήθηκα που δεν τόλμησα να βάλω σε γενική το υπερπέραν, σε μια φράση που πολύ τη χρειαζόταν: «μια νύχτα λουσμένη αιώνια στο φως του υπερπέραν», όχι του επέκεινα, τίποτα, του υπερπέραν· κώλωσα όμως, κι έκανα πίσω: «μια νύχτα λουσμένη αιώνια στο φως από το υπερπέραν» (ούτε «που στέλνει…», ούτε «που εκλύει..», ούτε «που πηγάζει / που έρχεται από…» –σκέτα «από το υπερπέραν».

Άλλη φορά ίσως άλλα...

buzz it!

4/6/10

Η πολιτική της μη πολιτικής

[εισήγηση σε προπτυχιακό σεμινάριο στο Πάντειο, με γενικό τίτλο: «Θεωρία και συγκυρία: βία, τρομοκρατία και πόλεμος" (υπεύθ. καθηγ. Στέφανος Πεσμαζόγλου), Απρ.-Μάιος 2010]


Μοιάζει λογοπαικτικός ο τίτλος. Άλλωστε ξέρουμε καλά, και εσείς ειδικά, αυριανοί πολιτικοί επιστήμονες, πως δεν υπάρχει μη πολιτική, δεν υπάρχει τουλάχιστον θέση, άποψη, στάση που να μην ανάγεται αυτομάτως σε πολιτική, να μη μεταφράζεται σε πολιτική.

Αναφέρομαι στο προφανές, ότι ακόμα και η συνειδητά απολιτική στάση, η αποχή από την πολιτική, το «α, εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική», προσφιλής κοινός τόπος σε ικανή μερίδα του κόσμου, και όχι μόνο σ’ εμάς εδώ, στην Ελλάδα εννοώ, πολιτική είναι, ιδεολογία εκφράζει, με πολιτικοϊδεολογικούς όρους μεταφράζεται στην κοινωνική πραγματικότητα, στα πολιτικοϊδεολογικά πράγματα μιας χώρας, μιας κοινωνίας.

διαβάστε τη συνέχεια...

Άρα τι μας λες, θα μου πείτε, και θα ’χετε δίκιο. Όμως, αλήθεια δεν ήρθα να σας πουλήσω ένα εύκολο, στο κάτω κάτω, λογοπαίγνιο. Όταν ο καθηγητής σας μου έκανε την τιμητική πρόσκληση να έρθω να τα πούμε σήμερα εδώ, μου πρότεινε να ασχοληθώ με τον λόγο γύρω από τον Δεκέμβρη του 2008. Λόγος γύρω από τον Δεκέμβρη, σκέφτηκα, είναι κυρίως ο αντιρρητικός λόγος, ο λόγος που εναντιώθηκε στον Δεκέμβρη, τον Δεκέμβρη πλέον σαν ταραχές, καταστροφές κτλ., φαινόμενα τα οποία καταδικάστηκαν δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε από όλη την κοινωνία, πάντως από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.

Μ’ αυτή την έννοια, απ’ αυτήν τη σκοπιά, όπου ο Δεκέμβρης έχει χρωματιστεί και ταξινομηθεί πια σαν μήνας εκτεταμένων και ανεξέλεγκτων ταραχών, ανεξάρτητα από την αφορμή και τις αιτίες, έχει νόημα να δούμε το πώς διατυπώθηκε, ποιος ακριβώς ήταν αυτός ο αντιρρητικός λόγος, για την ακρίβεια τι είδους λόγος ήταν αυτός. Ο οποίος, με την εξωπολιτική, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, δυναμική του, σχεδόν απέκλεισε τον ουσιαστικό αντίλογο, τον ουσιαστικό πολιτικό αντίλογο που θα μπορούσε, που θα έπρεπε να υπάρξει απέναντι στην τυφλή, άλογη βία που ζήσαμε τον μήνα εκείνο.

«Ηθικολογία vs Πολιτική» ήταν η ανταπόκρισή μου στην πρόταση που μου έγινε, ηθοπλαστικός λόγος, απότοκος εξάλλου του ηθικού πανικού που εύλογα προκλήθηκε, ηθοπλαστικός λόγος απέναντι σε πολιτικά, οσοδήποτε καταδικαστέα, πάντως πολιτικά φαινόμενα, ή ακριβέστερα και οπωσδήποτε πολιτικής αφετηρίας φαινόμενα. Αυτός όμως ο ηθοπλαστικός, άρα μη πολιτικός λόγος δεν ήταν ακριβώς ο απολιτικός λόγος, ο «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική», «όλοι ίδιοι είναι» κτλ.· ήταν τώρα ο λόγος της εξουσίας, της πνευματικής κυρίως, αφού ο λόγος της επαγγελματικής πολιτικής, των πολιτικών, αντανακλούσε αναπόφευκτα τις θέσεις του εκάστοτε πολιτικού σχηματισμού ή κόμματος.

Μας ενδιαφέρει λοιπόν ο λόγος της πνευματικής εξουσίας, ο λόγος των μίντια, των πνευματικών ανθρώπων κτλ. Ο οποίος όμως λόγος, σαν λόγος εξουσίας, όπως είπα, που εκπορεύεται από διακεκριμένα κέντρα εξουσίας, όσο κι αν εμφανίζεται μη πολιτικός (σ’ αυτό το επίπεδο, των μίντια και των πνευματικών ταγών, όχι απολιτικός πλέον), σίγουρα ασκεί πολιτική, είναι πολιτικών προθέσεων.

Δηλαδή, να το πω αλλιώς, εδώ δεν έχουμε την απολιτική στάση τού «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική», που είπαμε ότι αυτομάτως ανάγεται σε πολιτική, αλλά εμπρόθετη πολιτική παρέμβαση, από φύσει ή θέσει πολιτικά πρόσωπα. Τότε, αν συμφωνούμε ώς εδώ, σ’ αυτήν τη στοιχειώδη ανάγνωση των δεδομένων μας, έχουμε άσκηση πολιτικής, νέτα σκέτα. Το γιατί τώρα η πολιτική, μια συγκεκριμένη πολιτική σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, επιλέγει το ένδυμα της μη πολιτικής, ή τι είδους πολιτική ασκείται μέσω της μη πολιτικής, αν δεν προκύπτει σαν αυτονόητο, θα ’πρεπε να μας απασχολήσει ξεχωριστά –και πάντως είναι σαφώς δικής σας αρμοδιότητας, αρμοδιότητας πολιτικών επιστημόνων εννοώ. Για την ώρα ας περιοριστούμε να φωτογραφίσουμε το φαινόμενο και να το επιγράψουμε.

Αλλά ποιος ήταν αυτός ο λόγος, ο αντιρρητικός λόγος, όταν δεν εξαντλήθηκε στην ανασκευή του χαρακτηρισμού λ.χ. «εξέγερση» –ή όταν συνόδευσε αυτή την ανασκευή, ή πάλι θέλησε να τεκμηριώσει αυτή την ανασκευή.

Εδώ ας θυμηθούμε ορισμένους από τους κοινότερους χαρακτηρισμούς:

αμφισβητίες του γλυκού νερού
ανερμάτιστη νεολαία
αντιεξουσιαστές εκ του ασφαλούς
απολίτιστοι
απόστολοι του μηδενισμού, του φθόνου και της μνησικακίας
αρλούμπες
ενοχικοί μεσήλικοι
«επαναστατική» εκσπερμάτωση
επικολυρικό παραλήρημα [« – του προοδευτικού νταλκά»]
καθάρματα*
καθυστερημένοι
καλομαθημένοι χαβαλέδες
κουκουλοφόροι [με συχνή ρητή αναφορά στους κουκουλοφόρους καταδότες της Κατοχής]
κουρσάρικα φερσίματα
κούφια συνθήματα
μαγαρίζω
μηδενιστικός χουλιγκανικός λόγος
μηνύματα της ανομίας
ναζιστικής υφής σύνθημα
νταλκάς περισπούδαστος / προοδευτικός
ξεκαπίστρωτοι νεαροί
ξύλινη γλώσσα
ολοκληρωτικής λογικής σύνθημα
ορδή
ουγκ
όχλος
παθολογικά άτομα [που «θέλουν να ξεσπάσουν το οιδιπόδειό τους στην κοινωνία»]
παρανοειδούς υφής άποψη
σαχλαμάρα
σεκλέτια· μεταχουντικά σεκλέτια
στόκοι*
Ταλιμπάν
υποκοσμικό γλωσσικό ιδίωμα
φασίστες
φασιστοειδή / παρανοϊκά φασιστοειδή
φραπές· επανάσταση / επαναστάτες τού φραπέ
χουλιγκανοαριστεριστές

Οπωσδήποτε υπάρχουν διάφορα, διακριτά επίπεδα, διαβαθμίσεις, δεν αξίζει να καθυστερήσουμε φτιάχνοντας μια κλίμακα –ο κοινός, πιστεύω, άξονας, αυτό που διατρέχει όλες αυτές τις λέξεις είναι ένας πολύ ειδικός στιγματισμός, μια απαξίωση συχνά ηθικής τάξεως. Ελάχιστοι χαρακτηρισμοί, καταδικαστικοί οπωσδήποτε και αυτοί, διεκδικούν κάποια αυστηρότητα, σοβαρότητα, ας πούμε, ύφους, π.χ. το «ολοκληρωτικής λογικής σύνθημα», το «ναζιστικής υφής σύνθημα» –όχι όμως και η «παρανοειδούς υφής άποψη».

Ενώ στο άλλο άκρο, και με διαφορά, είναι, για τη δική μου αίσθηση, οι «ουγκ», είναι οι «αρλούμπες», οι «στόκοι» κ.ά., ένας ευθέως απαξιωτικός λόγος, που καμία σχέση δεν έχει με πολιτική ορολογία, που αυτόματα, και βίαια, θα πρόσθετα, απολιτικοποιεί, θέλει να απολιτικοποιήσει τα φαινόμενα και τα υποκείμενα στα οποία αναφέρεται.

Στη μέση έχουμε μια αφ’ υψηλού, από καθέδρας διάγνωση, με αξιώσεις ψυχογραφήματος: τα «παθολογικά» άτομα που «θέλουν να ξεσπάσουν το οιδιπόδειό τους στην κοινωνία», οι «ενοχικοί μεσήλικοι» με το «επικολυρικό παραλήρημα του προοδευτικού νταλκά τους», «ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος των πνευματικών ανθρώπων [που] είναι [...] ένας σοβαροφανής και περισπούδαστος νταλκάς ανθρώπων που αισθάνονται σε γενικές γραμμές καταπιεσμένοι και σε ακόμη γενικότερες εξεγερμένοι…»

Και μια ψυχοκοινωνιολογίζουσα ειρωνεία, χλεύη, και πάντα απαξίωση: «επαναστάτες του φραπέ», «καλομαθημένοι χαβαλέδες» –και με κοινωνικό στιγματισμό δηλαδή, με έμμεση αναφορά στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα απ’ τα οποία, υποτίθεται, προέρχονταν οι ταραξίες: δηλαδή τα βόρεια προάστια, όπως ρητά ειπώθηκε, πολλές φορές, «κατηγορία» που θεωρητικά ανατρέπει, υποτίθεται, αυτομάτως το χαρακτηρισμό της «εξέγερσης»: προσέξτε, λέει, η λογική αυτή, έχουμε να κάνουμε με «αστόπαιδα», που «βάζουν φωτιά στους σκουπιδοτενεκέδες της υπερκατανάλωσης έχοντας στην κωλότσεπή τους τρεις καταναλωτικές κάρτες»: το μήνυμα κραυγάζει: τι σχέση έχουν τα μαμόθρεφτα με εξεγέρσεις· μόνο της γης οι κολασμένοι εξεγείρονται, και κολασμένοι της γης είναι μόνο οι εργάτες, αγρότες κτλ., οι προλετάριοι του περασμένου αιώνα –και της περασμένης πολιτικής σκέψης και εργαλειοποίησης, θα πρόσθετα εγώ.

Ας δούμε όμως ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα, όλα, πρέπει να το τονίσω, από προοδευτικά έως αριστερά έντυπα και γραφίδες· υπογραμμίζω όρους και εκφράσεις κυρίως απαξιωτικές, που μας μεταφέρουν αμέσως από το πολιτικό πεδίο στο ηθικολογικό:

«Ο Τσίπρας στην παιδική χαρά της βίας» είναι ο ενδεικτικός τίτλος ενός κειμένου. Και μερικές φράσεις του:

– «Πολύς κόσμος σχολίαζε, χθες, πόσο νηπιώδης είναι η πολιτική σκέψη του πολιτικού ηγέτη (τρομάρα του!) της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς»·

– «τα τακτοποιημένα τσιτάτα του μπορούν να δώσουν πολιτική κάλυψη στη θρυαλλίδα του μίσους και της καταστροφής, που πολλοί καθυστερημένοι, πολλοί ουγκ (ο όρος είναι πολιτικός και να μη διστάζουμε να τον χρησιμοποιούμε) ετοιμάζονται να ανάψουν, με δικαιολογία το φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και τη, δήθεν, εξέγερση των απελπισμένων που, πάλι δήθεν, δεν ολοκληρώθηκε πέρυσι (διότι εμφανώς τη νίκησε η βαρυστομαχιά των Χριστουγέννων)»·

– «Επί τροχάδην, ορισμένες μόνο χτυπητές αρλούμπες του χθεσινού κειμένου του Αλέξη Τσίπρα»·

– «Όταν ο κ. Τσίπρας επικαλείται την «αντίσταση» των «εξεγερμένων» έναντι τίνων ακριβώς εννοεί την αντίσταση; Και, επιτέλους, πείτε μας, γιατί έχουμε και δουλειές να προγραμματίσουμε, πότε αυτή η αντίσταση θα τελειώσει; Τα Χριστούγεννα της ορθοδοξίας;»·

– «Θα αναρωτηθείτε γιατί κάνω τόσο κόπο. Γιατί διαλέγομαι με έναν άνθρωπο [σ.σ. όπως ο κ. Τσίπρας]; Για να υπάρχουν τεκμήρια, μετά τις απόπειρες ορισμένων παραγόντων της δημόσιας ζωής (τρομάρα τους) να τροφοδοτήσουν με βία κι αυτό το Δεκέμβριο, ενδεχομένως και μετά τις απόπειρες βίαιης εκτροπής και των όποιων συνεπειών της, ότι δεν έχει συλλήβδην παραδοθεί ο δημόσιος λόγος στους καθυστερημένους, στους ουγκ, που επικαλούνται μεγάλες ιδέες…»

Άλλο κείμενο, ψύχραιμο αυτό, έχει τίτλο: «Τα νούμερα του Δεκέμβρη»: όχι, δεν έχει στοιχεία και αριθμούς, «νούμερα» και άλλα στατιστικά στοιχεία γύρω από τον Δεκέμβρη· χαρακτηρίζει απλώς διάφορους σχολιαστές των ημερών.

Ακόμα: «σε αυτά τα στερεότυπα προστέθηκε βεβαίως η σαχλαμάρα των διαφόρων “επώνυμων”, κατά κανόνα “μιντιάδων”, που “αυτοκριτικά” οίκτιραν τους εαυτούς τους γιατί “βολεύτηκαν”, γιατί “πρόδωσαν την επανάσταση”, ετσετερά, ετσετερά».

Στο πρώτο ιδίως κείμενο, πρώτο μέλημα, θαρρείς, να υποβιβαστεί ο αντίπαλος-φυσικό πρόσωπο, ή ο αντίπαλος λόγος: «ο Αλέξης στην παιδική χαρά της βίας» («ο μικρός Αλέξης», σε πιο πρόσφατο κείμενο του ίδιου συντάκτη) σημαίνει το εξής τραγικό στις συνέπειές του γεγονός, πως είμαστε ακόμα στην παιδική χαρά της πολιτικής σκέψης, του πολιτικού στοχασμού –και άρα σχεδιασμού.

Στην παιδική χαρά της πολιτικής σκέψης; Μπα, στο κατηχητικό, ή στο σαλόνι με τη Ρωσίδα αριστοκράτισσα στην ταινία του Ροβήρου Μανθούλη που αφηγείται τον ερχομό των μπολσεβίκων («τοκ τοκ, τοκ τοκ! Qu’est-ce que c’est que ça? Qu’est-ce que c’est que ça? Ce sont les bolcheviques qui arrivent»).

Το λέω αυτό, κι εσείς δικαίως θα μου πείτε ότι υιοθετώ τον απαξιωτικό λόγο τον οποίο ακριβώς κατακρίνω. Εν πάση περιπτώσει, ιδού ένας καθωσπρεπίστικος, σκανδαλισμένος λόγος, που ηθικολογεί μ’ έναν κραυγαλέα αναχρονιστικό τρόπο:

«Το σύνθημα, ολοκληρωτικής λογικής, “μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι” είχε την τιμητική του»: είναι εντυπωσιακή η έκπληξη και ο σκανδαλισμός, για ένα σύνθημα παλιό εξάλλου· άλλο:

«ως κύριο σύμβολο της κρατικής επιβουλής ορίζονται οι αστυνομικοί –ή “μπάτσοι”, στο υποκοσμικό γλωσσικό ιδίωμα που πλέον υιοθετεί και η τελευταία καθωσπρέπει μεγαλοαστή–, που τα μεταχουντικά σεκλέτια κάποιων φαντασιώνουν ως αιμοχαρείς υπανθρώπους».
Και ό,τι πιο άτοπο μπορώ να φανταστώ, η πλέον ακραία πολιτική ευπρέπεια σαν όργανο μελέτης μιας διαδήλωσης, ενός συνθήματος κτλ.:

«Ένα κοινό μοτίβο πολλών εκφράσεων αυτής της κουλτούρας [του Δεκέμβρη] είναι το τυφλό μίσος προς την αστυνομία. Οι αστυνομικοί παρουσιάζονται ως βασικός στόχος αρχικά της οργής αλλά κατόπιν της χλεύης και, τέλος, του βίαιου ξεσπάσματος των διαμαρτυριών. Το σύνθημα “Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι”, αναλύεται σε τυφλό μίσος προς όλους τους αστυνομικούς. Για τη ρητορική “της εξέγερσης”, δεν υπάρχει εξατομικευμένη ευθύνη. Δεν ευθύνεται ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου (για τον οποίο, ασφαλώς, η μαζική διαμαρτυρία δεν προβλέπει κανένα “τεκμήριο αθωότητας”), ευθύνονται συλλήβδην “οι μπάτσοι”. Είναι οι ένστολοι του αντίπαλου στρατοπέδου, αυτοί που πρέπει να πολεμηθούν. Για να πέσει το σύστημα; Για το μπάχαλο, την αποδιάρθρωση, το χάος. Άλλωστε, οι “μπάτσοι” συμβολίζουν τους μηχανισμούς του κράτους – και η πραγματική ιδεολογία “της εξέγερσης” αποστρέφεται το κράτος, θέλει τη διάλυσή του. Συνεπώς; Συνεπώς, για τη ρητορική του μηδενιστικού χουλιγκανισμού που συχνά αποθεώνει η κουλτούρα του Δεκέμβρη, “μπάτσοι” είναι “το μόνο επάγγελμα που μας ζαλίζει με τα εργατικά ατυχήματά του”».

Το να κρίνεις, ξαναλέω, μια διαδήλωση με τα συνθήματά της σαν να πρόκειται για πανεπιστημιακή διατριβή, μελέτη, ένορκη κατάθεση στο δικαστήριο κτλ. μόνο αθώο δεν μπορεί να είναι –για να ηθικολογήσω άλλη μια φορά και εγώ. Χρειάζεται άλλη εικονογράφηση; Φανταστείτε τη μητέρα ενός νεκρού που κηδεύει το σκοτωμένο της παιδί και καταριέται το δολοφόνο του να εγκαλείται ότι παραγνωρίζει το τεκμήριο αθωότητάς του.

Όροι ευπρέπειας και κοσμιότητας επιστρατεύτηκαν για να αντιμετωπίσουν άλλες εναλλακτικές ακτιβιστικές ενέργειες, όπως η διακοπή θεατρικών παραστάσεων, το λέρωμα των τοίχων του Εθνικού Θεάτρου κτλ. Αποκορύφωμα, η κατάληψη στην ΕΡΤ και η διακοπή του δελτίου ειδήσεων. Αλλά εδώ πια η αμετροέπεια μόνο τανκς αντιεξουσιαστών δεν είδε να ρίχνουν την πύλη της ΕΡΤ. Θυμίζω τον τότε κυβερνητικό εκπρόσωπο, τον κ. Αντώναρο, που μίλησε για «συνειδητή απόπειρα κατάλυσης της Δημοκρατίας»! «Οδηγούμαστε στην πλήρη αποσάθρωση και στα όρια μιας άναρχης κοινωνίας» συμπλήρωσε η κυβερνητική ΠΟΣΠΕΡΤ. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο πρόεδρος της ΕΡΤ, με τηλεοπτικό διάγγελμά του!

Αυτό όμως ήταν δίκοπο μαχαίρι. Ο αντιρρητικός λόγος, εξωθημένος στα άκρα, γελοιοποιημένος, αν θέλετε, στο στόμα του κυβερνητικού εκπροσώπου, δεν μπορούσε να έχει συνέχεια προς αυτή την κατεύθυνση. Η μόνη ασφαλής και αποτελεσματική οδός ήταν η παλιά, δοκιμασμένη συνταγή, η απαξίωση και ο ηθικός στιγματισμός. Έτσι συνέχισαν και τότε και αργότερα, π.χ. στην άτυπη επέτειο τον φετινό Δεκέμβρη, όσοι διανοούμενοι, μίντια κτλ. είχαν επιλέξει εξαρχής τη μέθοδο αυτή.

Γιατί, απλούστατα, θα έλεγα τώρα, η μέθοδος αυτή, και ειδικά ο ηθοπλαστικός λόγος, ο λαϊκίστικος ουσιαστικά λόγος, στοχεύει αμεσότερα στο κοινωνικό σώμα, πρώτα το ενοχοποιεί (βλ. κυρίως την περίπτωση με τη 17Ν· θα αναφερθώ σχετικά παρακάτω), και έτσι το εξουδετερώνει, το ακινητοποιεί απ’ τη μια, το συναγείρει από μιαν άλλη και το εναντιώνει σε τυχόν διεκδικήσεις και δράσεις που γίνονται με ανορθόδοξο τρόπο –πόσο μάλλον με βίαιο τρόπο, όπως ήταν οι ταραχές του Δεκέμβρη, και πολύ περισσότερο τώρα, με τα τραγικά γεγονότα στη Μαρφίν.

Εν ολίγοις: έχουμε να κάνουμε με έναν λόγο που απαξιώνει, που στιγματίζει ηθικά-κοινωνικά, που αποβάλλει από το κοινωνικό σώμα, που περιθωριοποιεί, γκετοποιεί –εξωθεί σε γκετοποίηση, για την ακρίβεια.

Όμως η απαξίωση και η γκετοποίηση γεννούν οργή· είναι θέμα συγκυρίας να γίνει η οργή τυφλή. Ναι, έτσι φτάνουμε σε Μαρφίν –δε χρειάζεται αλίμονο φαντασία ούτε προφητική ικανότητα για να προβλέψει κανείς ανάλογα τραγικά συμβάντα.

Ποιο είναι τότε το ζητούμενο. Ένα, και δεν υπάρχει άλλο. Πολιτική απέναντι στην πολιτική.

Είναι πάγια όμως η πολιτική της μη πολιτικής. Δεν θα πω το απλοϊκό «επειδή η πολιτική θέλει κότσια» (που είναι αλήθεια· εννοώ θέλει άλλου είδους σκέψη και προπαντός δουλειά πολλή), αλλά επειδή η πολιτική αποκλείει καταρχήν τον λαϊκισμό, δεν σηκώνει εν πάση περιπτώσει λαϊκισμό, το προσφιλέστερο όμως μέσο απεύθυνσης της εξουσίας (και προφανώς δεν αναφέρομαι μόνο στην πολιτική εξουσία) στον κόσμο, τον λαό, το αποτελεσματικότερο μέσο σύνδεσης της εξουσίας με τον λαό –και παραπέρα εδραίωσής της.

Για να μείνουμε στο πρόσφατο παρελθόν, του οποίου έχουμε όλοι εδώ μέσα εποπτεία:

Υπενθυμίζω την περίπτωση της 17Ν, τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε μετά τη σύλληψη των μελών της και κατά τη διάρκεια κυρίως της δίκης. Τη μάχη που δόθηκε να μη χαρακτηριστεί πολιτική –η οργάνωση και συνεπώς και η δίκη. Φυσικά, η δίκη υπήρξε εξόχως πολιτική: αναπόφευκτο, αφού είχε εξ ορισμού και αναπόφευκτα πολιτικούς στόχους και πολιτικά κίνητρα. Απ’ την άλλη, όπως έχω ξαναγράψει, ακόμα και η προσπάθεια να θεωρηθεί μη πολιτική μια οργάνωση που αυτοπροσδιορίζεται σαν πολιτική, και μάλιστα αριστερή, απαιτεί πρωτίστως πολιτικό λόγο, συνιστά αυτομάτως πολιτική διαδικασία, πολιτική πράξη.

Ανάλογα πολιτικοί ήταν οι στόχοι και τα κίνητρα της εκτός δικαστηρίου δίκης, της «δίκης» που σκηνοθετήθηκε στα περισσότερα τηλεπαράθυρα· όπου, πίσω από την εκστρατεία απαξίωσης των κατηγορουμένων, άλλοτε λάνθανε και άλλοτε διεξαγόταν ρητά η δίκη γενικότερα της αριστεράς.

Σ’ αυτό το επίπεδο, και προκειμένου να κλείσει εντέλει το ενοχλητικό θέμα της τρομοκρατίας και η ακόμα ενοχλητικότερη συζήτηση για την τρομοκρατία, περίσσεψε η ηθικολογία και η κατατρομοκράτηση της κοινωνίας, που ενοχοποιήθηκε ότι αντιμετώπισε με συμπάθεια τη δράση της 17Ν ή ότι υπήρξε κατά κάποιον τρόπο συνεργός, αφού, ακόμα και αν διαφωνούσε, δεν κατέδωσε κτλ. Κάθε έννοια δικαιικού πολιτισμού είχε διασυρθεί από τηλεεισαγγελείς και άλλους, κατά τεκμήριο σοβαρούς παράγοντες της δημόσιας ζωής.

Χάθηκε έτσι μια μοναδική ευκαιρία να τεθεί στις σωστές του βάσεις και έτσι να αντιμετωπιστεί το μείζον θέμα της τρομοκρατίας. Να αντιμετωπιστεί εννοώ πολιτικά, ιδεολογικά –αλλιώς δεν έχουμε αντιμετώπιση, ξόρκια έχουμε απλώς και ξεματιάσματα. Το ίδιο και τώρα, τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και τώρα τώρα, στη Μαρφίν, που η τυφλή βία έδωσε τρεις νεκρούς.

Όμως η αντιμετώπιση της βίας απαιτεί κατανόηση των αιτίων της. Και εμείς την κατανόηση την ποινικοποιήσαμε. Η κατανόηση θεωρήθηκε, θεωρείται, αποδοχή, συμφωνία, υιοθέτηση. Και εδώ κατατείνει η πρόκληση ηθικού πανικού, στην κατατρομοκράτηση ξαναλέω της κοινωνίας, ασφαλή δρόμο για την παθητικοποίησή της βεβαίως. Επείγει λοιπόν να κατανοήσουμε· άντε, ας αλλάξω το ρήμα: να εξηγήσουμε. Για να μπορέσουμε να ιδρύσουμε διάλογο, ή και πόλεμο, αναλόγως, με αυτούς τους πρεσβευτές της βίας.

Αλλά ο διάλογος, ή ο πόλεμος, πόλεμος ιδεολογικός εννοώ, και τότε αμείλικτος, σημαίνει πως αναγνωρίζω –όχι αποδέχομαι, επαναλαμβάνω και το τονίζω, αλλά αναγνωρίζω τον άλλο σαν συνομιλητή, αντίπαλο, εχθρό. Και αναγνωρίζω σημαίνει ακούω αυτό που μου λέει, για να μπορέσω έπειτα να το αντικρούσω. Και το ακούω καταρχήν σαν αυτό που θέλει εκείνος, με όποιον τρόπο και αν το εκφράζει, και όχι σαν αυτό που θέλουμε εμείς και τα στερεοτυπικά ανακλαστικά μας, με τα «εμείς κάποτε…», «η Αριστερά τότε…», «οι εξεγερμένοι εκεί…»

Γιατί, μόνο αν τον αναγνωρίσουμε, που σημαίνει, ξαναλέω με άλλα λόγια, μόνο αν μετακινηθούμε από τα προκατασκευασμένα ερμηνευτικά σχήματά μας, μόνο τότε μπορεί να υπάρξει διάλογος, αντιπαράθεση, πολεμική.

Πολεμική όμως με πολιτικούς όρους, όχι αστυνομικούς και ηθικολογικούς.

Και οι χαρακτηρισμοί «ουγκ» και «στόκοι» δεν είναι πολιτικό επιχείρημα, δεν είναι ιδεολογικός λόγος, είναι εξουσιαστικός βεβαίως λόγος –αν είναι καν λόγος– στην πιο λαϊκίστικη εκδοχή του. Και είναι φυσικά λεκτική βία. Η οποία λεκτική βία, σ’ ένα άλλο επίπεδο, συμπληρώνεται από την υλική βία των δυνάμεων καταστολής. Μην περιμένουμε άλλη απάντηση στη βία, και ειδικά τη λεκτική βία, γιατί αυτή ιδεολογικοποιεί, αυτή περιθωριοποιεί, στιγματίζει και γκετοποιεί· μην περιμένουμε λέω άλλη απάντηση στη βία από βία.

Αλλά τώρα ο στιγματισμός και η περιθωριοποίηση ελέγχονται, πιστεύω, για αυτό το οποίο αποκαλούμε διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Και διάρρηξη του κοινωνικού ιστού σημαίνει – ή παράγει, προάγει, δημιουργεί εξυπαρχής αντικοινωνικότητα, και από κει και πέρα την υποδαυλίζει.

Και μόνο σε αντικοινωνικότητα μπορεί να οφείλεται η προχτεσινή εγκληματική ενέργεια στη Μαρφίν.

Όμως έτσι, πάμε γι’ άλλα, φοβάμαι.


* Οι χαρακτηρισμοί "στόκοι" και "καθάρματα" είναι από άρθρο μετά τη Μαρφίν: «Επειδή μεταξύ των διαδηλωτών έτυχε να υπάρχουν και οι γνωστοί στόκοι, που µισούν τις τράπεζες ή τις θεωρούν υπεύθυνες για ό,τι κακό µας συµβαίνει. Επειδή μεταξύ των στόκων έτυχε να υπάρχουν και µερικά καθάρµατα που κουβαλούσαν βόµβες µολότοφ, τις οποίες πέταξαν στο υποκατάστηµα της τράπεζας που µισούσαν». Κι όμως, περισσότερο κι από τους χαρακτηρισμούς αυτούς, η ειρωνεία εκφράζεται στην έκφραση: «που μισούν τις τράπεζες» και μεγαλύνεται με την επανάληψη: «της τράπεζας που µισούσαν»!

buzz it!