1/9/08

Ο Κώστας και ο Γιάννης, κει που τρώγαν, κει που πίναν…

(τρίπρακτη κριτική τραγικωμωδία)

Πράξις Πρώτη

«Προς Τσακλοκούδουνο» έχει τίτλο στις 11.6.08 η τακτική στήλη «Το πνεύμα του τόνου», του Κ. Γεωργουσόπουλου (ΚΓ) στα Νέα. Στόχος τού ΚΓ, ο Ηλίας Κανέλλης, τον οποίο δεν κατονομάζει, αλλά φωτογραφίζει πρόσφατο κείμενό του στο εφ, το περιοδικό του φεστιβάλ, όπου ο Κανέλλης μιλώντας, σχηματικά είν’ η αλήθεια, για την παράδοση, του έθιξε τού ΚΓ και τον Ροντήρη. Τον περιλαβαίνει λοιπόν ο ΚΓ και του λέει ότι παράδοση δεν είναι «οι ψησταριές του Πάσχα, το τζατζίκι, η φουστανέλα και τα κόλλυβα. Δεν έχει ακούσει τίποτα [ο Κανέλλης] για την ελληνική δημοτική μουσική που ενέπνευσε τον Μπέλα Μπάρτοκ, τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ και τον Σαιν-Σανς, αλλά και τον Δημ. Μητρόπουλο, τον Σκαλκώτα, τον Ι. Ξενάκη και τον Γιάννη Χρήστου».

διαβάστε τη συνέχεια...

Δεν ξέρω, ομολογώ, για τον Μπέλα Μπάρτοκ και τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ, αν, εκτός από τη λαϊκή, παραδοσιακή μουσική της πατρίδας τους, εμπνεύστηκαν και από την ελληνική δημοτική μουσική. Ο Σαιν-Σανς πάλι; έχει ούτως ή άλλως σχέση με παραδοσιακή μουσική; Ελληνική μάλιστα; Μήπως αναφέρεται ο ΚΓ σε κάτι αρχαιόθεμες συνθέσεις του; Αλλά ακόμα και για τον Μητρόπουλο, τα ψήγματα από ελληνική δημοτική μουσική στο έργο του δεν ξέρω αν δικαιολογούν το χαρακτηρισμό «έμπνευση από…», κάτι που ισχύει λόγου χάρη για τον Σκαλκώτα. Ο Ξενάκης τώρα έχει μερικές πρώιμες συνθέσεις εμπνευσμένες από τη δημοτική μουσική, όλες πριν από τις Μεταστάσεις, που εγκαινιάζουν ουσιαστικά το καθαυτό ύφος και έργο του, αυτό που τον ανέδειξε σε μία από τις κορυφαίες μουσικές φυσιογνωμίες του 20ού αιώνα –και που μόνο για έμπνευση από τη δημοτική μουσική δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. (Από κει και πέρα, το μόνο ίσως στοιχείο δημοτικής παράδοσης είναι τα γίδια που ροβολάνε στις Μυκήνες το 1978, στο Πολύτοπο, εκείνο το ατυχές, κατά τη γνώμη μου, υπερθέαμα.)

Αλλά και πάλι όρκο δεν παίρνω, κι αν κάπου κάνω λάθος, ας κρεμαστώ κι εγώ –αλλά όχι πλάι πλάι, παρακαλώ, με τον ΚΓ, που γράφει για τον Χρήστου.

Γιατί για τον Γιάννη Χρήστου, ούτε λόγος. Καμία σχέση, ούτε η παραμικρή υποψία, ένας απόηχος έστω από δημοτική μουσική, παράδοση ή ό,τι άλλο θέλετε. Και δε χρειάζεται καμιά γνώση φοβερή ή ειδική: ελάχιστο είναι δυστυχώς το έργο του Χρήστου, και το κυριότερο: ακόμα κι αν δεν το γνωρίζει ολόκληρο κανείς, μια-δυο συνθέσεις του να ’χει ακούσει, δύσκολα θα φανταστεί πως μπορεί κάπου κάτι να έχει από δημοτική παράδοση. Αρκεί να ’χει ακούσει.

Δε βαριέσαι. Στο κάτω κάτω δεν οφείλει να ακούει και σύγχρονη μουσική ο καθένας, ο ΚΓ εν προκειμένω. Τον Χρήστου θα τον γνώρισε, όπως το ευρύτερο κοινό, πέρα από τον περιορισμένο κύκλο των πιστών της σύγχρονης μουσικής, κυρίως από την ανυπέρβλητη μουσική του στους Πέρσες του Κουν (παράσταση ουσιαστικά σκηνοθετημένη από τον Χρήστου, όπως είχε πει ο ίδιος ο Κουν!), και έπειτα από την άλλη θεατρική μουσική του, για τους Βατράχους πάλι του Κουν, τον Αγαμέμνονα του Εθνικού κ.ά.

Τι την ήθελε την άλλη του μουσική, αφού δεν την ξέρει, πράγμα που δε θα του το καταλόγιζε άλλωστε κανείς;

Πράξις Β΄

Ή μήπως την ξέρει;

Γιατί νά που θυμήθηκε την Κυρία με τη στρυχνίνη! Στις 21.7.08, καταθάβοντας την παράσταση Βάτρα-Χ του Δημήτρη Λιγνάδη, χάνει ίσως όλα του τα δίκια με μια ανοίκεια επίθεση στο κοινό, που αλλοτριώθηκε, λέει, και ενώ πριν από 40 χρόνια κοινωνούσε υψηλή τέχνη, τρέχει τώρα και χειροκροτάει τον Λιγνάδη. Άλλο είναι το θέμα μου εμένα, και αντιγράφω ΚΓ:

«Ποιος, πότε και πώς αλλοτρίωσε το γούστο ενός κοινού που πριν από 40 χρόνια άκουγε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, έβλεπε Κουν και Μινωτή, απολάμβανε τις έξι λαϊκές ζωγραφιές με σκηνικά Μόραλη και χορογραφία Ραλλούς Μάνου, διάβαζε την τριλογία του Βασιλικού, αποθέωνε τον Γιάννη Χρήστου σε έργα όπως Η κυρία με τη στρυχνίνη, έβλεπε την Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου».

Αν πάλι έχει τάχα δίκιο γενικά ο ΚΓ, αν δηλαδή το ίδιο κοινό πήγαινε τότε στον Κουν και τώρα στο Δελφινάριο, πάντως το όποιο, φανταστικό ή μη, κοινό δεν αποθέωνε ακριβώς τον Χρήστου σε έργα όπως Η κυρία με τη στρυχνίνη. Η Κυρία με τη στρυχνίνη, όπως έγραφα κατά σύμπτωση μερικές βδομάδες πριν από τον ΚΓ, παίχτηκε το 1967 στο Χίλτον, στη 2η βδομάδα σύγχρονης μουσικής, με μεγάλη επιτυχία (ήδη την 1η βδομάδα, ένα χρόνο πριν, η Πράξη για δώδεκα είχε προξενήσει ιδιαίτερη αίσθηση), αν όμως θέλουμε να μιλούμε για αποθέωση, αυτή ήρθε μάλλον την 3η βδομάδα, πάλι στο Χίλτον, με τον Επίκυκλο, και οπωσδήποτε με την Αναπαράσταση ΙΙΙ, Ο πιανίστας, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, το 1969, όταν κόβαμε φλέβες με τον σπαραχτικό Γρηγόρη Σεμιτέκολο. Γενικότερα Η κυρία με τη στρυχνίνη δεν είναι από τα δημοφιλέστερα ούτε από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του Χρήστου –αυτό όμως δεν το είχα επισημάνει στην επιφυλλίδα
μου (κι έτσι τον πήρα στο λαιμό μου!).


Πράξις Γ΄

Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Είτε την έχει ακούσει τη μουσική του Χρήστου ο ΚΓ είτε όχι, θα του μιλούσε σίγουρα γι’ αυτήν ο ίδιος ο συνθέτης.

Λίγες μόλις μέρες μετά, στις 26.7.08, γράφει ο ΚΓ για τον Χρήστου: «Εκείνος ο μύστης, που γνώριζε σε βάθος (είχα τη μεγάλη τιμή να συνομιλώ μαζί του) και τα Ελευσίνια Μυστήρια…» κτλ.

Ε, αφού συνομιλούσε, πάσο.


ΥΓ. Ίσως αυτές οι συνομιλίες έκαναν τον ΚΓ ιδιαίτερα ευαίσθητο στη διάδοση του έργου του Γιάννη Χρήστου, και πέρσι στηλίτευε το Φεστιβάλ Αθηνών, που δεν είχε περιλάβει στο πρόγραμμά του ελληνική μουσική, τον τάδε λόγου χάρη, τον δείνα, και τον Χρήστου. Από την ιερή αγανάκτησή του δεν είχε δει
ότι στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ υπήρχε όχι μόνο έργο του Χρήστου, αλλά και έργο ενός Ιταλού συνθέτη αφιερωμένο στη μνήμη του Χρήστου.

buzz it!

18/8/08

Η Χριστίνα Λαμπίρη της έντυπης και «σοβαρής» δημοσιογραφίας

Η Χριστίνα Λαμπίρη; Ή η Νανά Παλαιτσάκη; Μπα, κάτι κάπως πιο σοβαρό, και προπαντός τσαχπίνικο, σπιρτόζο, σαν να ’κανε τάμα από μικρός, βόηθα, Μεγαλόχαρη, να γίνω Έλενα Ακρίτα! Μπα, η κατινιά είναι ακαταμάχητη. Ο Παπανώτας ίσως; Το βρήκα, ο Πυριόχος. Σηκωμένο φρύδι, ξινίλα, ανάλαφρη ειρωνεία, και με ολίγη από κουλτούρα, να ’μαστε μέσα στα πράγματα, όχι σαν τις άλλες πρωινομεσημεριανούδες, τις αστοιχείωτες!

διαβάστε τη συνέχεια:

Από καιρό ψάχνω το ακριβές αντίστοιχο, έτσι, για να ξεκινήσω από ’ναν τίτλο, δυσκολευόμουν πολύ να το βρω, ούτε και τώρα είμαι σίγουρος πως το βρήκα, ανεπανάληπτος, θα πείτε, ο δικός μας, πέρασε κι από Αριστερά βλέπεις, γράφει και σε σοβαρή εφημερίδα, ο λαϊκισμός κι η κατινιά πρέπει να έχουν ένδυμα βραδινό. Έτσι λοιπόν, δεν έβρισκα το πρότυπο, συν η απροθυμία μου να σπαταλήσω νεύρα και χρόνο σε τέτοια ανθυγιεινή εργασία, ολόκληρο ντοσιέ μού μαζεύτηκε στο μεταξύ, πάει, την έβαψα, έτσι και στρωθώ ποτέ, θα χρειαστώ βδομάδες… Άπαγε!

Αυτή την πρόγευση όμως δε θα τη στερήσω από τους αναγνώστες --στη χτεσινή Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, βλέπεις, το χτύπημα ήταν τριπλό: άρθρο στο τηλεοπτικό On off, άρθρο, το μόνιμο, στο Ε, συνέντευξη, μόνιμη κι αυτή θαρρώ, πάλι στο Ε.

Απ’ το On off, που δυστυχώς δεν υπάρχει ηλεκτρονικά, αντιγράφω, με λίγα δικά μου, μέσα σε αγκύλες, έτσι, για εκτόνωση στην πολλαπλή για μένα δοκιμασία, να τον διαβάζω πρώτα, να αντιγράφω έπειτα, και να ξαναματαδιαβάζω, πριν το ποστάρω:

Ο λόγος για το υπερθέαμα της τελετής έναρξης της Ολυμπιάδας* στο Πεκίνο, με τίτλο «Κάνανε τους Κινέζους… πορτατίφ», σκληρή κριτική για την εικόνα «ρωμαϊκών θριάμβων», όπου δε θα διαφωνήσω πάντως, όπως και με τα παρακάτω (πριν φτάσω στο ζουμί):

«Δεν είναι απολύτως θλιβερό» γράφει «να βλέπεις όλους αυτούς τους Κινέζους, που τους σπάνε τα κόκαλα από 3 ετών για να ισιώσουν και να υποταχτούν στον πρόεδρο τάδε, να παριστάνουν τα λαμπιόνια;» Και κατακρίνει εδώ κάποιον «μεταμοντέρνο Έλληνα καλλιτέχνη» [για όποιον παρακολουθεί τον δημοσιογράφο μας, ακόμα και το «μοντέρνος» αποτελεί βρισιά πρώτου μεγέθους, πόσο μάλλον το "μεταμοντέρνος"] που θαύμασε την τελετή και είπε πως οι άνθρωποι αυτοί «είναι το μέλλον!»

«Αν αυτοί είναι το μέλλον» τα παίρνει τώρα ο δικός μας, «τότε, συγγνώμην, αλλά αυτό το μέλλον δεν είναι διόλου ευχάριστο. Αν πρόκειται να γίνω λάμπα του Ζαν Γιμού ή του Παπαϊωάννου [όπα, στη μέση πια του άρθρου, τσουπ κι ο Παπαϊωάννου: ίδια την είδε την τελετή του ο δικός μας με την τελετή του Πεκίνου: πάσο, γούστα είναι αυτά –ή μάλλον αίσθηση, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον δικό μας, αφού πάντοτε, τα πάντα, αδιακρίτως, είναι απολύτως ισοπεδωμένα, κάτι σαν το βραδινό, κουτσομπολίστικο δελτίο του Σταρ: αλλά γι’ αυτά, δυστυχώς, χρειάζεται το εκτενές άρθρο· σταματώ λοιπόν, και συνεχίζω από κει που δε θέλει να γίνει λάμπα του Γιμού ή του Παπαϊωάννου, γιατί τότε, λέει:] καλύτερα να παραμείνω ως έχω. Με δυο πόδια. Η φρικτή αυτή εικόνα των χιλιάδων τυμπανιστών, μια εικόνα βγαλμένη από τις χειρότερες στιγμές του ναζισμού [μιλάει ο αριστερός εδώ· μωρέ μπας και τον αδικήσαμε;], πασπαλισμένη από δήθεν αθώα παιδάκια (άλλη μια ανατριχιαστική σύγχρονη ανοησία) [ναι, άλλη μια ανατριχιαστική ανοησία θα πω κι εγώ, για τους δικούς μου, προφανείς λόγους, και, ψύλλοι στ' άχυρα, θα ρωτήσω γιατί τάχα είναι "δήθεν αθώα" τα παιδάκια; τι του κάναν του δημοσιογράφου μας, ή μήπως επειδή είναι Κινεζόπουλα, είναι γονιδιακά "μη αθώα"; προτρέχω όμως, αυτά θα μας τα πει καλύτερα ο ίδιος παρακάτω], μας υπενθύμισε πως για το άτιμο το χρήμα [άτιμη κοινωνιολογία, παραγωγής Φίνος Φιλμς] οι άνθρωποι είναι ικανοί να γίνουν όχι τυμπανιστές και λαμπιόνια, αλλά ακόμα και κανονικά εργαλεία. Σκέτα σώματα. Χωρίς μυαλό, χωρίς σκέψη, χωρίς κανένα προσωπικό συναίσθημα».

Και βουτιά τώρα στο ζουμί, ώς να πνιγούμε:

«Ειδικώς όταν οι άνθρωποι αυτοί είναι Ασιάτες. Διότι το ’χουν στο ιστορικό τους γονίδιο αυτό το δεσποτικό οι Ασιάτες [μας τρυπάει τώρα τ' αφτιά με την τσιριχτή του τη φωνή ο Άδωνις Γεωργιάδης, ή ο Πλεύρης πατήρ, αν προτιμάτε]. Μας τα ’χει πει ωραία ο Αισχύλος, εξάλλου, στους Πέρσες του [συνεχίζει ο Πυριόχος μας, με την κουλτούρα του, που λέγαμε]. Πως, δηλαδή, από τότε αυτός ο μεγάλος πολιτισμός στηρίζεται στην υποταγή. Όχι στην ελευθερία. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τον δικό μας [ωχ, παρασοβάρεψε τώρα ο Λιακόπουλος]. Ο οποίος έφυγε μπροστά και έφτιαξε τον κόσμο. Αυτόν που έχουμε. Που δεν έχει τυμπανιστές, αλλά κανονικά άτομα».

Και σκουλήκια. Ή φίδια, θα ’λεγα, γιατί ο δικός μας είναι το φιδάκι ο Διαμαντής, λέω, με το αντάξιό του φτηνό λογοπαίγνιο, γιατί το παρασοβάρεψα κι εγώ, γιατί κανονικά θα ’πρεπε απλώς και μόνο να αναδημοσίευα, παναπεί να αντέγραφα, ασχολίαστα, τα όσα λαϊκίστικα και ξινισμένα κατινιάρικα μας μπουκώνει κάθε Κυριακή. Γιατί κι ο ρατσισμός, εν προκειμένω, είναι σοβαρή κατηγορία, εννοώ κατηγορία σοβαρής τάξεως. Και δε θα πεις τις πρωινομεσημεριανούδες ρατσίστριες και αντιδραστικές και εθνικίστριες, όσο κι αν είναι, όσο και αν η ανοησία κατά κανόνα εμπεριέχει, προϋποθέτει ή πάντως συναντά την αντίδραση, με τα παρεπόμενά της, εν προκειμένω τον εθνικισμό ή τον ρατσισμό.

Απόστολος Διαμαντής λοιπόν, να τον χαιρόμαστε, Ελευθεροτυπία, να τη χαιρόμαστε –που τη χαιρόμαστε, με την τετράδα, όπως έχω ξαναπεί, των εθνικά ανησύχων της, με αρχιερέα τον Στάθη της που θα μας σώσει απ’ την «Τουρκιά», όπως τη λέει, ας πάρει όμως τότε η δημοκρατική εφημερίδα κι άλλον έναν, να φτιάχνανε ομάδα μπάσκετ: θα το χαιρόμασταν πολύ περισσότερο.


ΥΓ. Κι αφού βούτηξα που βούτηξα στα σκατά, από τη χτεσινή πάλι Κυριακάτικη, από τη συνέντευξη του Θ. Βερέμη στο Ε, αντιγράφω δύο από τις ερωτήσεις του Διαμαντή μας, με έντονο τον κίνδυνο να δώσω εσφαλμένη εικόνα για το άτομο και το στιλ του, μ' όλα αυτά τα σοβαρά που διάλεξα να παραθέσω σήμερα:
(α) "Προφανώς, θα καταργηθούν και τα Θρησκευτικά. Τα ελληνικά γράμματα, όμως, βυζαντινά και νεότερα, είναι απολύτως συνδεδεμένα με την Εκκλησιαστική ιστορία. Κάνοντας τα Θρησκευτικά ιστορία των διαφόρων θρησκειών δεν αδυνατίζουμε την ελληνική εκπαίδευση;" Απαντάει ο Βερέμης, αλλά δε μασάει ο δικός μας:
(β) "Δεν υπάρχει στενός ιστορικός δεσμός ελληνισμού και χριστιανισμού; Πώς θα μάθουμε ελληνικά γράμματα; Σπουδάζοντας τον Βούδα;"
Καλή χώνεψη.


* και μια σημείωση άσχετη: πριν από καμιά δυο Κυριακές, ο Βηματοδότης, η τελευταία σελίδα του Βήματος με τα πολιτικά σχόλια, παρέδιδε παρεμπιπτόντως γλωσσικά μαθήματα σε κάποιον, δε θυμάμαι ποιον, που μίλησε για Ολυμπιάδα: τον επέπληξε λοιπόν ο Βηματοδότης και είπε να τον μάθει πως Ολυμπιάδα δεν είναι οι Ολυμπιακοί αγώνες αλλά το διάστημα ανάμεσα σε δύο τέτοιες διοργανώσεις. Πάλι δεν άνοιξαν λεξικό στη συντηρητικότερη ίσως γλωσσικά εφημερίδα, ούτε καν το ευαγγέλιό τους, τον Μπαμπινιώτη!

buzz it!

27/7/08

Η δική μας γκετοποίηση

Τα Νέα, 26 Ιουλίου 2008

Στην καινούρια πλατεία του Μεταξουργείου, στην πλατεία Αυδή, ανέστιοι και ξένοι, ανεπιθύμητοι ακόμα και σε άπλετο φως --ή μήπως ακριβώς γι' αυτό; [φωτ. Ι. Καμπούρης]

Την γκετοποίηση την επισφραγίζει και την παγιώνει η έλλειψη πολιτικής μιας συντεταγμένης πολιτείας· προηγουμένως την έχει αν μη τι άλλο ευλογήσει η νοοτροπία και η στάση η δική μας

το πλήρες κείμενο:

«Ντρέπομαι σαν πολίτης αυτής της πόλης και αυτού του τόπου που αγαπώ απεριόριστα, όταν συναντάω τουρίστες που μένουν στα ξενοδοχεία της περιοχής και τους βλέπω να περπατούν στη γειτονιά μου», γράφει η Άννα Βαγενά για το Μεταξουργείο, εκεί όπου μένει και έχει και το θέατρό της, κοντά 10 χρόνια τώρα.

Και γιατί ντρέπεται τους τουρίστες η κ. Βαγενά; Για την κατάσταση της περιοχής, με το πρόβλημα των αστέγων και των τοξικομανών, «οι οποίοι στη διάρκεια της ημέρας περιφέρονται στους γύρω δρόμους, στους οποίους αφοδεύουν και κάνουν χρήση ναρκωτικών. Έτσι όλη η ευρύτερη περιοχή μέχρι την Ομόνοια είναι ένα τεράστιο αφοδευτήριο, με τραγικές, όπως καταλαβαίνετε, συνέπειες για την ποιότητα της ζωής μας και την υγεία μας». Άσε πια και την επέκταση του εμπορίου των Κινέζων κτλ. κτλ.

Αλλά, δυστυχώς, τα προβλήματα δεν σταματούν εδώ, τονίζει σε πρόσφατη, ανοιχτή επιστολή προς τον δήμαρχο Αθηναίων η γνωστή ηθοποιός, γιατί, μόλις πέσει η νύχτα, οι γύρω δρόμοι (που κατονομάζονται) γεμίζουν από αγόρια διαφόρων εθνικοτήτων τα οποία προσφέρονται για αντρική πορνεία.

Πρέπει εδώ να τονίσω πως όχι μόνο δεν αμφισβητώ αλλά γνωρίζω καλά την κοινωνική ευαισθησία της Άννας Βαγενά. Αυτό όμως είναι ένας παραπάνω λόγος για την αμηχανία και τη δυσφορία που μου γεννά η επιστολή της, και λέω αμηχανία και δυσφορία, μόνο, επειδή ακριβώς σκοντάφτω στην υπογραφή ενός προσώπου που έχει συνδέσει το όνομά του ειδικά με τους αγώνες της αριστεράς.

Διαφορετικά, η πρόχειρη κοινωνιολογία, αν όχι η σκέτη μεμψιμοιρία, ελάχιστα μοιάζει να απέχει από τις συνήθεις αντιδράσεις κατοίκων και τοπικών φορέων υποβαθμισμένων περιοχών, αντιδράσεις που αν δεν κρύβουν σίγουρα υποθάλπουν ιδεολογίες επικίνδυνες, και πάντως συντονίζονται μαζί τους.

Η κ. Βαγενά εγκαινίασε το προσωπικό της θέατρο στο Μεταξουργείο το 1999, εδώ και 10 περίπου χρόνια δηλαδή. Πριν από 10 λοιπόν χρόνια, προφανώς και αρκετά παραπάνω, όταν θα έψαχνε ώσπου να βρει τον κατάλληλο χώρο, πάμφτηνα, φαντάζομαι, ή οπωσδήποτε πολύ πιο φτηνά από άλλες κεντρικές περιοχές, αφού τότε η Κουμουνδούρου και το Μεταξουργείο ήταν αν όχι και υποβαθμισμένες –που ήταν!– πάντως λαϊκές γειτονιές, πριν από 10-15 χρόνια λοιπόν τα πράγματα ήταν ίδια, αν εξαιρέσει κανείς την πιο πρόσφατη εμφάνιση των Κινέζων, άντε και κάποιους επιπλέον τοξικομανείς, από αυτούς που κατηφόρισαν λίγο πιο κάτω απ’ την Ομόνοια μετά τη σκούπα της Ολυμπιάδας. Ίδια ήταν τα πράγματα, μπορεί και λίγο χειρότερα.

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στην Κουμουνδούρου λ.χ. ήταν εκείνη η τραγική μα και υπέροχη μαζί κατασκήνωση των Κούρδων, με την αυτοοργάνωσή τους, τις αυτοσχέδιες υπαίθριες αγορές τους, τα μαγειρεία τους, τα υπαίθρια κουρεία τους. Φολκλόρ; Η αλήθεια πάντως, και η μόνη χειροπιαστή πραγματικότητα, στο περιθώριο της [μη] φροντίδας της πολιτείας. Που κάποια μέρα, με μια επιχείρηση αστραπή, τους εξαφάνισε όλους και τους φυλάκισε ουσιαστικά σε καταυλισμούς της ντροπής στην Πεντέλη, στο Λαύριο και αλλού (αφού τους κατάκλεψε –κυριολεκτικά– τον πλούσιο εξοπλισμό τους σε σκηνές, σλίπιν μπαγκ, κουβέρτες, ρουχισμό κ.ά. που τους είχε προμηθεύσει μια ξαφνική έκρηξη αλληλεγγύης των κατοίκων της πρωτεύουσας).

Η πολιτεία είχε επιτέλους ακούσει τη φωνή των κατοίκων της Κουμουνδούρου που διαμαρτύρονταν για την «υποβάθμιση» της περιοχής (και τους «ανάπλασε» έπειτα και την πλατεία, τερατούργημα αρχιτεκτονικά, μα δε βαριέσαι). Δηλαδή η ίδια πάντα θλιβερή, μικρόψυχη, μα και κουτοπόνηρη ιστορία, αυτών που απαιτούν να φύγουν από μέσα απ’ τα πόδια τους οι τσιγγάνοι, οι ξένοι, οι φυλακές και ό,τι άλλο έκανε κάποτε εξόχως συμφέρουσα την αγορά τους στις συγκεκριμένες περιοχές, με τη φτηνή στέγη και τη φτηνή γη.

Για ένα κομμάτι ψωμί αγόραζες μέχρι πρόσφατα σπίτια και καταστήματα στην ευρύτερη περιοχή. Και άρχισε η περιοχή να γεμίζει θέατρα, νά, όπως της Βαγενά και του Κηλαηδόνη, του Βαλαβανίδη, το Θέατρο της Άνοιξης του Μαργαρίτη, ή το καλλιτεχνικό σχήμα Άλεκτον με τις διάφορες, συχνά απαιτητικές εκδηλώσεις του, στέκια όλα «ποιοτικά», όπως λέμε, που άρα προσέλκυσαν τον ανάλογο κόσμο στην άγνωστη ώς τότε περιοχή, άρχισαν αναστηλώσεις και αναπαλαιώσεις, αναδείχτηκαν εξαιρετικά νεοκλασικά, έγινε η πλατεία Αυδή, είχε ήδη κουβαλήσει την Αστοιβή του, από την Πάτμο στην Τζιά και τελικά στο Μεταξουργείο, ο ακριβός μας, φευγάτος τώρα, Πλάτωνας, άνοιξαν έπειτα κι άλλα μπαράκια και εστιατόρια, από κοντά και πιο μουράτα κέντρα, που στέγασαν από την Αλεξίου ώς το Σαββόπουλο, ο θεός να βάλει το χέρι του μη γίνει η περιοχή σαν του Ψυρρή ή το Γκάζι, όμως η κ. Βαγενά ντρέπεται για την κατάντια της περιοχής.

Στην οποία προφανώς πήγε και έψαξε και αγόρασε χώρο και έστησε και λειτούργησε θέατρο, πάντα με κλειστά μάτια.

Όμως η αφόδευση πλάι σε θέατρα είναι, φαίνεται, δύο φορές αφόδευση. Άσε που πλάι στα εστιατόρια-καλλιτεχνικά στέκια ανοίγουν κι ένα σωρό κινέζικα, από αυτά όπου θα τρως και θα εκρήγνυνται μέσα σου τα σπρινγκ ρολς σαν τα ατμοσίδερά τους.

Ώστε δεν υπάρχουν δηλαδή, ώστε δε συμβαίνουν τα όσα καταγγέλλει η κ. Βαγενά; Σίγουρα ναι. Απλώς δεν είναι τωρινά. Και προπαντός δεν είναι μόνο αυτά.

Ίσως όμως η αναμόρφωση της περιοχής επιβάλλει περισσότερο από ποτέ να φύγουν οι καταραμένοι, οι λεροί. Κι ας πά’ να γκετοποιηθούν αλλού.

Γιατί την γκετοποίηση την επισφραγίζει και την παγιώνει η έλλειψη πολιτικής μιας συντεταγμένης πολιτείας· προηγουμένως την έχει αν μη τι άλλο ευλογήσει ο αστόχαστος –τόσο μόνο θα πω τώρα– λόγος ο δικός μας, η νοοτροπία και η στάση η δική μας.

Παράδειγμα, με κάτι που επίσης δεν θα το είδε 15 χρόνια πριν η Άννα Βαγενά. Όταν η πλατεία Κουμουνδούρου, πολύ πριν κι από τον ερχομό των μεταναστών, ήταν μια από τις πιο ανθηρές πιάτσες αντρικού έρωτα, επιτρέψτε μου, όχι σώνει και καλά πορνείας, κ. Βαγενά. Κι αν δεν το είχε διαπιστώσει η ίδια επιτόπου, δεν το ’δε άραγε ούτε στις μεταμεσονύκτιες ρουφιανοεκπομπές της κλειδαρότρυπας, με τις κρυφές τους κάμερες; Έπειτα από τις τηλεοπτικές εκκλήσεις σωτηρίας, η πιάτσα ξηλώθηκε, κι έτσι απόμεινε το σκληρό κυρίως κουκούτσι, ελάχιστες πια φιγούρες στο σκοτάδι, αυτό που τώρα ορθά χαρακτηρίζεται «αντρική πορνεία». Αυτό που έγινε δηλαδή μέσα από τη διόγκωση του φαινομένου και το στιγματισμό του, αντίθετα προς την παραδεδεγμένη γυναικεία πορνεία, που πάντοτε υπήρχε και υπάρχει στην περιοχή, χωρίς ωστόσο να στιγματιστεί ή να μνημονευτεί καν από την κ. Βαγενά.

Ο οδοστρωτήρας της ανάπλασης

Και δηλαδή οι μετανάστες που μαζεύονται και τα λένε στα παγκάκια λ.χ. της πλατείας Αυδή πόρνοι είναι; Κι εκείνος ο ευφρόσυνος, σχεδόν τελετουργικός χορός, ίδιος με ποντιακό, που ’χαν στήσει κάτι Κούρδοι κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, και τους χαζεύαμε από μέσα απ’ τη ζεστασιά του εστιατορίου του Γιάνταη με την Κοραλία και το Βαγγέλη, ερωτικό κάλεσμα ήταν; Συχνά το ρίχνουν στο χορό, ακούγοντας μουσική από κινητό, μας είπε ο Γιάνταης. Βγήκε και πήγε κοντά τους ο Βαγγέλης: ούτε κινητό δεν είχαν εκείνο το βράδυ, χόρευαν στο ρυθμό που τους κρατούσαν συμπατριώτες τους βαρώντας παλαμάκια. Ασταμάτητα. Κι έλαμπε το μούτρο τους, καθώς μας κοιτούσαν που τους κοιτούσαμε, και δεν μπορεί, θα καταλάβαιναν πως τους κοιτούσαμε με κάτι σαν θαυμασμό, και σαν να παίρναν δύναμη έτσι και συνέχιζαν. Ή μήπως μας νόμιζαν για υποψήφιους πελάτες; Οι έκφυλοι!

Που αύριο σίγουρα θα φύγουν, με επιχειρήσεις αρετή και σκούπα, μαζί με όσους περιστασιακούς θαμώνες φοβίζουν την κ. Βαγενά. Μαζί όμως θα φύγουν, φεύγουν ήδη, και οι μόνιμοι κάτοικοι των από πριν υποβαθμισμένων και γκετοποιημένων περιοχών, νά, όπως οι γειτονιές με τα χαμηλά τουρκόσπιτα στο Γκάζι. Πού θα πάνε; Δε μας απασχολεί. Μέριμνα της πολιτείας, μεταφυσικής πια έννοιας. Προέχει η δική μας, καθαρή και αμόλυντη γκετοποίηση, βαφτισμένη καλογερικώ τω τρόπω σε «ανάπλαση». Έτσι όπως έγινε στου Ψυρρή, όπου κάθε τετραγωνικό μιας παλιάς παράγκας μετατράπηκε σε φιλέτο που το φυλάνε πια νονοί της νύχτας, παρκαδόροι και λοιποί. Και έπειτα το Γκάζι. Και δίπλα η Ιερά Οδός. Ακολουθεί ο Κεραμεικός και το Μεταξουργείο.

Αλλά η δική μας γκετοποίηση είναι 4Χ4 και γκουρμέ πιασοκωλέ μετά πούρου. Και με ολίγη από κουλτούρα.

buzz it!

18/7/08

φεγγαράκι μου λαμπρό, άλλο ένα κρυφό σχολειό

[απντέιτ, 23/7/08, βλ. στο τέλος]

Αν πάτε στην Πάτμο, αξίζει μεταξύ άλλων να δείτε (αντιγράφω από τα Νέα 4.7.08, ένθετο «Διακοπές»):

«Το Πετροκάραβο. Το μικρό νησάκι που μοιάζει με γερμένο καράβι που το ακολουθούν δύο βαρκούλες πρωταγωνιστεί σε πολλούς θρύλους και παραδόσεις. Κάποιοι μιλούν για ένα πειρατικό πλοίο που το πέτρωσαν οι προσευχές του όσιου Χριστόδουλου. Στο νησάκι λέγεται ότι την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτουργούσε κρυφό σχολειό».

διαβάστε τη συνέχεια...

Από το 1978 ώς και το 2002, ήτοι χρόνους είκοσι και τέσσερους, όλα μου τα καλοκαίρια τα πέρασα στην Πάτμο, συν πολλά από τα Πάσχατα. Το Πετροκάραβο λοιπόν είναι ένας επιβλητικός βράχος καταμεσής στη θάλασσα, στο Ικάριο, στην πίσω μεριά της Πάτμου, ενάμισι μίλι από τις ακτές. Μοιάζει όντως με μισοβουλιαγμένο καράβι, εξού και η ονομασία του. Μυστηριώδης φαντάζει ο βράχος από τις Λεύκες την ώρα του δειλινού, ή από ψηλά από τη Χώρα, καθώς ξεχωρίζει μες στη θαμπάδα του καλοκαιρινού απομεσήμερου.

Πόσο πιο μαγικός όμως και προπάντων συγκινητικός θα ήταν στα μάτια μου, αν ήξερα για το κρυφό σχολειό. Φευ, δεν έτυχε να μου το πουν εμένα αυτό που είπαν τώρα στη δημοσιογράφο. Θα ’βλεπα έτσι με τα μάτια της ψυχής μου, γιατί δάκρυα θα θόλωναν τα μάτια τα κανονικά μου, θα ’βλεπα λέω τα μικρά σκλαβόπουλα, να ροβολάν μέσα στη νύχτα από τη Χώρα κάτω, ή από το χωριουδάκι του Κάμπου, τυλιγμένα στο τριμμένο πανωφόρι τους, να μαζεύονται σε μιαν απόμερη ακτή και να μπαίνουν στη βαρκούλα, τραγουδώντας χαμηλόφωνα, μην τους ακούσει ο Τούρκος, το Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε να κωπηλατώ για το πέτροκαραβό. Κι έπειτα από ενάμισι μίλι να αποβιβάζονται στην πίσω μεριά, υποθέτω, του βράχου, όπου θα υπήρχε το σχολειό, αόρατο από το βλέμμα του κατακτητή, κι εκεί λοιπόν, προστατευμένα από του Τούρκου τη μαχαίρα, θα μάθαιναν από το Οκτωήχι τα γράμματα της λευτεριάς.

Ο μελετητής Παναγιώτης Στάθης παρακολούθησε πώς τα 10 κάποτε, ώς τη δεκαετία του 1960, κρυφά σχολειά, άρχισαν από τη δεκαετία του 1970 να αβγαταίνουν, κάτι σαν τις πολυκατοικίες την εποχή της αντιπαροχής, και μέσα σε δύο δεκαετίες ξεπέρασαν την εκατοντάδα: 102 είχαν φτάσει κάποια στιγμή –δεν ξέρω αν η ιερά νήσος Πάτμος τού χαρίζει τώρα το 103ο, ή αν βρήκε κι άλλα στο αναμεταξύ.

Αντιγράφω εδώ όπως τον αντέγραφα σε παλαιότερη επιφυλλίδα μου:

«Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τα κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν ξεπερνούν τα 10. Πρόκειται για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας [...], Ντίλιου Ιωαννίνων, Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, και ίσως ακόμα στις μονές Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας, καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο. Από αυτά δε μόνο τα τρία πρώτα εμφανίζονται προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα “ανακαλυπτόμενα” κρυφά σχολειά αυξάνονται κατακόρυφα…» Και φτάνουν αισίως τα 102!

Από αυτά, τα περισσότερα «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο, άμεσα ή έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών». Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά, μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά κοτζάμ ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται τώρα μέσα σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!


Περισσότερα, στην πολύτιμη μελέτη του «Το κρυφό σχολειό: διαδρομές της ιστορίας, διαδρομές του μύθου» στα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου Η ιστορία ως διακύβευμα: Μορφές σύγχρονης ιστορικής κουλτούρας, παράρτημα του περ. Historein, τ. 4 (2003-2004), (σε μορφή cd rom.). Βλ. επίσης, του ίδιου, "Ιστορική κουλτούρα και κατασκευασμένη μνήμη: τα κρυφά σχολειά", στο Επιστημονικό Συμπόσιο Μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα (23 και 24 Νοεμβρίου 2005), Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 2007, σελ. 225-258.


ΥΓ. Και καλά, της δημοσιογράφου της είπαν και έγραψε. Αν όμως πάλι της έλεγε κανείς ότι στο Πετροκάραβο λειτουργούσε και ξακουστό πορνείο από τα ρωμαϊκά τα χρόνια, όπου περνούσαν στα κατοπινά τα χρόνια και ξεχαρμανιάζανε οι πειρατές, και δεν τους βαστούσαν έπειτα τα πόδια τους ν’ ανέβουν ώς τη Χώρα επάνω, κι έτσι έμεινε άπαρτο το Καστρομονάστηρο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, θα τα ’γραφε άραγε κι αυτά;


απντέιτ, είπαμε:

σιγά που θα του 'χε ξεφύγει κοτζάμ Πετροκάραβο του Π. Στάθη --που ήδη έφτασε τη συλλογή του με κρυφά σχολειά στα 115 (με ελεγμένες πληροφορίες, γιατί περιμένουν κι άλλα στη σειρά!): να του ευχηθούμε μακροημέρευση, να μην μπορεί πια να τα μετρήσει, και στη χιλιάδα θα του κάνουμε πάρτι λαμπρό

το Πετροκάραβο λοιπόν, όπως είχε την καλοσύνη να με πληροφορήσει, όταν νόμισα κι εγώ πως είχα βρει κάτι να τον τρατάρω, απαντά "επισήμως" στην έκδοση του αρχιμανδρίτη Ναυκράτιου Τσουλκανάκη, Η συμβολή της μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην εμφάνιση και καλλιέργεια της παιδείας στην Πάτμο, ανάτυπο από τα Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου με θέμα: Ι. Μονή Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου – 900 χρόνια ιστορικής μαρτυρίας (1088-1988), Πάτμος, 22-24 Σεπτεμβρίου 1988, Αθήνα 1989, σελ. 305. Εκεί αναφέρεται ότι στο ξερονήσι Πετροκάραβο κοντά στην Πάτμο «κατά το θρύλο κάποτε λειτούργησε κρυφό σχολειό»

με φερετζέ λοιπόν το θρύλο, ο άγιος πατέρας πληροφόρησε και το διεθνές κοινό όχι απλώς ότι υπήρχαν κρυφά σχολειά --αλίμονο, αυτό είναι δεδομένο-- αλλά και ότι δεν έμεινε ορφανή από κρυφό σχολειό κι η Πάτμος, που, καθότι ιερά νήσος, το δικό της δεν το 'χε όπου κι όπου, μα μεσοπέλαγα

το καλυτερότερο: "ας σημειωθεί ότι ο συγγραφέας" μού γράφει ο Π. Στάθης "αναφέρει παράλληλα ότι η οργανωμένη εκπαίδευση στη μονή του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου δεν σταμάτησε ποτέ, ούτε κατά την πρώτη περίοδο της τουρκοκρατίας"

φαίνεται ότι το Πετροκάραβο το είχαν για μεταπτυχιακά

buzz it!

17/7/08

φούστες με ταμπεραμέντο και πώς να τις εξαπλώσετε

«Οι πολύχρωμες φούστες των θερμόαιμων κοριτσιών από το Πουέρτο Ρίκο ανεμίζουν γεμάτες ταμπεραμέντο πάνω από τις στέγες της πόλης.

»Οι αντίπαλες συμμορίες των Jets και των Sharks εξαπλώνουν με ένταση τις εκρηκτικές χορευτικές σκηνές στους δρόμους του West Side της Νέας Υόρκης...»

από ένα ιλουστρασιόν διαφημιστικό τετράπτυχο για την περιοδεία του θρυλικού West Side Story, που θα κάνει μια στάση και στα μέρη μας τον Σεπτέμβρη: όσοι σπεύσετε, θα ανακαλύψετε τα μυστικά των ταμπεραμεντούχων φούστων, ή φουστών, αν προτιμάτε --οι υπόλοιποι αρκεστείτε σ' αυτό εδώ το ποστάκι, άλλο ένα αναψυκτικό για τις ζεστές μέρες

άσχετο: ψάχνοντας για τίτλο, ο πειρασμός με μπλόκαρε για πολύ, γεμίζοντάς μου το κεφάλι με το "φούστα κλαρωτή και γαρίφαλο στ' αφτί", και σκέφτομαι ποιος σατανικός --αντιχατζιδακικός!-- εγκέφαλος εισηγήθηκε στο Βήμα να μοιράσει τον πρώιμο Χατζιδάκι με μεγάλο μέρος απ' το σκουπιδαριό που είχε γράψει, το οποίο μπορεί να καταλαμβάνει, ατυχώς, μπόλικο χώρο στη δημιουργία του, δεν την ακυρώνει ωστόσο επουδενί ούτε τη χαρακτηρίζει συνολικά

buzz it!

12/7/08

Η σάτιρα, η φάρσα, η πρόκληση (β΄) ή Ο αμοραλισμός της πρόκλησης

Τα Νέα, 12 Ιουλίου 2008 [εδώ με μικροαλλαγές]

Το αδέσποτο που αποτέλεσε έκθεμα του Γκιγέρμο Βάργκας, ώστε να φανεί, λέει, η υποκρισία του κόσμου που αδιαφορεί για τα χιλιάδες αδέσποτα που πεθαίνουν, σπεύδει όμως να δει ένα μεμονωμένο, απ’ τη στιγμή που εκτίθεται σαν «έργο τέχνης»

Μοιάζει αμοραλιστικό όταν η πρωτοπόρα τέχνη προκαλεί και εκμαιεύει τα χειρότερα ένστικτα και αντιδράσεις του ανθρώπου, για να τα καταγγείλει έπειτα και να τα στιγματίσει

το πλήρες κείμενο:

Όχι σπάνια, δυστυχώς, διαβάζουμε για κάποιο βίαιο επεισόδιο, από ξυλοδαρμό έως μαχαίρωμα, μπορεί και θανατηφόρο, σε δημόσιο χώρο, με αμέτοχους τους πολυπληθείς παρισταμένους.

Μήπως θα ’πρεπε να δημιουργηθούν
λόγου χάρη ομάδες δράσης, «Ομάδες Κοινωνικής Αφύπνισης» θα λέγονται, που θα προβαίνουν σε συστηματικούς --αλλά εικονικούς, έστω-- ξυλοδαρμούς και μαχαιρώματα, επιλέγοντας πάντως ένα ανύποπτο θύμα, ώστε να εξασφαλιστεί η επιτυχία της αναπαράστασης, μπας και αφυπνιστεί επιτέλους η συνείδηση του αδρανούς και εφησυχασμένου πολίτη;

Εξωφρενικό, ελπίζω να συμφωνούμε όλοι. Και αρρωστημένο ίσως. Τόσο που, σε συνάρτηση μάλιστα με το θέμα μου, την ώρα κιόλας που το ’γραφα κάκιζα τον εαυτό μου, καθώς σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να το διαβάζει κάποιος με αποτροπιασμό, ώσπου να καταλάβει ότι δεν σοβαρολογώ.

Και το θέμα μου, όπως το ξεκίνησα με την προηγούμενη επιφυλλίδα, είναι μια ηθική εντέλει διάσταση ιδίως της φάρσας και της πρόκλησης, όπου προϋποτίθεται η φύσει ή θέσει «ανωτερότητα» του αυτουργού, ο οποίος διασκεδάζει, τον εαυτό του ή ένα ολόκληρο κοινό, τηλεοπτικό π.χ., εις βάρος κάποιου φύσει ή θέσει «κατώτερου», αφού είναι το θύμα· ακόμα περισσότερο, ακόμα χειρότερα δηλαδή, με την πρόκληση πλέον, έστω την καθαρά καλλιτεχνική, όπου ο αυτουργός έχει στόχο, χρησιμοποιώντας πάλι ανυποψίαστο θύμα ή θύματα, να αποκαλύψει, κοινώς να ξεμπροστιάσει, την κοινωνική π.χ. υποκρισία.

Από τις αθώες, οπωσδήποτε στις προθέσεις τους, φάρσες ώς την πιο δικαιωμένη καλλιτεχνικά πρόκληση, υπάρχει πάντοτε κάποιος ή κάποιοι στους οποίους ανατίθεται, ερήμην τους, για την ακρίβεια τους επιβάλλεται ο ρόλος του διασκεδαστή, του κλόουν, μειονεκτικού σε κάθε περίπτωση. Και στην πρόκληση πια το θύμα παγιδεύεται και ξεγυμνώνεται τελετουργικά, εκθέτει τον χειρότερό του εαυτό (που, προσοχή, δεν είναι σίγουρο ότι θα είχε εκδηλωθεί χωρίς τη συγκεκριμένη αφορμή --αλλά εδώ πάμε πολύ μακριά!), και προσφέρεται σε δημόσια διαπόμπευση, στιγματισμό, σε ηθικό λιντσάρισμα.

Πρώτα οι φάρσες. Οι αθώες, της εκπομπής Candid camera, τα πρώτα χρόνια της τηλεόρασής μας, ή ανάλογες, πολυάριθμες πια παραγωγές, όπου αιφνιδιάζεται ένας περαστικός, για να γελάσει το κοινό.
Κάποιος που πάει να ρίξει ένα γράμμα στο γραμματοκιβώτιο και βγαίνει από μέσα ένα χέρι και του το αρπάζει. Κάποιος που μπαίνει σ’ ένα γραφείο, κι ώσπου να βγει, έχουν αλλάξει όλο το σκηνικό απέξω, και βρίσκεται ξαφνικά μέσα σ' ένα σουπερμάρκετ. Αθώες φάρσες. Ή μια υπέροχη, στους νιπτήρες κάποιου μεγάλου καταστήματος, δυο δίδυμες, απ’ τις δυο πλευρές ενός τζαμιού, εκτελούν με απόλυτη ακρίβεια τις ίδιες κινήσεις, καθώς π.χ. φρεσκάρουν το μακιγιάζ τους, κι έτσι το τζάμι μοιάζει καθρέφτης. Και μπαίνουν άλλες γυναίκες, πλένουν τα χέρια τους, κοιτάζονται στον «καθρέφτη», αλλά δε βλέπουν το δικό τους είδωλο, ενώ (νομίζουν ότι) βλέπουν πολύ καλά της διπλανής της· κοιτάζουν και ξανακοιτάζουν παραξενεμένες, μετακινούνται, ζητούν από τη διπλανή τους ν’ αλλάξουν θέση, οι δίδυμες μετακινούνται με απόλυτο συγχρονισμό –και οι άλλες πια γυναίκες τρελαίνονται. Άλλο ευφάνταστο: στο τμήμα εσωρούχων ενός καταστήματος, όποιος μπαίνει στα δοκιμαστήρια, καθώς τραβάει μια κουρτίνα πίσω απ’ την οποία υποθέτει πως είναι καθρέφτης, βρίσκεται στην κορυφή μιας πασαρέλας, με κοινό καθισμένο δεξιά κι αριστερά, να χειροκροτεί γελώντας· μετά το πρώτο σοκ, το θύμα βάζει κι αυτό τα γέλια, και μπαίνει στο παιχνίδι, παρελαύνοντας με τις κάλτσες και με τα εσώρουχα. Κάποιος όμως πελάτης μπήκε και δοκίμασε γυναικεία εσώρουχα: το ευφάνταστο παιχνίδι γίνεται εφιάλτης, διαπόμπευση.

Η εικονική εκτέλεση έχει καταχωριστεί στα βασανιστήρια. Η εικονική σύλληψη τι τάχα είναι; Έγινε όμως και τέτοια φάρσα, όπως και πολλές ανάλογες, στην εκπομπή Άλλα κόλπα του Βλάση Μπονάτσου. Ωχριούσαν όμως μπροστά σε νεότερες, ξένες παραγωγές, όπως το Scare tactics, όπου συμβαίνει ό,τι πιο τρομαχτικό ή και μακάβριο μπορεί να φανταστεί κανείς, μανιακοί δολοφόνοι που κυνηγούν το θύμα με αλυσοπρίονο, εικονικοί ακρωτηριασμοί, ψυγεία γεμάτα με κομμένα μέλη κτλ.

Αθώα και ευφάνταστα, ή μακάβρια και νοσηρά εντέλει παιχνίδια, σε όλα κάποιος είναι ο εγκέφαλος και κάποιος το πειραματόζωο, το θύμα. Κάποιος οργανώνει την έκπληξη, στην καλύτερη περίπτωση, τον τρόμο συχνά του άλλου. Κι ο άλλος οφείλει "να έχει χιούμορ", για να μη χαρακτηριστεί ξενέρωτος, το χειρότερο όμως για να μη φανεί, ακόμα και στα ίδια του τα μάτια, ότι υπήρξε θύμα· για να δείξει δηλαδή πως αποδέχεται το παιχνίδι, ώστε να είναι και ο ίδιος παίκτης, τάχα ισότιμος, άρα όχι μπαίγνιο και μαριονέτα.

Η ηθική αυτή διάσταση, το ενδεχόμενο ηθικό έλλειμμα, φαίνεται καθαρότερα στην πρόκληση, και μάλιστα την καλλιτεχνική, μολονότι εδώ τα πράγματα είναι πολυσύνθετα, αφού αμέσως αμέσως έχουμε αποδεχτεί
την κατά κανόνα οξυμένη ευαισθησία του καλλιτέχνη, έχουμε αποδεχτεί τον εξ ορισμού πρωτοποριακό ρόλο του καλλιτέχνη, άρα, έμμεσα, την «ανωτερότητά» του, με τους όρους έστω με τους οποίους συζητούμε εδώ.

Δεν πάνε ούτε δυο μήνες που το διαδίκτυο και το ηλεταχυδρομείο κατακλύστηκαν από διαμαρτυρίες για την έκθεση ενός Κοσταρικανού καλλιτέχνη σε μια γκαλερί της Μανάγκουας, στη Νικαράγουα, με έκθεμα ένα υποσιτισμένο αδέσποτο σκυλί δεμένο, και λίγο πιο πέρα ένα πιάτο με τροφή, που να μην τη φτάνει. Ο κόσμος περνούσε κι έβλεπε το "έκθεμα", κανένας δεν έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του σκυλιού, το σκυλί κάποια στιγμή πέθανε, λένε, από ασιτία. Εκατομμύρια υπογραφές διαμαρτυρίας συγκεντρώθηκαν
εναντίον του καλλιτέχνη, της γκαλερί και της Μπιενάλε της Κεντρικής Αμερικής που επέλεξε το «έργο». Μπροστά στην κατακραυγή η γκαλερί "αποκάλυψε" πως το σκυλί σιτιζόταν το βράδυ, όταν έκλεινε η έκθεση, και στο τέλος το άφησαν πάλι ελεύθερο. Σκοπός, είπαν, του καλλιτέχνη ήταν να δείξει την υποκρισία του κόσμου που δε γυρίζει να κοιτάξει τα χιλιάδες αδέσποτα που πεθαίνουν δίπλα του στο δρόμο, σπεύδει όμως να δει ένα αδέσποτο που πεθαίνει σαν «έργο τέχνης» σε μια γκαλερί –και με την παθητικότητά του συμμετέχει στη θανάτωσή του. Δεν έχει σημασία αν πέθανε ή δεν πέθανε το αδέσποτο –το πιθανότερο είναι να αληθεύει η εκδοχή της γκαλερί, αν και ο καλλιτέχνης ούτε διαψεύδει ούτε επιβεβαιώνει, επιμένει μόνο να στηλιτεύει την κοινωνική υποκρισία.

Προσωπικά δε με ενδιαφέρει τόσο, αν και φανατικά ζωόφιλο, αν πέθανε ή δεν πέθανε το αδέσποτο. Αν πέθανε, λέω, ένα ακόμα κρούσμα αναλγησίας ή βαρβαρότητας. Προτιμότερα από αυτό που θα πω αμοραλισμό: ο καλλιτέχνης, υπεράνω, όχι απλώς να καταγγέλλει αλλά να υποκινεί την κοινωνική υποκρισία, και έμμεσα τη συμμετοχή.

Που κάποτε γίνεται ενεργή, όπως σε λίγο παλαιότερη έκθεση Χιλιανού καλλιτέχνη στη Δανία, με εκθέματα διάφορα μπλέντερ γεμάτα νερό, όπου κολυμπούσαν χρυσόψαρα· κάποια στιγμή κάποιος θεατής, αφού είχε το ελεύθερο, πάτησε το κουμπί ενός μπλέντερ!

Το θέμα ωστόσο δεν είναι μόνο η δημιουργία συνθηκών που προκαλούν τη συμμετοχή. Αρκεί η ανάληψη του ρόλου του υπέρτατου όντος που «καρφώνει την καρδιά» του κοινού θνητού.

Ο καλλιτέχνης μαριονετίστας

Το 1985, στην Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, η Μαρία Καραβέλα επιζητεί μέσα από μια περφόρμανς «να καρφώσει την καρδιά του θεατή», για να το θυμάται σ’ όλη του τη ζωή, αλλιώς η ίδια θα έχει αποτύχει, λέει, οικτρά.
Και με ποιον τρόπο θα καρφώσει την καρδιά του θεατή; Λιώνοντας κάτω από μια πέτρα δυο ζωντανά πουλιά. Τα έλιωσε τελικά ή όχι; Λίγα χρόνια πιο πριν, δούλευα στον Δεσμό σαν κειμενογράφος, έφτιαχνα και πολλά από τα προγράμματα, παρακολουθούσα έτσι στενά όλες σχεδόν τις δραστηριότητές του. Το «έργο» της Καραβέλα δεν το είχα δει, θυμάμαι όμως πολύ ζωηρά τον σάλο που είχε ξεσπάσει. Προσπάθησα τώρα να φρεσκάρω τη μνήμη μου, ένα πουλί θυμόμουν εγώ, όχι δύο, άρχισα να ρωτάω φίλους, που παρακολουθούσαν κι αυτοί στενά τα πολιτιστικά της εποχής,απευθύνθηκα σε ειδικούς, τεχνοκρίτες, εικαστικούς, άλλος δε θυμόταν τίποτα, άλλος θυμόταν ένα πουλί, άλλος δύο, άλλος κοτόπουλα, άλλος ένα περιστέρι, όσοι πάντως θυμόνταν, θυμόνταν πως τα είχε λιώσει η καλλιτέχνις τα πουλιά.

Στον κατάλογο της έκθεσης
Τα χρόνια της αμφισβήτησης: Η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα, που έγινε στο Μέγαρο, 15.12.2005-7.5.2006, οργανωμένη από το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο βιογραφικό της Μαρίας Καραβέλα διαβάζουμε για τη συγκεκριμένη περφόρμανς: «η υβριστική γλώσσα, η υποτιθέμενη χρήση κοπράνων, καθώς και η δήθεν πολτοποίηση δύο ζωντανών πουλιών προκάλεσαν αντιδράσεις και μηνύσεις». Δήθεν; Μπορεί. Ας το δεχτούμε. Κι ούτε και πήγα να ψάξω εφημερίδες της εποχής, δεν είχε σημασία.

Σημασία έχει από μιαν άποψη τι συγκρατεί η μνήμη, που συχνά παραμορφώνει γεγονότα και καταστάσεις, όχι τυχαία όμως. Και άλλωστε το θέμα είναι και εδώ πως κάποιος αίρεται πάνω από τα «ανθρώπινα», και υπεράνθρωπος ο ίδιος ξεσκεπάζει και στιγματίζει, όχι καταγγέλλοντας, ξαναλέω, αλλά υποκινώντας.

Αναγκαίο παρακολούθημα της πρωτοπορίας της τέχνης, εν προκειμένω; Το αποκρουστικό τότε, αμοραλιστικό της πρόσωπο.

buzz it!

8/7/08

Προσεχώς, ή Τα διαφυγόντα κείμενα

χαρτιά, χαρτάκια, παραχαρτάκια, σημειώσεις, αρχινισμένα κειμενάκια και σχόλια, πολλά μισοτελειωμένα, θεματάκια που δε χρειάζεται να τους αφιερώσεις πάνω από τρεις αράδες, υπόθεση δέκα λεπτών όλο κι όλο, λες, κι ωστόσο μαζεύονται συνέχεια τα αγχογόνα χαρτάκια, σε διάφορες μάλιστα μεριές, άλλα χάνονται, πολλά από τα θέματά σου μπαγιατεύουν αφόρητα, άλλα τα προλαβαίνουν άλλοι, από τη μια σπάζεσαι, από την άλλη λες πάλι καλά που γράφτηκε κάτι --μια συνεχής δηλαδή frustration, να πω κι εγώ το αγγλικό μου

νά, είχα κάποτε τη φαεινή ιδέα να στοίβαζα εδώ τα μικρογλωσσικά τουλάχιστον, π.χ. λιγωμένες λογιόπληκτες ματιές που αποδελτιώνω, να τα ποστάρω απλώς σε μια κατηγορία που την ονόμασα "στις επάλξεις", κάτι σαν ένα ανοιχτό "αρχείο" προς γενική χρήση, να μη μου μαζεύονταν κι εμένα τα άπειρα χαρτάκια --μπα, ούτε αυτό φτούρησε, λέω να μην τα βάζω ένα ένα, κάπως να τα γκρουπάρω, οπότε πάει, δε βρίσκεται έτσι χρόνος

μου φταίει, από την άλλη, και που 'κλεισα τα σχόλια στο μπλογκ, κι είναι μερικά πράματα που δε σου κάνει διάθεση να τα γράφεις έτσι, νομίζεις στο βρόντο, λέω κάθε τόσο μπας και ξανάνοιγα τα σχόλια και τάχα να μην απαντάω ο ίδιος, όπως με συμβούλευαν από τότε και επιμένουν αρκετοί φίλοι, πόσο μάλλον που εντέλει πολλά μου έρχονται με το ιμέιλ, άρα δεν υπάρχει... γλιτωμός, βλέπω όμως έπειτα τι τράβηξε εσχάτως ο ολντμπόι λόγου χάρη, λέω κάτσε στ' αβγά σου...

όλο στοιβάζονται λοιπόν τα μικροπαραχαρτάκια, μεταφέρω από βδομάδα σε βδομάδα στο ημερολόγιό μου τίτλους για ποστάκια, πιχί "από το περιβόλι του Πολύδωρα", ώσπου να συμμαζέψεις κάπως το υλικό, σου ξεφουρνίζει ο Λόγιος Βύρων κι άλλα, στο μεταξύ τα γράφουνε άλλοι, πάλι καλά από μια άποψη, κι ωστόσο δε σου κάνει καρδιά να το πετάξεις το υλικό σου, λες, κάπου θα τα βολέψω κάποτε

ας βάλω όμως τώρα μερικά από τα "προσεχώς", μπας κι έτσι ζοριστώ λιγάκι:

"ο Μπαμπινιώτης, άγγελος του δημοτικισμού", νά, αυτό είναι υπόθεση τριών αράδων, όπως έλεγα, κι ωστόσο έκλεισε κιόλας χρόνος που μου σούρνεται

"το σαλτέριο και το θήορμπο, στην ορχήστρα του Τρίτου" και "η βέβηλη φυγή, πάλι του Τρίτου"

"η ντροπή της κυρίας Βαγενά και οι αναπλάσεις", αυτό τουλάχιστον το ξεκίνησα, μπορεί και να μου βγει επιφυλλίδα

"φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να κωπηλατώ: ω, ένα καινούριο κρυφό σχολειό ανακαλύφθηκε", γι' αυτό περιμένω φωτό, ελπίζω να μου 'ρθει σύντομα και έτσι να στρωθώ

"η αναστήλωση της βαρείας στο Πλανόδιον του Πατίλη", αυτό, αν έχει νόημα να γράψει κανείς μία από τα αξιοθρήνητα ίδια, το ρίχνω εδώ, μπας και τσιμπήσει λ.χ. ο Σαραντάκος

ώστε, ας μου το ευχηθώ, προσεχώς!

buzz it!