21/1/13

Η Τζούλια Ρόμπερτς στον Σύριζα

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Έπειτα από τη Σοφία Λόρεν, και η Τζούλια Ρόμπερτς προσχώρησε στον Σύριζα:
 
Επιτέλους, ένας χώρος να με εκφράζει» είπε στους δημοσιογράφους, βγαίνοντας από την Κουμουνδούρου, όπου είχε μόλις καταθέσει αίτησης εγγραφής μέλους. «Δεν πήγαινε άλλο, σ’ έναν κόσμο όλο λαϊκά κορίτσια που ξυρίζουν τις μασχάλες –και κερδίζουν έτσι και τους καλύτερους εραστές, ιδίως συγγραφείς».

Γιατί είχε φτάσει ώς το Χόλιγουντ το Εγχειρίδιο του Εκλεκτικού Εραστή του Χρήστου Χωμενίδη:

«Η αναφυλαξία, λ.χ., που προκαλεί σε εμένα ο Σύριζα σίγουρα σχετίζεται και με το ασφυκτικά μίζερο (κατά τη γνώμη μου) κλίμα των φοιτητικών συνελεύσεων στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με το ελεύθερο κάμπινγκ, τις αξύριστες μασχάλες, τη μυρωδιά ξεθυμασμένης μπύρας στα πάρτυ και την προσποιητή αγωνία με την οποίαν άρθρωναν οι τραγουδιστές των ροκ συγκροτημάτων της εποχής. Από όλα εκείνα ξέφυγα εγκαίρως, αρχίζοντας να ακούω λαϊκά τραγούδια και να συναναστρέφομαι με λαϊκά κορίτσια…»

Όμως, συντρόφισσα Τζούλια, η αλήθεια είναι, φευ, διαφορετική:

Οι αξύριστες μασχάλες τις οποίες περήφανα επιδείκνυαν, όπως εσύ, οι παλιές Ρηγίτισσες, προκαλώντας αναφυλαξία και στους προπάτορες του Χρήστου Χωμενίδη, παλαιόθεν τον Θέμο Αναστασιάδη και εσχάτως τον Άδωνη Γεωργιάδη, δεν βρίσκονται πια στον Σύριζα. Έχουν μετακομίσει στη Δημάρ, το κόμμα του Χρήστου Χωμενίδη, το οποίο επαίρεται ακριβώς, και με τη σύμφωνη γνώμη έγκριτων αναλυτών του ημερήσιου τύπου και των καναλιών, ότι αποτελεί τη μόνη συνέχεια του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Σκέψου λοιπόν, συντρόφισσα, και πράξε: ξυρίζεις, δεν ξυρίζεις, θέμα δικό σου. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, τον συγγραφέα εραστή αποχαιρέτα τον, τον χάνεις: πρώτον, τι λαϊκό κορίτσι να ’σαι τώρα κοτζάμ σταρ εσύ, δεύτερον και κύριον και ανατριχιαστικόν, παίζει να χάσει κάποιο στοίχημα που ’βαλε τελευταία (να κόψει τον αριστερό του όρχι, αν ο Τσίπρας ξέρει τις θέσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ), και πλέον μισερό τι να τον κάνεις!

buzz it!

19/1/13

Φέισμπουκ, ο προβοκάτορας εχθρός - Λεκτική βία; - Κουτσαβακισμός; Τραμπουκισμός;

(Εφημερίδα των συντακτών, 19 Ιανουαρίου 2013)


Φέισμπουκ, ο προβοκάτορας εχθρός

Η αμεσότητα του Φέισμπουκ, ίσως και ένας ασύνειδος ανταγωνισμός με τους κατά κανόνα νεαρότατους χρήστες του πολύτιμου αυτού μέσου, μπορεί να εκθέσει ανεπανόρθωτα τον χρήστη. Που εύκολα χάνει το μέτρο.

Κάτι που δεν θα το περίμενε κανείς λόγου χάρη από συγγραφείς, που έχουν στο κάτω κάτω άλλα μέσα έκφρασης και προβολής.

Κι όμως, στο Φέισμπουκ είδαμε που ωρυόταν ο Τατσόπουλος: «γαμιόληδες», «καριόληδες» και άλλα, για τη «βεβήλωση» του θωρηκτού Αβέρωφ.

Και ο Θανάσης Χειμωνάς κατακεραύνωσε τον ομότεχνό του Βαγγέλη Ραπτόπουλο, παραφράζοντας άλλο ευώδες: «Δεν θα γίνεις Χειμωνάς ποτέ, καραφλέ, καραφλέ!»

Και ο Χωμενίδης, όταν η κόρη του Λοΐζου απαγόρευσε στο ΠΑΣΟΚ να χρησιμοποιεί τραγούδια του πατέρα της, απείλησε πως, αν ποτέ κάνει κάτι ανάλογο η δική του κόρη, «θα την καταραστεί από τον τάφο να μην ξαναχύσει ποτέ»!

Ο ίδιος τώρα, στην είδηση ότι ο Τσίπρας κατέθεσε στεφάνι στον τάφο της Ρόζας Λούξεμπουργκ, δήλωσε: «Κόβω τον αριστερό μου όρχι ότι, αν κάποιος τον ρωτούσε ποιες ακριβώς ήταν οι θέσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ, θα έβηχε αμήχανα και θα άλλαζε συζήτηση».

Πρόεδρε, έκκληση: προσποιήσου, ομολόγησε, ότι δεν ξέρεις τίποτα από Ρόζα, για να σωθεί του Χωμενίδη ο όρχις.

Υπάρχει κι άλλος παρακάτω πάτος;


Λεκτική βία;

Εποχή γενικευμένου αναθεωρητισμού, όλα περνούν από ιδεολογικό photoshop.

Σειρά της λεκτικής βίας. Ψυχοκοινωνιολογία, ψυχολογία, ψυχοπαιδαγω­γική, ασχολούνται με τη λεκτική βία, στενή συγγενή της ψυχολογικής βίας. Μια βία με πλουσιότατο οπλοστάσιο: απαξίωση, εξευτελισμό, κοινωνικό αποκλεισμό, δημιουργία φοβικού κλίματος κ.ά. Οι συνέπειες, ανάλογα φυσικά με την ηλικία του θύματος και με το πεδίο όπου ασκείται (σχολικό, κοινωνικό κτλ.), πολλές: στρες, φοβίες, έως βαριές ψυχικές ασθένειες, έως αυτοκτονία.

Κι όμως, αμφισβητείται ξαφνικά· μόνη βία, λένε, η σωματική ή υλική. Πιστεύω πως είναι προφανής η ιδεολογική σκοπιμότητα: Ο στιγματισμός οποιασδήποτε αντίδρασης στη λεκτική βία, που, σε κοινωνικό ιδίως επίπεδο, μπορεί να προκαλέσει σαν απάντηση την υλική βία.

Έτσι, σε συνθήκες όλο και μεγαλύτερης κοινωνικής έντασης, διάκονοι και αρχιερείς του αναθεωρητισμού έπιασαν κι εδώ δουλειά, και με υπερωρίες. Τελευταίο κρούσμα, μια συνέντευξη του Πάσχου Μανδραβέλη σε νέο αστέρα του Σκάι, η πολλοστή σχετική τοποθέτησή του: Βία είναι μόνο μία, αυτή που σου τσακίζει το κεφάλι.

Τότε την άλλη, αυτήν που τσακίζει και ψυχή και κεφάλι, πώς θα την πούμε;


Κουτσαβακισμός; Τραμπουκισμός;

Σαν πώς θα την πούμε τελικά αυτήν που ξεροκέφαλοι μελετητές και επιστήμονες τη λένε «λεκτική βία»; Εισαγγελικοί και χωροφυλακίστικοι λόγοι, διανθισμένοι με ειρωνειούλες και αγοραίες εκφράσεις («ντιντήδες», «μπούρδες»), υποκατάσταση πολιτικών κατηγοριών με απαξιωτικές ηθικολογικές έννοιες («ψυχανώμαλοι») ή σκέτα μάγκικες εξυπνάδες (οι «ουγκ», η «παλαβή αριστερά» κ.ά.), πώς να χαρακτηρίζονται άραγε στη νέα εποχή;

Αν όλα αυτά ξεφεύγουν από τα όρια του δημοσιογραφικού, πολιτικού και άλλου λόγου, και εμπρόθετα έως επιδεικτικά καθοδηγούνται από το θυμικό, πώς θα τα πούμε; Μάλλον τι είναι επιτέλους αυτά; Κουτσαβακισμός; Τραμπουκισμός; Ή τι άλλο, με τέτοιες πλέον λέξεις (που, εγώ τουλάχιστον το ξέρω, εκλύουν ακριβώς λεκτική βία), γιατί λέξεις όπως «αμετροέπεια» είναι πια λέξεις για «ντιντήδες», όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργικός σύμβουλος Φαήλος Κρανιδιώτης.

Που σε πρόσφατη πραγματεία περί βίας αποφαίνεται: «η μόνη αποδεκτή βία είναι αυτή που υποχρεώνεται να ασκήσει το κράτος [...], εφαρμόζοντας τους νόμους και το Σύνταγμα απέναντι σε εσωτερικές ή εξωτερικές απειλές». Στον πολίτη μένει η προσφυγή στη δικαιοσύνη, το δικαίωμα του συναθροίζεσθαι, η ελεύθερη έκφραση, η ψήφος κτλ.

Άχρηστα, λέω εγώ, αφού σήμερα, λέει αυτός, «δεν έχουμε έλλειμμα ελευθερίας αλλά περίσσευμα ασυδοσίας». Τουμπεκί λοιπόν ο πολίτης. Έτσι κι αλλιώς, καταλήγει ο Φ.Κ., «το μονοπώλιο της βίας ανήκει μόνο στο δημοκρατικό κράτος και θα σας αλλάξουμε τα φώτα»!

Να μας το ονομάτιζε τώρα αυτό, π.χ. ο κ. Μανδραβέλης;

buzz it!

12/1/13

"Νέο βρόμικο '89", Η επάρατη Μεταπολίτευση, Το Ελλαδιστάν και οι Ελληνώνυμοι

(Εφημερίδα των συντακτών, 12 Ιανουαρίου 2013)

«Νέο βρόμικο ’89»

Νά το πάλι, το «βρόμικο ’89», να δηλώνει κι αυτό ό,τι θέλει, μάλλον ό,τι μας βολεύει. «Βρόμικο ’89» είχε χαρακτηριστεί ως γνωστόν η περιστασιακή σύμπραξη της Αριστεράς με τη Δεξιά, όταν οδήγησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου σε ειδικό δικαστήριο για τις ρεμούλες της εποχής. Γι’ αυτό και «νέο βρόμικο ’89» χαρακτηρίστηκε πρόσφατα η υποτιθέμενη σύμπλευση Σύριζα-Καμμένου και η πιθανότητα να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Τις μέρες αυτές ξαναφορέθηκε ο όρος, όχι για ανάλογη σύμπραξη αλλά για ανάλογο υποτίθεται στόχο, το πλήγμα κατά του ΠΑΣΟΚ, με την απόδοση ευθυνών στον Βενιζέλο για το στικάκι.

Το θέμα δεν είναι οι αναλογίες των δύο εποχών και προπάντων των δύο ΠΑΣΟΚ και των αρχηγών τους, αλλά η μετατόπιση της έννοιας από τη συνεργασία Αριστεράς-Δεξιάς στον πόλεμο κατά του ΠΑΣΟΚ.

Γιατί αλλιώς θα έπρεπε να θυμόμαστε συνέχεια την πιο βρόμικη κι από βρόμικη σύμπραξη, σε κυβερνητικό μάλιστα επίπεδο, ΠΑΣΟΚ και Λάος, Σοσιαλιστών δηλαδή και Ακροδεξιάς, το παμβρόμικο δηλαδή 2011.

Και να κλείνουν έτσι στόματα θρασύτατα, και ιδίως ανιστόρητα.

Η επάρατη Μεταπολίτευση 

Για την «επάρατη επταετία» μιλούσαμε ώς τώρα. Όμως, στην εποχή του ιστορικού αναθεωρητισμού, με την ανασημασιοδότηση λέξεων, όπως η «ανομία» που λέγαμε, με το ηθικολογικό φορτίο της, η Μεταπολίτευση έγινε συνώνυμο του απόλυτου κακού, κάτι σαν 666 για τη νέα τάξη και τον νεοφιλελευθερισμό.

Ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, η μετάβαση από δικτατορία σε δημοκρατία, μετατράπηκε αυθαίρετα σε ένα αδιαφοροποίητο χρονικό συνεχές, όπου εξίσου αυθαίρετα οριζόταν κατά καιρούς κι από ’να «τέλος της μεταπολίτευσης».

Τώρα, μ’ έναν βαθύ λυτρωτικό αναστεναγμό από την αποτίναξη της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς», άρχισαν τα αναθέματα, στη γενιά του Πολυτεχνείου, και άρα στο Πολυτεχνείο, στη Μεταπολίτευση, και άρα στη δημοκρατία. Σε χρονική σύμπτωση με τον άλλο αναστεναγμό: «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται»!

Έφτασε να γίνει λέξη κλισέ η Μεταπολίτευση, κλείσιμο του ματιού στους ομοϊδεάτες.

Τελευταίο: μεταφέρει ο Τιμητής της 2ης σελίδας της Καθημερινής μια όντως προβληματική διατύπωση από έγγραφο του υπουργείου Παιδείας, και σχολιάζει: «ας μου επιτραπεί να αμφιβάλω [sic] αν η παράγραφος θα είναι κατανοητή από ορισμένους εκπαιδευτικούς, από αυτούς που παρήγαγε το πανεπιστήμιο της Μεταπολίτευσης…»

Όμως, «η απονομιμοποίηση της Μεταπολίτευσης νομιμοποιεί τη Χρυσή Αυγή», έγραψε πρόσφατα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, κατά σύμπτωση στην ίδια εφημερίδα (2.12.12).

Ώστε και βέβαια είναι θέμα ιδεολογίας.


Το Ελλαδιστάν και οι Ελληνώνυμοι

Πρώτα ήταν το περίφημο «Finis Graeciae»! Κοντά τρεις δεκαετίες τώρα, να το επαναλαμβάνει ο Χρήστος Γιανναράς από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα κι από βιβλίο σε βιβλίο, να προφητεύει έτσι κι έπειτα να πιστοποιεί το θάνατο της Ελλάδας, της γλώσσας, του έθνους, του Ελληνισμού…

Και αφού πια φίνις, η Ελλάδα μετονομάστηκε σε «Ελλαδέξ», για να δηλώνεται η ξενοδουλεία μας, εξού και πρότεινε κάποια στιγμή ο ονοματοθέτης να καθιερώσουμε επιτέλους τα αγγλικά και να γίνουμε Σιγκαπούρη.

Λίγο αργότερα το Ελλαδέξ έγινε «Ελλαδιστάν», προφανώς για να θυμίζει (ρατσιστικό;) π.χ. το Πακιστάν. Έπειτα οι Έλληνες, που πώς να είναι Έλληνες εφόσον φίνις, έγιναν «Ελληνώνυμοι», και το «θλιβερό ελλαδικό κρατίδιο» έγινε «ελληνώνυμο κρατίδιο».

Εσχάτως, η θεολογική-φιλοσοφική-ακαδημαϊκή ορολογία του κ. Γιανναρά μπολιάστηκε με αγοραία ψυχιατρική. Η «ψυχανωμαλία» και οι «ψυχανώμαλοι» ήρθαν να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν, ισοπεδωτικά βεβαίως, κοινωνικές και πολιτικοϊδεολογικές κατηγορίες: Ψυχανώμαλοι αυτοί που οδηγούν επικίνδυνα, ψυχανώμαλοι όσοι καταστρέφουν δημόσια κτίρια, ψυχανώμαλα τα Ελληνόπουλα (μπα! δεν είναι Ελληνωνυμόπουλα αυτά;) που μουτζουρώνουν τους φρεσκοβαμμένους τοίχους στο «ελλαδικό σχολειό», σ’ αυτήν τη χώρα που οδηγήθηκε στη «γελοιοποίηση της πολιτικής από την ψυχανωμαλία των [δύο] άκρων».

Θεολογία, φιλοσοφία, τίποτα δεν συνέδραμε τον ακαδημαϊκό δάσκαλο.

buzz it!

4/1/13

Ευφυΐα και κουτοπονηριά των λέξεων, Οι κουκουλοφόροι Ζαπατίστας

(Εφημερίδα των συντακτών, 4 Ιανουαρίου 2013)

Ευφυΐα και κουτοπονηριά  των λέξεων

Λέξεις με καπέλο, υπερτιμημένες δηλαδή, λέξεις με φιόγκο άλλες, αφού μόνο εκζήτηση μαρτυρούν, ή πάλι λέξεις που αλλάζουν συχνά σημασία κι αφήνουν πίσω τους τα λεξικά.

Νά, η παθογένεια, κλάδος της γενικής παθολογίας ο οποίος μελετά το μηχανισμό πρόκλησης ασθενειών, έγινε συνώνυμο της λ. παθολογία ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο ίδιος ο μηχανισμός πρόκλησης ασθενειών. Έτσι, η «παθογένεια του δικομματισμού» ή η «παθογένεια της πολιτικής μας ζωής» προφανώς είναι αυτό που λέγαμε κάποτε «παθολογία», φορτισμένη με την έννοια του μηχανισμού που δημιουργεί νοσηρές καταστάσεις. Κέρδος εντέλει, έστω κι αν τείνει να γίνει λέξη πασπαρτού κι αυτή.

Το ίδιο η εκφραστικότατη λ. ενοχικός («ενοχικό άτομο»), που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον όρο της νομικής («ενοχικό δίκαιο»), τον μόνο που δέχονται ωστόσο τα λεξικά και οι φύλακές τους. Άλλο, το διακύβευμα, πολύτιμη μετάφραση του γαλλικού enjeu (κοπιράιτ Άγγελου Ελεφάντη, αν δεν γελιέμαι), πολυχλευασμένο κι ωστόσο απολύτως νόμιμη, και γόνιμη, παραγωγή από το υπέροχο ρήμα διακυβεύω.

Από την άλλη μπάντα, λέξεις με καπέλο, που γνωρίζουν δόξες τελευταία. Δείγμα, δύο από τις πιο ενοχλητικές στις συνδηλώσεις τους, το αφήγημα και η ανομία.

Το αφήγημα, η γνωστή μας λέξη για τη γραπτή εξιστόρηση π.χ., με φιόγκο σήμερα, μεγαλοπιάνεται στην πιο πολιτικάντικη αγορά: «Ζητείται νέο αφήγημα για την Ελλάδα» διάβαζα τις προάλλες στο Βήμα, βασικό προαγωγό αν όχι γεννήτορα της λέξης, λίγο πιο πριν ήταν «Το νέο αφήγημα του Γιώργου» και ξανά σάλπισμα «Για ένα νέο εθνικό αφήγημα» και πλήθος άλλα. Ώστε μεγαλοστομίας σημαντική η λέξη, μια τάχα μοντερνιά, να ντύσει την πιο παλιά πολιτική, που τρόμαξε άλλες παλιές λέξεις, όπως «όραμα» και «Μεγάλη Ελλάδα».

Και η ανομία, τώρα π.χ. που η Βίλα Αμαλία αναγορεύτηκε κέντρο, άντρο, χώρος ανομίας. Κι αυτή γνωστή μας λέξη, σε έκρηξη τα τελευταία χρόνια, ιδίως από τον Δεκέμβρη του 2008, ίσως όχι τυχαία, αφού οι άγγελοι πρωτοστάτες κατήγοροι της «ανομίας» προέρχονταν πολλοί από τον περιλάλητο χώρο της νεορθοδοξίας. Έτσι, ανομία αντί για παρανομία, με έντονη οσμή ηθικολογίας. Γιατί η παρανομία μετρά την τήρηση του νόμου ενώ η ανομία μιλάει κυρίως για ηθική: «Παράνομη και ανήθικη πράξη· αμάρτημα, κρίμα» είναι ο πιο ευσύνοπτος ορισμός, στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.

Ηθικολογία λοιπόν αντί για πολιτική, αφού η ηθικολογία υπηρετεί άλλη, γνωστή ιδεολογία. Κι ας λένε οι λέξεις. Ή μάλλον: το λένε οι λέξεις. Ν’ ακούς μόνο χρειάζεται.


Οι κουκουλοφόροι Ζαπατίστας

21 Δεκεμβρίου του 2012, ημέρα που αναμενόταν η κατά Μάγια συντέλεια του κόσμου, κάπου 40.000 άλλοι Μάγια, κουκουλοφόροι Ζαπατίστας, με σιωπηλή πορεία σε σχηματισμό, κάτω απ’ τη βροχή και τις επευφημίες των πολιτών, γέμισαν τις πλατείες των πόλεων της Τσιάπας του Μεξικού. Έμειναν τρεις ώρες, πάντα σιωπηλοί, και σιωπηλοί γύρισαν στις κοινότητές τους. Ήταν οι ίδιες πλατείες στις ίδιες πόλεις που είχαν καταλάβει την Πρωτοχρονιά του 1994, κατά την ένοπλη εξέγερσή τους.

«Τ’ ακούσατε; Αυτός είναι ο ήχος του κόσμου σας που καταρρέει. Είναι ο ήχος της αναγέννησής μας. Εκείνη την ημέρα ήταν νύχτα. Και νύχτα θα είναι όταν θα έρθει εκείνη η άλλη μέρα. Δημοκρατία! Ελευθερία! Δικαιοσύνη!» Αυτό ήταν το μήνυμα που διοχέτευσαν στο Διαδίκτυο, ουσιαστικά το μόνο που κάλυψε την ενέργεια αυτή, όταν οι εφημερίδες μας και τα κανάλια μας είχαν παραδοθεί στην ανεκδοτολογία για το τέλος του κόσμου.

Ή μήπως θέλησαν να προφυλάξουν την ψυχική μας υγεία από τον τρόμο της κουκούλας, που, άπαπα, ποτέ κανείς στην ιστορία δεν φόρεσε, μόνο οι μπαχαλάκηδες και τα παιδιά των βορείων προαστίων –είπαν οι διανοούμενοι των βορείων ακριβώς προαστίων.

buzz it!

29/12/12

Το τυφέκιο και η βενζίνα - Εμ το ξέρει η ανθρωπότης πως ο Θεός είναι Πλακιώτης - Γαργαλιστική τσιπρολογία

(Εφημερίδα των συντακτών, 29 Δεκεμβρίου 2012)

Το τυφέκιο και η βενζίνα

 «Τ’ αγόρια μου τουφέκια κρατούν…» στο Άξιον εστί του Ελύτη, «Με το τουφέκι μου στον ώμο…» αρχίζει ο ύμνος του ΕΛΑΣ, όλο (ν)τουφέκια ξέραμε ώς τώρα. Και ιδού, με το μακελειό του Κονέκτικατ και τα περί οπλοκατοχής, το τουφέκι έγινε τυφέκιο! Το διάβασα και το ξαναδιάβασα, δεν θα ’ναι άσχετο, είπα, με τη γνωστή τάση ευπρεπισμού. Αυτήν που κάνει «αύλειο χώρο» την αυλή ή το προαύλιο, και «φίλιο» το φιλικό, που εξαφανίζει ακόμα και λέξεις, όπως το «παίρνω», που μόνο σαν «λαμβάνω» κυκλοφορεί.

Πολλά τα παραδείγματα, ένα για σήμερα, στα όρια του φαιδρού καμιά φορά: Γουρούνι σφάζαν στα χωριά μας τέτοιες μέρες, και γουρουνάκια είχαμε, όχι μόνο τα τρία του γνωστού παραμυθιού, ενώ παράλληλα είχαμε τον χοιροβοσκό και τη χοιροτροφία. Και τρώγαμε χοιρινές μπριζόλες, γενικά χοιρινό, από τη μια, γουρουνόπουλο στη σούβλα, απ’ την άλλη. Η σοφία της γλώσσας καθόριζε, όπως πάντα, την εκάστοτε χρήση. Τώρα η υπέρτερη σοφία η δική μας βάζει σε ντοκιμαντέρ από τα ορεινά της Λατινικής Αμερικής χωρικούς να «ταΐζουν τους χοίρους τους» και δίνει συνταγές για «χοιρίδιο στο φούρνο».

Εδώ, θα μου πείτε, την «μπενζίνα» που έλεγε ο Ελύτης, τη βάρκα, την έκαναν «βενζίνα»!


Εμ, το ξέρει η ανθρωπότης
πως ο Θεός είναι Πλακιώτης

Επεφάνη νέος αστήρ, λαμπρότερος από των Χριστουγέννων, κι από του Λιακόπουλου ακόμα… Στο κανάλι του Καρατζαφέρη, συγγραφέας φιλοβασιλικών και αντισημιτικών βιβλίων, πρόεδρος παλιά του ΙΚΥ και αθλητικός πολυπαράγων (που έχει ανακηρυχτεί «κορυφαίος φίλαθλος της χώρας», όπως γράφει ο ίδιος στην ιστοσελίδα του), ανακοινώνει τα πορίσματα των ερευνών του.

Ε, λοιπόν, μπορεί κάποιοι να αμφισβητούν την παλιά καντάδα, πως ο Θεός είναι Πλακιώτης, όμως ο Χριστός ήταν Έλληνας! Από τη μάνα του, τη Μαρία, Ελληνίδα, λέει, και μάλιστα κι από τους δύο της γονείς. «Απόδειξη, ότι ο Χριστός μιλούσε ελληνικά, παρόλο που δεν είχε πάει σχολείο.» Και διάλεξε Έλληνες για μαθητές! Τους έντεκα, βεβαίως –σιγά μην ήταν Έλλην ο Ιούδας.

Μάθαμε ακόμα ότι τα πορίσματα αυτά τα είχε ανακοινώσει και στον Χριστόδουλο (ο οποίος, πάλι κατά τις έρευνες του ιδίου, δολοφονήθηκε!), και ο Χριστόδουλος σηκώθηκε, τον φίλησε και αναλύθηκε σε δάκρυα.

Αναλυθώμεν και ημείς, ω αδερφοί. Ώστε δεν μιλούσαμε τζάμπα ως τώρα για Θεό της Ελλάδας. Το αίμα μιλούσε.


Γαργαλιστική τσιπρολογία

Ώς τώρα τα πρωτεία τα κατείχε ο Σημίτης. Ο «κοντός με τις ελιές», «η μαϊμού», κατά τον Λαζόπουλο π.χ., ή ο ξενέρωτος με τα σαρδάμ που τα βάφτισαν κακά ελληνικά, ποιοι, οι μάστερ των σαρδάμ, όπως ο Θέμος. Τα πρωτεία στην απολιτική κριτική, εννοώ.

Τώρα, μάλλον από την εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή, πρώτος και με διαφορά, ο Τσίπρας. Από τον «ξύλινο λόγο του Τσίπρα», από όσους σιτίζονται αποκλειστικά από τον χλωρό των άλλων πολιτικών αρχηγών, έως τώρα τον «μιμητή του Αντρέα», και μάλιστα από αυτούς που ταυτίστηκαν μια ζωή ακριβώς με τον Αντρέα. Έστω όμως αυτά στα όρια της κριτικής.

Ισχύει άραγε το ίδιο με τα Συριζοτσιπρίξ και Τσυριζοτσιπρίξ, σαν μοναδική ονομασία σε στήλη σοβαρής πρωινής εφημερίδας, ή «το αριστερό αγόρι Αλέξης», επίσης μοναδική ονομασία σε στήλη σοβαρής απογευματινής εφημερίδας; Εμπλουτισμένα μάλιστα από «τη γειτόνισσα το Αλεκοτσιπρώ», στην πρώτη στήλη, που έως κάλαντα σκάρωσε κατ’ αυτάς, «κάλαντα Τσιπρουγέννων», όπου αγγέλλεται η γέννηση του Μαυρογιαλούρου Τσίπρα, για τον οποίο «χαίρεται η πλέμπα όλη»;

Γαργαλιστική τσιπρολογία, στα όρια πάντως της λεκτικής βίας.

buzz it!

21/12/12

Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι; Σύντομα ανέκδοτα, Μεταφραστική δόξα

(Εφημερίδα των συντακτών, 21 Δεκεμβρίου 2012)

Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Γεννιέται ο άνθρωπος ή γίνεται; Πάντως, ούτε αγγελούδι του πλάστη και Θεού του γεννιέται, κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, ούτε και εγκληματίας –κατ’ εικόνα άραγε, σ’ αυτή την περίπτωση, ποιου Θεού του; κι ας μένει ο Άγιος Πειραιώς με τις θεωρίες του Λομπρόζο ακόμα.

Και πώς γεννιέται ο άνθρωπος; Τρισχαριτωμένο μωρό, λίγο έπειτα μικρό παιδάκι, ανείπωτα τρυφερό και αθώο, και μαζί άπληστο, τυραννικά εγωκεντρικό, και μοχθηρό έως δολοφονικό.

Και πώς γίνεται ο άνθρωπος; τι κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο; Η κοινωνικοποίησή του καταρχήν, στα πρώτα μάλιστα στάδια της ζωής του καταναγκαστική. Θα μάθει (θα του μάθουν!) ότι δεν είναι δικό του και του αλλουνού παιδιού το παιχνίδι, ότι δεν κάνει να βασανίζει ή και να σκοτώνει τα μικρά ζωάκια, πολύ περισσότερο τα άλλα παιδάκια!

Η κοινωνικοποίησή μας λοιπόν και η παιδεία μάς αποτρέπουν από αυτό που και μεγάλοι πια νιώθουμε συχνά τον πειρασμό να κάνουμε, απέναντι όχι μόνο σε κάποιον που μας βλάπτει αλλά και σε κάποιον που μας ενοχλεί με την ύπαρξή του και μόνο.

Ώστε απ’ όλα είμαστε δυνάμει, και μόνο μέσα από ένα τεράστιο πλέγμα κοινωνικών συμβάσεων καταστέλλουμε όσα από αυτά τα «όλα» θα διατάρασσαν τις βασικές ισορροπίες που απαιτούνται για μια ομαλή κοινωνική ζωή.

Αυτονόητα όλα αυτά; Ας ξανασκεφτούμε τότε, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, κάποια από τα βασανιστικά ερωτήματα των καιρών:

Ώστε οι Έλληνες δεν είμαστε ρατσιστές, όπως ισχυριζόμαστε; Και μόνο τώρα κάποιοι γίναμε, όπως μένουμε κατάπληκτοι με το ποσοστό της Χρυσής Αυγής;


Σύντομα ανέκδοτα

Εμπλουτίζεται η κατηγορία των «σύντομων ανεκδότων», που ξεκίνησε, θυμάστε, με το «Αλβανός τουρίστας» –ο οποίος πάντως πέρασε στο μεταξύ από τη χώρα των ανεκδότων στη σφαίρα του πραγματικού.

Τώρα, «τον κ. Καμμένο τον θεωρώ τον μεγαλύτερο καραγκιόζη που μπήκε στην πολιτική τα δέκα τελευταία χρόνια» δήλωσε εμφατικά ο Άδωνις Γεωργιάδης!

Σαν το σχετικά πρόσφατο, που ο Ευάγγελος Βενιζέλος είπε τον Τσίπρα αλαζόνα –«σε λίγο θα τον πει και χοντρό», σχολίασε κάποιος στο ίντερνετ.

Λυτρωτικό και ιαματικό πάντοτε το γέλιο…


Μεταφραστική δόξα

Εύκολα λέμε κακό ένα βιβλίο, π.χ. από τη γλώσσα του και μόνο, ενώ δύσκολα τεκμηριώνουμε το καλό, αφού πρέπει π.χ. να το εντάξουμε σε σχολές, ρεύματα κτλ. Ανάλογα ισχύουν και για μια μετάφραση: εύκολα γράφουμε για αδέξιες μεταφράσεις, αλλά σπάνια επισημαίνουμε τις καλές.

Η ευτυχέστατη σύμπτωση δύο εξαιρετικών ξένων παραστάσεων, με υπότιτλους σε λαμπερή μετάφραση και οι δύο, με ωθεί σε μια ελάχιστη μνεία, με την άνεση μάλιστα ότι δεν γνωρίζω κανέναν μεταφραστή ούτε εξ όψεως.

Στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, λοιπόν, το Αρνήσου την ώρα του ιδιοφυούς Γουίλλιαμ Κέντριτζ, μετάφραση του Βασίλη Κιμούλη (που δεν έχει τύχει να δω καμία άλλη του δουλειά), και οι Παραθεριστές του Γκόρκι από τον φλαμανδικό θίασο tgStan, μετάφραση της Λουίζας Μητσάκου (θυμάμαι την εμπνευσμένη δουλειά της στον εξίσου εμπνευσμένο Συρανό του Καραθάνου στο Εθνικό). Δύσκολο να μεταφέρεις την αίσθησή σου, από υπότιτλους που τους παρακολουθείς στα πεταχτά, μη χάσεις το θέαμα. Δίνω ωστόσο κάτι ελάχιστο, όπως το συγκράτησα την ώρα της παράστασης, μολονότι και το ίδιο μένει ανυπεράσπιστο στον περιορισμένο χώρο αυτής της στήλης και η ίδια η στήλη μένει έκθετη σε σχολαστικισμό:

Πρώτα η μεταφραστική γενναιότητα του Κιμούλη να πάρει επάνω του την αναλυτική απόδοση μιας μεμονωμένης φράσης, τίτλου σε μια σκηνή: he that fled his fate = «εκείνος που το έβαλε στα πόδια μπροστά στη μοίρα του»! Και μια διόλου αυτονόητη όσο μοιάζει τώρα απόδοση της Μητσάκου: pourquoi s'excita-t-elle? = «γιατί αρπάζεται έτσι αυτή;» Σπαρταριστή προφορικότητα.

Αξίζει να επανέλθουμε.


* * *

ΥΓ στη «Μεταφραστική δόξα»

Με την ημιυπόσχεση «Αξίζει να επανέλθουμε» έκλεισα το κομμάτι μου στην εφημερίδα, ένα κομμάτι που μου πήρε κόπο πολύ να αποφασίσω να το βάλω, αφού μάλλον παραβιάζει τα όρια της στήλης, έτσι όπως ο ίδιος τη σκέφτηκα, καλά να πάθω, αλλά κι έτσι που μπαίνει στην εφημερίδα, «τιμητικά», δε λέω, στις μπροστινές σελίδες, ελαφρά αμήχανη ωστόσο μέσα σε αμιγώς πολιτική γειτονιά.

Απ’ την άλλη ήθελα οπωσδήποτε κάτι να γράψω για κάτι που μ’ είχε ενθουσιάσει, κι αυτό το κάτι, ε, να ’ναι στην εφημερίδα κι όχι μισοεξαφανισμένο στο ατημέλητο μπλογκ μου. Η πίεση που ένιωθα ήταν μεγάλη, μαζί μ’ ένα «πρέπει» ή «θα ’πρεπε» –ότι θα ’πρεπε δηλαδή κάτι να γράφεται και για μεταφράσεις που προορίζονται για υπότιτλους σε παράσταση, κι έτσι εκμετρούν το βίο τους σε λίγες μόνο μέρες, κι έπειτα πάει, χάνονται. Χώρια που η ευτυχέστατη σύμπτωση που αναφέρω ήταν τριπλή! Το τρίτο σκέλος ήταν η διερμηνεία στη συζήτηση με το κοινό που οργανώθηκε στη Στέγη, έπειτα από την παράσταση του Κέντριτζ: λυπάμαι που δεν αξιώθηκα τόσον καιρό να φροντίσω να μάθω το όνομα της κοπέλας που έκανε τη διερμηνεία, και μας άφησε κατάπληκτους –μέχρι χειροκρότημα έβγαλε, πρωτοφανώς νομίζω.

Για τη μετάφραση λοιπόν των υποτίτλων αυτών, αποφάσισα με τα πολλά να γράψω κάτι και να το βάλω, κι ας είναι παράταιρο, κι ας ασφυκτιά, επιπλέον, μέσα στα όρια του τηλεγραφήματος –γιατί τηλεγραφήματα χωράει η στήλη μου, με ευθύνη αποκλειστικά δική μου, επαναλαμβάνω. Και καλά είναι τα τηλεγραφήματα, καλή άσκηση προπάντων (και μετά, θα μου πείτε, ξεσπάς με υστερόγραφα σεντόνια στο μπλογκ!), όμως μερικά θέματα χρειάζονται όχι σώνει και καλά ανάπτυξη αλλά μιαν ανάσα επιτέλους παραπάνω, να μη μένει τελείως ξεκρέμαστη η κουβέντα σου, να μη μένουν «ανυπεράσπιστα» τα παραδείγματά σου, όπως έγραφα.

Γι’ αυτά τα παραδείγματα λοιπόν, κι επειδή, ακόμα κι αν επανέλθουμε στα μεταφραστικά, σίγουρα δε θα επανέλθουμε στα συγκεκριμένα παραδείγματα, δυο λόγια εδώ:

«Μεταφραστική γενναιότητα» θεωρώ ότι ο Κιμούλης, μπροστά σ’ έναν λακωνικό τίτλο που προβάλλεται σε μια οθόνη (τίτλο από άλλο, εικαστικό έργο του Κέντριτζ –βλ. εδώ φωτογραφία), προτίμησε προφανώς, σε μια παράσταση με έντονο το φιλοσοφικό στοιχείο, να αποδώσει επακριβώς το νόημα και να μεταφράσει αναλυτικά αυτό που στη γλώσσα μας εκφράζεται αναλυτικά, που απαιτεί δηλαδή, απλούστατα, περισσότερες λέξεις, κι ας είναι τόσο υπέροχα πυκνό και μουσικό στην αγγλική γλώσσα: he that fled his fate. Αφού δηλαδή απέρριψε τα προφανή: «αυτός που ξέφυγε απ’ τη μοίρα του» κτλ., επιλέγοντας μια δραστικότερη εικόνα, χρησιμοποίησε ό,τι του ζητούσε αυτή η εικόνα, χωρίς να γλιστρήσει σε λογοτεχνισμούς, μόνο και μόνο για να μείνει στον ίδιο αριθμό λέξεων, εκεί που πολύ φοβούμαι πως άλλοι, σαν να τους ακούω κιόλας, θα μεγαλουργούσαν με διάφορα όπως: «Ο που ’φυγε τη μοίρα του», «Ο φεύγοντας τη μοίρα του…» και άλλα, που δε μας λείψαν δυστυχώς ποτέ.

Στην περίπτωση της Μητσάκου τα πράγματα μοιάζουν απλά: «μα πόσο ευρηματικό πια είναι να πεις “αρπάζομαι” το sexciter;» θα πει κανείς. Κι όμως, δεν είναι διόλου από τα πρώτα που θα σκεφτόταν κανείς για το τόσο απλό μα και ζόρικο μαζί γαλλικό ρήμα. Το κυριότερο όμως δεν είναι να πας από το sexciter στο «αρπάζομαι». Το κυριότερο, αυτό που δείχνει δηλαδή έμπνευση και μαστοριά, είναι εδώ η αλλαγή του χρόνου, από τον αόριστο του γαλλικού στον ενεστώτα του ελληνικού. Κι ακόμα, ακόμα πιο πολύ, οι δύο λεξούλες στο τέλος, το «έτσι αυτή»! Δηλαδή, έστω ότι είναι απλό να φτάσεις από το pourquoi s'excita-t-elle? στο «γιατί αρπάζεται;», και έχουμε μια εύστοχη και ωραιότατη απόδοση. Όμως, το «γιατί αρπάζεται έτσι αυτή;», μ’ ένα φαινομενικά απλούστατο βηματάκι παραπέρα, είναι αυτό που χαρακτήρισα «σπαρταριστή προφορικότητα». Μικρά βηματάκια, και νά τα μικρά θαύματα της μετάφρασης.

buzz it!

19/12/12

Συνταγματικότητα και «έκτακτη ανάγκη»

(περ. Unfollow 12, Δεκέμβριος 2012)

Με αφορμή την επίθεση στον Γερμανό πρόξενο, έπιασαν πάλι δουλειά οι κήρυκες της μη βίας. Που, διόλου περίεργο πια, ποτέ δεν έχουν αφορμή κάποια εκδήλωση βίας, όχι αστυνομικής-κρατικής, όταν ακόμα και αστυνομικοί αξιωματούχοι την ομολογούν, αλλά ούτε καν της καθημερινής πλέον νεοναζιστικής. Ειδικότερα, δεν θα δείτε ποτέ επιφυλλίδα γραμμένη με αφορμή κάποια επίθεση νεοναζιστών, ενώ θα δείτε σωστή αλυσίδα επιφυλλίδων έπειτα από κάθε εκδήλωση βίας ή «βίας» από την «άλλη πλευρά».

Εξώφθαλμα όλα αυτά, και πολυσχολιασμένα. Μόνο να θυμόμαστε και να τονίζουμε κάθε φορά τα λιγότερο προφανή:

Ότι, θεωρητικά, ουδετερότητα στην πολιτική δεν υπάρχει. Η ουδετερότητα, ιδίως σε καιρό κρίσης, σε ακραίες πάντως καταστάσεις, γέρνει αυτομάτως τη ζυγαριά προς τη μεριά του ισχυρού. Ακόμα χειρότερα, στην πράξη, αναιρείται κάθε έννοια ουδετερότητας. Η «επιλεκτική» αναφορά, η ίδια δηλαδή η επιλογή, επαληθεύει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο το απλούστατο δόγμα της μη ουδετερότητας.

Εννοώ ότι, πολύ πριν από την περιβόητη και πολυσυζητημένη θεωρία των δύο άκρων, η «αντικειμενική» τήρηση ίσων αποστάσεων έχει ήδη καταθέσει την άποψή της, έχει ρίξει την ψήφο της, κάποτε μάλιστα δαγκωτή.

Πάμε τώρα. Ξανά και ξανά. Με αφορμή την οδηγία των Αμερικανών προς τους «έγχρωμους» πολίτες τους να αποφεύγουν την Ελλάδα και με νωπό τον προπηλακισμό του Γερμανού προξένου και τις όποιες βιαιοπραγίες εναντίον του, σχολιάζεται χιουμοριστικά ότι οι ίδιοι, οι Αμερικανοί, έδερναν τους μαύρους. Ενώ «εμείς όλους τους δέρνουμε, ανεξαρτήτως φυλής και χρώματος, αρκεί να είναι ξένοι, με καταμερισμό εργασίας μάλιστα: οι αριστεροί δέρνουν τους εκπροσώπους της καυκασίας φυλής, οι δεξιοί της αφρικανικής». Η οικονομία τάχα του λόγου έκανε λοιπόν τα τάχα δύο σκέλη «αριστερούς» και «δεξιούς»!

Κι όμως, ακόμα κι αν θα μπορούσε να αναληφθεί από την αριστερά το κόστος του προπηλακισμού του προξένου, εν προκειμένω, θα ήταν εντέλει άδικο για τη δεξιά να αναλάβει, να χρεωθεί, τους ναζιστές της Χρυσαυγής. Το κυριότερο, θα ήταν, μάλλον είναι, ουσιαστικά αθωωτικό για τους ναζιστές και την εγκληματική δραστηριότητά τους να χαρακτηριστούν, έτσι απλά και ισοπεδωτικά, «δεξιοί».

Ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο δείγμα στην πλουσιότατη πια γραμματεία τέτοιου ανιδεολόγητου λόγου. Το αποδελτιώνω όχι απλώς γιατί πρέπει να επανερχόμαστε συνέχεια αλλά γιατί προέρχεται από όντως σοβαρό σχολιαστή.

Τον ίδιο που δικαίωνε με θαυμαστή νηφαλιότητα, στα όρια του κυνισμού, την αποδεδειγμένη αντισυνταγματικότητα διαφόρων μέτρων, εν ονόματι της «έκτακτης ανάγκης» στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Όμως, καμία έκτακτη ανάγκη δεν αναγνωρίζεται στον πολίτη που έχει οδηγηθεί σε οικονομική εξαθλίωση.

Πάντως, καλύτερα τα ’πε ο Δένδιας: «Δεν πρόκειται να οδηγηθούμε σε μια συνταγματοποίηση της πολιτικής ζωής».

Σύνταγμα; Το πιο σύντομο ανέκδοτο.

buzz it!