14/11/08

αν και όχι Τρίτη, πάντως 13, και με δυσοίωνη πανσέληνο

Ακούσατε, ακούσατε, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Πολωνοί, αγάδες, πασάδες, δερβισάδες, Ρώσοι, Μπόερς κι Οθωμανοί...



Πέμπτη και 13, με την πιο δυσοίωνη, όπως είπαν, πανσέληνο

κυκλοφορήθηκε (όχι παίζουμε!) ο β΄ τόμος των γλωσσικών
[ενώ κατ' αυτάς κυκλοφορήθηκε ο α΄ τόμος σε 3η έκδοση]

κατόπιν ωρίμου σκέψεως και σοφού σχεδιασμού, για να μην κάνει κι ο β΄ τόμος 5 χρόνια να φτάσει σε 3η έκδοση, αποφασίστηκε να αγοράζει κάθε ευρετηριασμένος αριθμό αντιτύπων όσα και οι παραπομπές στην αφεντία του. Έτσι, η α΄ έκδοση θα εξαντληθεί πάραυτα με τα αντίτυπα που θα αγοράσει ο κ. Μπαμπινιώτης. Σπεύσατε οι υπόλοιποι να καλυφθεί το πλάνο.

Ισχύουν ειδικές τιμές για λαθρομετανάστες, φαντάρους και αεροπόρους, ειδικότερες για νάπτες και σώματα ασφαλείας

Μοναδικές προσφορές και δωροεκπλήξεις κάθε Τρίτη και 13, Παρασκευή και 13, και κάθε 29 Μαΐου 1453

Στα 2 αντίτυπα, δώρο σταμπωτό μπλουζάκι "Obama, we don't chew" (διατίθεται σε πολλά χρώματα, υπάρχει και στα ελληνικά: "Ομπάμα, δε μασάμε!")
Στα 3, δώρο τα άπαντα του Δημοσθένη Λιακόπουλου με χειρόγραφη αφιέρωση
Στα 4, τα άπαντα της κ. Τζιροπούλου-Ευσταθίου με φωτογραφία της
Στα 5, οι εκδόσεις της Ελληνικής Αγωγής με φωτογραφία του εκδότου
Στα 6, οι εκδόσεις της Ελληνικής Αγωγής και πολυτελής κασετίνα με τα σιντί της κας Αδώνιδος Γεωργιάδου (φωτογραφίες, υπογεγραμμένες, και των δύο, χώρια και μαζί, όπως στην εκπομπή του Χαρδαβέλα)
Στα 7, ο Άδωνις Γεωργιάδης αυτοπροσώπως, με σιντάκι με τη φωνή του, με όλες τις παρεμβάσεις του στη Βουλή των Ελλήνων
Στα 8, ο Άδωνις Γεωργιάδης ως ανωτέρω, συν δεύτερο σιντάκι, όπου τραγουδάει α καπέλα τον "Άι-Νικόλα" (βλ. Ελληνοφρένεια), συν ο αδερφός του Λεωνίδας
Στα 9, η αυτόγραφη ευχετήρια κάρτα Μπαμπινιώτη!
Στα 10, αυτόγραφη ευχετήρια κάρτα Μπαμπινιώτη, με ευχές για το 2009!
Από 10 και πάνω, τα δώρα όλα εις διπλούν, ήτοι: 2 μπλουζάκια Ομπάμα να έχετε να συναλλάζετε, 2 σειρές απάντων, να δώκετε και σε φίλο σας, κ.ο.κ.

ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΕ ΑΠΟ ΠΑΚΙΣΤΑΝΟΥΣ. ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ ΚΑΚΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ, ΜΕΪΝΤ ΙΝ ΤΣΑΪΝΑ, ΣΚΑΝΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ ΜΟΛΙΣ ΤΑ ΞΕΦΥΛΛΙΣΕΤΕ, ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΚΙ ΑΠΟ ΑΤΜΟΣΙΔΕΡΑ! ΑΝ ΔΕ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΣΕ ΛΗΜΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΣΤΑΘΗΣ, ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΒΡΟΜΑΝΕ ΚΑΙ ΣΑΣ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΦΑΓΟΥΡΟΣΚΟΝΗ.

ΠΡΟΣΟΧΗ, Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΉ

buzz it!

4/11/08

γκραν γκινιόλ



εδώ και λίγους μήνες ο Δήμος Πανοράματος Θεσσαλονίκης έδωσε σ' έναν απόμερο δρόμο του το όνομα του Τάσου Χριστίδη

για δεύτερη φορά μέσα στους λίγους αυτούς μήνες η ταμπέλα με το όνομα του Τάσου Χριστίδη βρέθηκε καλυμμένη ολόκληρη με μαύρη μπογιά --και έτσι παραμένει πολύν καιρό τώρα

[να μπορούσε άραγε να βοηθήσει ο πατέρας του έθνους, ο βουλευτής του ΛΑΟΣ Κυριάκος Βελόπουλος, που έχει και γλωσσικές απόψεις και τυχαίνει να μένει στον ίδιο αυτό δρόμο!]

buzz it!

1/11/08

Μεταφραστής ή συγγραφέας; (α΄)

Τα Νέα, 1 Νοεμβρίου 2008

Σίγουρα ο μεταφραστής βάζει τη σφραγίδα του σε μια μετάφραση. Αλλά θα ’ναι σφραγίδα; ή μπούρκα που θα κρύβει εντέλει τον ξένο συγγραφέα; ή μήπως φουστανέλα που θα τον γελοιοποιεί;


Ακόμα και με τις ομολογημένες αυθαιρεσίες της, η μετάφραση του σαιξπηρικού Μάκβεθ είναι εν πάση περιπτώσει Χειμωνάς: κέρδος έτσι κι αλλιώς (φωτογραφία από τον Μάκβεθ του Λιθουανού σκηνοθέτη Εϊμούντας Νεκρόσιους, Ηρώδειο 2002)

το πλήρες κείμενο:

«Μεταφραστής ή συγγραφέας;» Μοιάζει άνευ αντικειμένου η ερώτηση αυτή, που δηλαδή τι ρωτάει: αν είναι άλλο ο συγγραφέας κι άλλο ο μεταφραστής; Ή μήπως θέλει να υποβάλει πως ο ένας, εννοείται ο μεταφραστής, δεν «πρέπει» να υποκαταστήσει τον άλλον, τον συγγραφέα; Προφανή, μάλλον αυτονόητα, και τότε κοινότοπα πράγματα. Ή μήπως όχι;

Με τέτοιες σκέψεις ανταποκρίθηκα στην τιμητική πρόσκληση της κ. Οντέτ Βαρών-Βασάρ, διευθύντριας του περιοδικού Μετάφραση, που διοργάνωσε μαζί με το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου μια ημερίδα μετάφρασης, την πρώτη για το Κέντρο, το οποίο και μας φιλοξένησε παραπάνω από γενναιόδωρα. Έτσι, βρεθήκαμε στη Ρόδο στις 11/10, σε μια βραδιά που άνοιξε με την ανάγνωση του Γ της Ιλιάδας σε ανέκδοτη μετάφραση από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, ο οποίος, μετά την Οδύσσεια, ζευγαρώνει τον μεταφραστικό του άθλο με την Ιλιάδα. Ακολούθησαν εισηγήσεις, του Δ. Ν. Μαρωνίτη, της Οντέτ Βαρών-Βασάρ, του Μίλτου Φραγκόπουλου, της Γεωργίας Ζακοπούλου και του υπογραφομένου.

Θέμα μου, η καταστατική υποχρέωση, η προγραμματική συνθήκη του μεταφραστή να υποχωρεί, να εξαφανίζεται πίσω από το ξένο κείμενο. Και τώρα ο απολύτως στοιχειώδης τίτλος μου: «Μεταφραστής ή συγγραφέας;» υπαινίσσεται ότι αυτό το αυτονόητο δεν είναι και τόσο αυτονόητο. Άρα επιμένει ότι, στην πράξη της μετάφρασης, ή μεταφραστής θα ’ναι κανείς ή συγγραφέας. Πως δεν καβαλάει δηλαδή ο μεταφραστής το ξένο κείμενο· το κουβαλάει!

Πρέπει έτσι να οριστεί, έμμεσα έστω, η μεταφραστική ηθική, αυτή που πρέπει να καθορίζει τη στάση μας απέναντι στο ξένο κείμενο, την απόσταση που πρέπει να κρατήσουμε από αυτό την ίδια στιγμή που καλούμαστε να το προσεταιριστούμε.

Είναι δηλαδή ο εκ των ων ουκ άνευ όρος για τη μετάφραση, που ωστόσο πολύ συχνά παραμερίζεται, καταστρατηγείται. Γιατί πολύ συχνά υπάρχει σύγχυση ρόλων, ή φιλοδοξιών, καθώς στο χώρο της γραφής κινούνται και οι δύο, συγγραφέας και μεταφραστής, χώρια ότι συχνά ένας συγγραφέας είναι και μεταφραστής. Έχουμε έτσι, στην πράξη, δύο συγγενείς τομείς, μετάφραση και συγγραφή, αλλά με συστατικές οπωσδήποτε διαφορές.

Το κρίσιμο τώρα σημείο είναι να συνειδητοποιήσει ο μεταφραστής τον διακριτό αλλά -–με άλλον έστω τρόπο–- σημαντικό, σημαντικότατο ρόλο του, να μη νιώθει, ας πούμε, φτωχός συγγενής σε μια γωνιά στη σάλα των γραμμάτων, διαφορετικά δεν θα αποφύγει ίσως να λειτουργήσει σαν συγγραφέας manqué, ένας συγγραφέας-που-δεν-μπόρεσε-να-γίνει-συγγραφέας. Με τον προφανή πλέον κίνδυνο να ανταγωνίζεται -–όχι συναγωνίζεται: ανταγωνίζεται–- τον ξένο συγγραφέα…

Γιατί, τι στο καλό. Αποτελεί πλέον κοινή πεποίθηση πως ο μεταφραστής είναι δημιουργός. Όμως, την ώρα της μετάφρασης, στην πράξη της μετάφρασης, δεν είναι συγγραφέας, δεν είναι αυτός ο συγγραφέας. Δημιουργός, αλλά όχι, έστω όχι ακριβώς συγγραφέας. Τώρα είναι ο εισηγητής του ξένου συγγραφέα, ο ξενιστής, ο οικοδεσπότης του, ο ατζέντης του στην ξένη χώρα, ο φίλος και μαζί κηδεμόνας-προστάτης του. Ακόμα περισσότερο: ο μεταφραστής είναι το πρόσωπο του ξένου συγγραφέα στη χώρα υποδοχής, ο εκπρόσωπός του, ο αντ’ αυτού, θα έλεγα. Και το κυριότερο: έχει εξουσία τεράστια πάνω στον ξένο συγγραφέα, αφού μπορεί εξίσου καλά να τον αναδείξει αλλά και να τον καταστρέψει, εξουσία που όρια έχει μόνο την ηθική λοιπόν του μεταφραστή, άντε τη μεταφραστική ηθική.

Μπορεί έτσι να οριστεί το πρόβλημα, αν όντως υπάρχει. Κι αυτό δεν είναι τόσο η υποκατάσταση του ξένου συγγραφέα (κάτι όχι πολύ μακριά από τον καθαυτό ρόλο του μεταφραστή, όπως τον περιέγραψα ο ίδιος στο κάτω κάτω) όσο η απαλλοτρίωση του ξένου συγγραφέα, δηλαδή του έργου του. Αναφέρομαι στην περίπτωση που ο μεταφραστής καβαλάει το ξένο κείμενο, του επιβάλλει τη δική του περπατησιά, το ύφος εν προκειμένω.

Αλλά τότε τι κάνει ο μεταφραστής, αν δεν «βάλει τον εαυτό του», όπως λέμε, αν δεν εμφυσήσει στο ξένο έργο τη δική του πνοή; Αφού η μετάφραση σίγουρα δεν γίνεται με μάσκα στο πρόσωπο, με γάντια και με αποστειρωμένα χειρουργικά εργαλεία. Ή αλλιώς, πώς να μη βάλει ο μεταφραστής τη δική του σφραγίδα;

Αλλά τι λογής θα ’ναι αυτή η σφραγίδα; Και πάλι: θα ’ναι σφραγίδα; ή μπούρκα που θα κρύβει εντέλει τον ξένο συγγραφέα; ή μήπως φουστανέλα που θα τον γελοιοποιεί;

Δεν έχουν εύκολη και μονολεκτική ή μονοσήμαντη απάντηση τα ερωτήματα αυτά. Που ανακυκλώνονται, ευλόγως πεισματικά, ξεροκέφαλα: Πώς θα ’ναι δηλαδή καλή μια μετάφραση, χωρίς την προσωπικότητα του μεταφραστή, χωρίς να μοιάζει ότι βγήκε από αυτόματο μεταφραστή;

Ποια είναι τέλος πάντων η καλή μετάφραση; Θα έλεγα καταρχήν πως είναι η μετάφραση που δεν φαίνεται, που δεν χτυπάει στο μάτι. Μοιάζει απολύτως φυσική, αυτονόητη. Εδώ αναφέρομαι σε κάτι που μου έμαθε ο Εμμανουήλ Κάσδαγλης για το βιβλίο, για την επιμέλεια του βιβλίου, μάστορας αυτός του είδους, κάτι που μ’ αρέσει να το μεταφέρω στη μετάφραση: καλό είναι το βιβλίο, έλεγε, που δεν δείχνει τον κόπο που υπάρχει από πίσω, που μοιάζει σαν κάτι απολύτως φυσικό και απλό, που θα μπορούσε, που μοιάζει πως θα μπορούσε να το κάνει ο καθένας, ή πως δεν μπορεί παρά έτσι και μόνο να είχε γίνει.

Καλή λοιπόν είναι η μετάφραση που δεν κομπάζει, που δεν διαλαλεί τον μόχθο της. Αυτά ως προς το αποτέλεσμα. Ως προς τη διαδικασία, καλή θα είναι η μετάφραση που ακούει το ξένο κείμενο, που το παρακολουθεί. Και αυτό αρκεί για να μεγαλουργήσει ο μεταφραστής. Γιατί, άμα ακούς το ξένο κείμενο, αυτό θα σε οδηγήσει από μόνο του.

Πιο συγκεκριμένα τώρα. Ξεκινάς να μεταφράσεις. Γνωρίζεις, εννοείται, την ξένη γλώσσα, γνωρίζεις ή μαθαίνεις τον συγγραφέα, το έργο του εννοώ, μακάρι και τον ίδιο, αλλά δεν φτάνουν αυτά, είναι λιγότερο κι απ’ τα μισά. Γνωρίζεις λοιπόν προπάντων τη γλώσσα τη δική σου. Άλλο όμως -–παρένθεση εδώ–- γνωρίζω, ακόμα και τέλεια, τη γλώσσα, μακάρι και σε όλες της τις φάσεις και σε όλα τα επίπεδα, κι άλλο έχω αίσθηση της γλώσσας, γλωσσικό αίσθημα, αισθητήριο ή όπως αλλιώς το πούμε, που σημαίνει: τι, πού, πότε και πώς χρησιμοποιώ, οτιδήποτε, από όλο τον πλούτο που ενδεχομένως ή και σίγουρα κατέχω.

Αλλά αυτό είναι ολόκληρο θέμα από μόνο του, όπως και το σχετικό με αυτά που συζητούμε σήμερα, πως δηλαδή η μετάφραση μετριέται στη γλώσσα σου και με τη γλώσσα σου, κι όχι απ’ το αν ξέρεις απέξω κι ανακατωτά το ξένο έργο και τον συγγραφέα. Ας το αφήσουμε όμως για την ώρα το θέμα αυτό. Ξεκινάς, λέω, με τα απαραίτητα εφόδια: ξένη γλώσσα· τη δική σου γλώσσα· εποπτεία του ξένου έργου. Και τι κάνεις; Ή τι δεν κάνεις; Τι δεν πρέπει να κάνεις;

Δεν κάνεις ίσως κάτι που μπορεί από μια άποψη να κάνει ένας μείζων λ.χ. συγγραφέας όταν μεταφράζει, νά, ένας συγγραφέας που σφράγισε με πολύ ειδικό τρόπο την ελληνική νεοτερική πεζογραφία του περασμένου αιώνα, του 20ού εννοώ:

«Δεν με ενδιαφέρει αν την Ηλέκτρα την έγραψε ο Σοφοκλής ή ο Ευριπίδης, αν τον Άμλετ ή τον Μάκβεθ τον έγραψε ο Σαίξπηρ. Αντιμετωπίζω πάντα μπροστά μου ένα ξένο κείμενο» έλεγε το 1997 ο Γιώργος Χειμωνάς, όταν παρουσίαζε την έκδοση με τον Μάκβεθ του, τη μετάφρασή του ή μάλλον τη δική του ματιά στο έργο του Σαίξπηρ (Τα Νέα 29.1.1997). Μια μετάφραση με κάποιες «αυθαιρεσίες», όπως τις χαρακτήρισε ο ίδιος, αφού «ο μεταφραστής πρέπει να στήνει ένα ομόλογο κείμενο απέναντι στο πρωτότυπο». Και για να δώσει ένα παράδειγμα, διαβάζουμε στην εφημερίδα, τόνισε την έκταση που έδωσε στο ρόλο των μαγισσών --πως δηλαδή πρόσθεσε κείμενο στο μέρος των μαγισσών.

Ανάλογα, πρόσθεσε μια φράση, έβαλε μια δική του φράση στο στόμα της λαίδης Μάκβεθ, στην περίφημη σκηνή της υπνοβασίας, «βασιζόμενος σε ιστορικά κατατεθειμένα στοιχεία που ανέσυρε για να εξηγήσει τη στάση της». Γιατί; «Γιατί δεν ανέχομαι» είπε «να κολληθεί η ετικέτα της τρέλας στη λαίδη Μάκβεθ. Αλίμονο αν τη θεωρήσουμε μια ψυχιατρική περίπτωση

Αν όχι Σαίξπηρ λοιπόν, αν όχι ακριβώς Σαίξπηρ, πάντως Χειμωνάς. Από αυτή πλέον την άποψη, μακάρι να μας είχε δώσει κι άλλες μεταφράσεις ο Χειμωνάς, με τόσες ή και περισσότερες αυθαιρεσίες, μεταφράσεις-προσωπικές αναγνώσεις, εννοείται πια. Πολύτιμες, σαν μια άλλη πτυχή της δημιουργίας ενός μεγάλου συγγραφέα.

Θα συνεχίσω.

buzz it!

23/10/08

στις επάλξεις [13], ή Κι από πούθε κατεβαίνει, η Καλλίστη η παινεμένη

Πόπο, τόσον καιρό κάνει τα πάντα για να την προσέξουμε, το τι φρουφρού κι αρώματα, περισπωμένες δηλαδή και υπογεγραμμένες και δασείες και κορωνίδες και δασυνόμενα ρο, κι ελληνικούρες κι αγραμματοσύνες, με το φρυδάκι όμως ψηλά και το δαχτυλάκι σηκωμένο (ποιον μας θυμίζει, αχ, και μας μαραίνει ο πόνος!), το τι φρουφρού κι αρώματα λοιπόν, κάτι σαν τα αρώματα που παστώνονταν παλιά οι Φράγκοι για να καλύψουνε την μπόχα από την απλυσιά, και με τα τακούνια της μαμάς, όλο νάζι και πόζες στον καθρέφτη, κι εμείς, χαμπάρι!

Πέρα από μια αναφορά σε άρθρο για την ιδεολογία του χαβαλέ και τον θεμαναστασιαδισμό,* σαν να την ξεχάσαμε την Καλλίστη ντε λα Γραμμάτικα, που έγινε πιο σεμνή στο μεταξύ, σκέτα Καλλίστη, την ορθοτομούσα τον λόγον της αρχαιογλωσσικής αληθείας από την περίλαμπρη εφημερίδα Πρώτο θέμα.

Ιδού τώρα ψήγματα της πιο πρόσφατης σοφίας της:

Η ελληνική γλώσσα, αναγνώστη, είναι όμορφη, πλούσια και ακριβής. Για να μην κουράζεσαι, λοιπόν, λέγοντας «Πότε φτάνει το πλοίο στο λιμάνι;» και «Πότε φεύγει το πλοίο από το λιμάνι;», μπορείς απλά να ρωτήσεις «Πότε ελλιμενίζεται το πλοίο;» και «Τι ώρα είναι ο απόπλους;» (5.10.08)

Και ένας από τους 5 λόγους για τους οποίους πρέπει να γράφει κανείς με πολυτονικό:

Για νοητική ενδυνάμωση. Διότι, πολύ απλά, όποιος γράφει σε πολυτονικό κάνει σε κλάσματα του δευτερολέπτου περισσότερους και πιο σύνθετους γλωσσικούς συσχετισμούς. Δεν είναι υπερβολή, είναι φυσικός νόμος. (21.9.08)

Τσέγκο, κουνήσου, σου τρώνε το ψωμί σου!


* Μ’ είχε κατατροπώσει τότε, οφείλω να ομολογήσω, γεμάτος καταισχύνη…

buzz it!

19/10/08

"Λυπάμαι, κοπήκατε!" ή Οι "πανελλαδικές" των μεταναστών

[αναπτυγμένη μορφή του κειμένου που είχε αναρτηθεί αρχικά εδώ δημοσιεύτηκε στα Νέα, 29/11/08· σ' αυτή πλέον τη μορφή αναδημοσιεύεται εδώ]

buzz it!

18/10/08

Αρχαϊστικές τάσεις; Ε και; (β΄)

συντομευμένη μορφή στα Νέα, 18 Οκτωβρίου 2008

Λέμε βεβαίως «η οδός Ερμού»· αλλά κανείς δεν μίλησε ούτε καν για το –αρχαίο!– άγαλμα του «Ερμού» του Πραξιτέλη


Αν αποφασίσουμε να μιλάμε ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα, ας μιλάμε καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα, ότι θέλουμε καθαρεύουσα –και κυρίως γιατί τη θέλουμε

το πλήρες κείμενο…

Με τύπους όπως «του πολυπραγμονήσαντος» και «εσχηκότες» και «επιλαγχάνουν», τι γλώσσα ακριβώς μιλάμε; Αλλά, ακόμα και έτσι, έχει αυτό κάποια ιδιαίτερη σημασία για τη γλώσσα την ίδια;

Κάπως έτσι τέλειωνα την προηγούμενη επιφυλλίδα, συνοψίζοντας πράγματα που τα είπαμε πολλές φορές, μα είμαστε αναγκασμένοι κάθε τόσο να τα ξαναλέμε.

Μεμονωμένα κρούσματα, θα πείτε, θέμα ύφους στο κάτω κάτω, κι όπως κι αν το χαρακτηρίσει κανείς το ύφος αυτό, υπάρχει πάντοτε μια υπογραφή, και κανέναν κανόνα ή καμία πλειονότητα δεν αντιπροσωπεύει. Μόνο που άντλησα και πάλι από συγγραφείς ή δημοσιογράφους που κανένας τους δεν αυτοχαρακτηρίζεται λ.χ. καθαρευουσιάνος, και από έγκυρα επίσης και προοδευτικά έντυπα.

Επιπλέον, η σχέση ανάμεσα σε παλαιότερες εποχές παγκυριαρχίας της καθαρεύουσας με τη σημερινή κάνει ακόμα πιο κραυγαλέες, νομίζω, τέτοιου τύπου υφολογικές ακροβασίες και κατασκευές.

Αλλά, αφού έφτασα στην αντιπαράθεση παλαιότερων εποχών με τη σημερινή, τι σημαίνει τάχα πια καθαρευουσιάνος και δημοτικιστής; Τότε να δούμε τι σήμαινε κάποτε αυτό, για τη στάση απέναντι στη γλώσσα εντέλει –κι ας τα αφήσουμε έστω τα όποια, σημαντικότατα πάντως, ιδεολογικά. Διαλέγω, όχι τυχαία ούτε αυθαίρετα, μια περίοδο που εκτείνεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 –και λίγο πιο πριν– ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’70 –και λίγο μετά. Όπου έχουμε: τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση Παπανδρέου-Παπανούτσου-Ακρίτα,* με τη διδασκαλία της δημοτικής, αλλά και με την καθαρεύουσα να διατηρεί όλα σχεδόν τα κεκτημένα της στον δημόσιο βίο· τη δικτατορία της 21ης Απριλίου του ’67, που σημαίνει το βίαιο τέλος της σύντομης εκπαιδευτικής άνοιξης· υπερενίσχυση της καθαρεύουσας, στροφή από την απλή καθαρεύουσα στην αρχαΐζουσα, με ευτυχές αποτέλεσμα τη γελοιογράφησή της στον λόγο των δικτατόρων· πτώση της δικτατορίας και πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όπου και εύλογα παρατηρείται ένας βεβιασμένος εκδημοτικισμός· μεταρρύθμιση Ράλλη το 1976, με επίσημη αναγνώριση και καθιέρωση της δημοτικής από την κυβέρνηση Καραμανλή.

Δεν είναι και τόσο μακρινή η περίοδος αυτή, έτσι όπως την όρισα, πολλοί έχουμε άμεση εμπειρία της, μπορούμε έτσι εύκολα να προσδιορίσουμε τις τομές και τη διαφορά ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες πάντως εποχές: (α) εποχή «διγλωσσίας» η μια, τέλη του ’60 με αρχές του ’70, με παράλληλη χρήση καθαρεύουσας και δημοτικής, υποχρεωτική η μεν, απαγορευμένη η δε, και πάντως αποκλεισμένη από τον δημόσιο βίο, (β) εποχή με επίσημα αναγνωρισμένη τη δημοτική/νεοελληνική η άλλη, η σημερινή εποχή.

Εκείνη λοιπόν τη διόλου μακρινή εποχή, όταν ήταν σαφής η διάκριση των στρατοπέδων καθαρεύουσας-δημοτικής, ο τότε δημοτικιστής δεν θεωρούσε άλυτα ή εκκρεμή πλείστα όσα ζητήματα εμφανίζονται ξάφνου τώρα σαν καινούρια, σαν καινούριος δηλαδή προβληματισμός, ή θεωρούνται ακόμη ανοιχτά και αποτελούν αντικείμενο επανα(δια)πραγμάτευσης. Κανένας (δημοτικιστής) δεν θα έγραφε τότε ότι «στα αυτιά μου ήρχοντο οι σειρήνες ασθενοφόρου», δεν υπήρχε πουθενά, όπως έχω ξαναπεί, αύλειος χώρος, κανένας δεν θα χρησιμοποιούσε το ρήμα λαμβάνω σε κάποια από τις πάμπολλες, καθημερινές χρήσεις που επισήμανα εδώ, ήταν αυτονόητο πως δεν έχουν θέση στη δημοτική τα αφικνούμαι και αναγιγνώσκω, ή και τα εξέρχομαι και εισέρχομαι, σε καθημερινές επαναλαμβάνω χρήσεις: ήταν λυμένα αυτά τα θέματα, παρά την ισχυρότατη επίδραση τής –νόμω επιβεβλημένης– καθαρεύουσας. Δεν υπήρχαν οι γενικές σε -ιδος και -εως, δεν έθαλλαν όχι τα ηρνείτο και συνεπήγετο αλλά ούτε τα (πιο δικαιολογημένα, προκειμένου για τα ασυμμόρφωτα ρήματα σε -ούμαι) «χρησιμοποιείτο» κ.τ.ό.

Από αυτή λοιπόν την άποψη έχουμε σαφή οπισθοχώρηση, που χαρακτηρίζεται από αναβίωση πλήθους λόγιων στοιχείων και χρήσεων –από το συντακτικό μάλιστα επίπεδο και το λεξιλογικό, έως το καθαρά ορθογραφικό, το ουσιαστικά έσχατο και παραταύτα προνομιακό πεδίο στο οποίο διαλάμπει ανέκαθεν η γλωσσική συντήρηση. Δεν πρόκειται δηλαδή για τα πλήθος λόγια στοιχεία που διατήρησε η γλώσσα στην πορεία της, αλλά για επανεισαγωγή προ πολλού αδρανών και νεκρών τύπων.

Αναβίωση είναι δηλαδή, για να επιστρέψω στο εμβληματικό σημείο εκκίνησης, η γενική σε -ούς, «της Σαπφούς», ουσιαστικά έχουμε επανεμφάνιση τύπου της αρχαίας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, μολονότι ακούω ήδη την ένσταση ότι, πώς, αλίμονο, αφού δίπλα μας είναι η οδός Σαπφούς, παραδίπλα η οδός Ηούς, η Λητούς κτλ. Είναι όμως και η οδός Σοφοκλέους, κι ωστόσο κανένας δεν αναφέρθηκε στις λαμπρές επιδόσεις του μπασκετμπολίστα «Σοφοκλέους» Σχορτσιανίτη (όπως σημείωνα στη λεζάντα της φωτογραφίας της προηγούμενης επιφυλλίδας)· είναι και η οδός Ερμού, αλλά κανείς δεν μίλησε ούτε καν για το –αρχαίο!– άγαλμα του «Ερμού» του Πραξιτέλη, ή, κατ’ αναλογία πια προς το Σαπφώ / Γωγώ, κανείς ποτέ δεν έκανε τον Διαμαντή στη γενική: «του Διαμαντού» ή τον Παναγή - «του Παναγού»! Ολόκληρη η Θεσσαλονίκη ζει γύρω απ’ την οδό Αριστοτέλους, κανείς όμως δεν είπε: του «Αριστοτέλους» Νικολαΐδη π.χ., ή μάλλον «Νικολαΐδου», κι ας ήταν απ’ τους ιδρυτές του περιβόητου Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου, ούτε, ήμαρτον Θεέ μου, είπε ποτέ κανείς «το μπριζολάδικο του Τέλους», προκειμένου για τον διάσημο Τέλη της Ευριπίδου, στην Κουμουνδούρου –τουλάχιστον όχι ακόμα.

Κάποτε δηλαδή τα απολιθώματα ήταν απολιθώματα, πολύτιμα στοιχεία και αυτά στη γλώσσα, «μη παραγωγικά» ωστόσο, αδρανή, χωρίς να επηρεάζουν παραπέρα το ζωντανό σώμα της γλώσσας (και χωρίς, προπάντων, να ακυρώνουν με τη χρήση αυτή ή να φρενάρουν την εξέλιξη της γλώσσας): αυτό άλλωστε δεν είναι το γλωσσικό αισθητήριο, η αίσθηση της γλώσσας;

Το ’70 λοιπόν δεν συζητούσε κανείς αν είναι δόκιμο ή τάχα μαλλιαρό π.χ. το εγκαταλειμμένος, αντί για εγκαταλελειμμένος, για τον απλούστατο λόγο πως ήμασταν ήδη εξοικειωμένοι με το εγκαταλειμμένος, και ούτε κατά διάνοια θα έγραφε κανείς τον τύπο πεπολιτισμένος! Δεν αναφερόταν κανένας στο ρόλο του Δικαιοπόλιδος, και ακόμα περισσότερο δεν θα χρησιμοποιούσε τις γενικές Αλκήστιδος και Πάριδος, και μάλιστα για σύγχρονα πρόσωπα. Τέλη του ’60 με αρχές του ’70 (πάντα ενδεικτικά), ο έφηβος κιόλας, ο μαθητής, μ’ όλη την καθαρεύουσα την οποία διδασκόταν στο σχολείο αλλά και η οποία τον περιέβαλλε γενικότερα, διέκρινε σαφώς τις δύο γλωσσικές μορφές, κι έτσι, στη δημοτική, δεν το ’χε «παραλάβει» το λαμβάνω, αντίθετα με τα σημερινά παιδιά, που εύλογα το εντάσσουν στον πιο καθημερινό τους λόγο: «μπορώ να το λαμβάνω όπως θέλω», όπως σημείωνα εδώ.

Τώρα ο καθαρισμός, σε όλη του τη μικρόλογη σχολαστικότητα, ξαναπιάνει ακόμα και τη συζήτηση για ευγενή και μη ευγενή συμφωνικά συμπλέγματα, μιλάει για φθήνια αντί για φτήνια, κι όταν αρχίζει εκπομπή τηλεοπτική που λέγεται «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου», και φτάνει στις εφημερίδες το δελτίο τύπου, βρίσκεται δημοσιογράφος, διορθωτής, δεν ξέρω, που ευπρεπίζει το «επίσημο» όνομα, στο κάτω κάτω, και το κάνει «Καθρέπτη, καθρεπτάκι μου», και όταν γράφει ο Κριαράς στα Νέα «να διδαχτούν τα αρχαία ως ξένη γλώσσα», τον διορθώνουν: «να διδαχθούν». Ώστε μαζί και με τις άλλες διορθώσεις και επιταγές, για την αποκλειστική χρήση συγκεκριμένων λόγιων ή αρχαϊκών τύπων, μπορούμε να μιλούμε για βίαιο εντέλει εξαρχαϊσμό.

Έτσι διαμορφώνεται ένας ευπρεπισμένος λόγος, αδιανόητος –επιμένω στην οπτική γωνία μου– λίγες δεκαετίες πριν, όπου κανένας, προσθέτω λίγα ακόμα, δεν θα σκεφτόταν καν να γράψει για «αναζήσασα όπερα», κανένας δεν θα τόνιζε «του ντελιρίου» ή «του χαμογέλου», δεν θα ’λεγε πως «εισερχόμαστε στην αποψινή μετάδοση», ή «η εκκίνηση του δείπνου» και «η επίσημη ώρα εκκίνησης της συναυλίας», δεν θα μιλούσε για «φορτηγάκι έμφορτο με πορτοκάλια», για τα «ύδατα που υπερχείλισαν» και τις «υπέρχειλες πιστωτικές κάρτες», ή για την «απεργία που εκσπά».

Ξαναδιαβάζω αυτά τα εξωφρενικά που αντιγράφω τώρα εδώ και σκέφτομαι ότι δεν έχουμε ξεκολλήσει από συζητήσεις του ’70, του ’50, του ’30, των αρχών του (περασμένου) αιώνα. Ας το δούμε τότε αυτό και σαν παρήγορο σημάδι, ότι όλο με μπρος και πίσω προχωράει η γλώσσα, και σίγουρα τραβάει το δρόμο τον δικό της. Ας ξέρουμε όμως ανά πάσα στιγμή, όσον αφορά έστω τα καθ’ ημάς, την εποχή μας, ποιο είναι το μπρος, ποιο και πότε είναι το πίσω.

* * *

Αλλά εδώ ο λόγος των λαλίστατων κάποτε γλωσσονόμων είναι ανύπαρκτος. Επιδεικτική, θαρρείς, σιγή είναι η απάντηση στη νέα στροφή της γλώσσας. Για να το πω αλλιώς, και μια και αναφερθήκαμε στις τελευταίες δεκαετίες: αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, και ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανθεί ο διορθωτικός λόγος που στηλιτεύει τις «δημοτικιστικές ακρότητες», σε εποχή στο κάτω κάτω γλωσσικής απελευθέρωσης, κι ενώ, αν μη τι άλλο, κανείς δεν έχει διδαχτεί ώς τότε συστηματικά τη δημοτική. Ατέλειωτες ιερεμιάδες γράφονται για την αποκοπή του τελικού -ν, για τον «πουπουισμό», την αλυσιδωτή χρήση τού που, και τη «σανίτιδα», την κατάχρηση, λέει, τού σαν, και πλείστα όσα. Είναι η εποχή του Μπαμπινιώτη, που τότε, πριν από τη σημερινή δηλαδή μεταστροφή του, στηλιτεύει τη γλώσσα των νέων, η εποχή του Γιανναρά με το «Finis Graeciae» του, που το περιφέρει έκτοτε από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα κι από βιβλίο σε βιβλίο, ή του Γιάννη Καλιόρη που κατακεραυνώνει τη «δογματοκομματοπαγή στρεβλή και βαρβαρόπλαστη δημοτική», είναι η γέννηση και η ακμή του Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου, η εποχή του ενορχηστρωμένου αγώνα για την απαξίωση των νέων ελληνικών.

Τώρα η σιωπή απέναντι στα καινούρια αλλά λογιόστροφα λάθη, συντακτικά και άλλα, είναι εκκωφαντική. Δεν χρειάζονται παραδείγματα, ένα μόνο, καθώς αναφέρθηκα στη «σανίτιδα» και όσα της έσουραν τότε: είδε ποτέ κανείς να σχολιαστεί με μία έστω λεξούλα η «αντισανίτιδα», η πλήρης δηλαδή επικράτηση τού ως, ακόμα και σε χρήσεις που δεν υπακούουν σε όποιους κανόνες επικαλούνταν τότε οι «αντισανιστές»;

Και βέβαια υπάρχουν εξηγήσεις γιατί δεν επισημαίνονται ποτέ τα λογιόστροφα λάθη, ακόμα και τα πιο κραυγαλέα. Καταρχήν, το λέω απερίφραστα, είναι η αγαλλίαση πολλών από τη στροφή αυτή καθαυτήν, αγαλλίαση που παραβλέπει, ανέχεται, για να μην πω και καλοδέχεται τέτοια και άλλα ακόμα λάθη. Παραπέρα, και πιο σοβαρά τώρα: το πλήθος των επαγρυπνούντων, λ.χ. των αποστράτων-επιστολογράφων της Καθημερινής, ακόμα και επιστήμονες ειδικοί, φιλόλογοι, απλούστατα αγνοούν πως δεν συντάσσεται ούτε και συντασσόταν ποτέ με γενική το διαφεύγω ή το μετέρχομαι και πως δεν γράφεται ούτε και γραφόταν ποτέ σαν δύο λέξεις το διό ήτο εξαπίνης, και ίσα ίσα σπεύδουν να ενστερνιστούν τέτοια λόγια μπιχλιμπίδια που νοστιμεύουνε τον γλωσσικό χυλό τους.

Ώστε, τουλάχιστον με τη σιωπηρή επιδοκιμασία πολλών, υπάρχουν σήμερα, εντονότερα προφανώς από ό,τι την περασμένη μόλις δεκαετία, αρχαϊστικές τάσεις, παιδιά της απαξίωσης της γλώσσας απ’ τη μια, της αναζήτησης μιας «επίσημης», κουστουμαρισμένης γλώσσας απ’ την άλλη.

Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο

Υπάρχουν λοιπόν αρχαϊστικές τάσεις, ένας βίαιος ή όχι, πάντως εξαρχαϊσμός. Και τύποι λόγιοι ή και αρχαϊστικοί ευδοκιμούν σε όλο και ευρύτερα στρώματα, και κληροδοτούνται έτσι στις νεότερες γενιές σαν αυτονόητοι και μόνοι σωστοί.

Είτε σκέτα λόγιοι είτε, ακόμα χειρότερα, και λόγιοι και λανθασμένοι (σύμφωνα και με τους νόμους δηλαδή της αρχαίας), αυτή είναι για την ώρα η γλωσσική πραγματικότητα, χωρίς τίποτα να αποκλείει να είναι αυτή και αύριο, άγνωστο αν οριστικά ή οπωσδήποτε για μεγάλο διάστημα.

Αν όμως έτσι αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα, και αφού από την άλλη λέμε –το λέει δηλαδή η ιστορία των γλωσσών και το λέει η ειδική επιστήμη, η γλωσσολογία– ότι το λάθος με τη χρήση απολανθάνεται και πια καθιερώνεται, προς τι όλος αυτός ο έλεγχος, ή και ο στιγματισμός, αυτών των φαινομένων.

Αν δηλαδή αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα να μιλάει ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα ή έστω ένα αρχαΐζον υβριδικό γλωσσικό ιδίωμα, ας μιλάει καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα, να ξέρουμε ότι θέλουμε καθαρεύουσα –και φυσικά γιατί τη θέλουμε.

Αλλά ώσπου να αποφασίσει η γλωσσική κοινότητα, θέση δική μας, αφού άλλωστε μέλη της γλωσσικής κοινότητας είμαστε και εμείς, δουλειά δική μας, για να μην πω τη λέξη χρέος, είναι να επισημαίνουμε πρώτα το όποιο και όσο λάθος, και έπειτα, κυρίως, την κινητήρια ιδεολογία της όποιας αλλαγής, τον κοινωνικό της λόγο.


* Η μεταρρύθμιση αυτή, μείζων σταθμός στην ιστορία του γλωσσικού, ο τελευταίος εξάλλου πριν από την ιστορική κατάληξη του 1976, όλως παραδόξως δεν μνημονεύεται καν στο οικείο κεφάλαιο («Γλωσσικό ζήτημα», σ. 24 κ.ε.) της εκτενούς εισαγωγής στο μεγάλο Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη.

buzz it!

15/10/08

Ο Κούντερα καταδότης;

Δεν διανοούμαι ότι θα δικάσω εγώ τον Κούντερα, ακόμα κι αν είναι για να τον αθωώσω.

Δύο σχόλια μόνο:

1. το πρώτο αφορά την απουσία ιστορικής προοπτικής, ιστορικής ματιάς, από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε και διαβάζουμε την Ιστορία, συνολικά ή στα καθέκαστά της.

2. το δεύτερο αφορά το γνωστό κυνήγι μαγισσών, που «απομυθοποιεί» τον Χάιντεγκερ και τον Πάουντ (μα τάχα τι; ακυρώνει και το έργο τους;), και που, λόγω ακριβώς της έλλειψης ιστορικής προοπτικής, φτάνει να συναντά την ιστοριογραφία της κλειδαρότρυπας.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ας μιλήσει όμως ο Κούντερα: Στις Προδομένες διαθήκες (Εστία, 1993), στο κεφάλαιο «Δρόμοι μέσα στην ομίχλη», ένα κεφάλαιο που εμένα με έχει βαθιά σημαδέψει, αναφέρεται στον Τολστόι, κατά τον οποίο η Ιστορία υπακούει στους δικούς της νόμους, που παραμένουν ανεξιχνίαστοι για τον άνθρωπο. Και σχολιάζει ο Κούντερα (σ. 263-264):

«Με αυτή την αντίληψη της Ιστορίας ο Τολστόι σχεδιάζει τον μεταφυσικό χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές του. Χωρίς να γνωρίζουν ούτε το νόημα της Ιστορίας ούτε τη μελλοντική πορεία της, [...] προχωρούν στη ζωή τους όπως προχωρεί κανείς μέσα στην ομίχλη. Λέω ομίχλη, όχι σκοτάδι. Στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα κανείς, είναι τυφλός, είναι στο έλεος των πάντων, δεν είναι ελεύθερος. Μέσα στην ομίχλη είναι ελεύθερος, αλλά με την ελευθερία εκείνου που είναι μέσα στην ομίχλη: βλέπει στα πενήντα μέτρα μπροστά του, μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του συνομιλητή του, [...] ακόμη και να προσέξει αυτό που γίνεται δίπλα του και να αντιδράσει.

»Αυτός που προχωρεί μέσα στην ομίχλη είναι ο άνθρωπος. Όταν όμως κοιτάζει προς τα πίσω, για να κρίνει τους ανθρώπους του παρελθόντος, δεν βλέπει καμιά ομίχλη στο δρόμο τους. Από το δικό του παρόν, που υπήρξε το δικό τους μακρινό μέλλον, ο δρόμος τους του φαίνεται πεντακάθαρος, ορατός σε όλη του την έκταση. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ο άνθρωπος βλέπει το δρόμο, βλέπει τους ανθρώπους που προχωρούν, βλέπει τα λάθη τους, μα η ομίχλη δεν είναι πια εκεί. Κι ωστόσο, όλοι τους, ο Χάιντεγκερ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν, ο Έζρα Πάουντ, ο Γκόρκι, ο Γκότφριντ Μπεν, ο Σαιν-Τζον Περς, ο Ζιονό, βάδιζαν όλοι μέσα στην ομίχλη, κι αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι πιο τυφλός; Ο Μαγιακόφσκι που, όταν έγραφε το ποίημα για τον Λένιν, δεν ήξερε πού θα οδηγήσει ο λενινισμός; Ή εμείς, που τον κρίνουμε από απόσταση δεκαετιών και δεν βλέπουμε την ομίχλη που τον τύλιγε;»


Υστερόγραφο: Τι βλέπουμε ωστόσο εμείς, κοιτώντας πίσω, από απόσταση δεκαετιών; Πως είναι έτος 1950, ο «υπαρκτός» δεν έχει δείξει ακόμα το πρόσωπό του, δεν έχουμε εν πάση περιπτώσει μάθει ακόμα, στην προχρουτσοφική εποχή, τις θηριωδίες του, π.χ. τις «δίκες της Μόσχας». Στην Τσεχοσλοβακία οι κομμουνιστές είναι μόλις δύο χρόνια στην εξουσία. Ο Κούντερα είναι 21 χρονών, είναι ακόμα κομμουνιστής, και, αν αληθεύει η εν λόγω ιστορία, καταδίδει έναν πράκτορα των δυτικών.


δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 15 Οκτ. 2008

buzz it!