29/1/11

«Περί του λεγομένου φράκτη στον ποταμό Έβρο»

Τα Νέα, 29 Ιανουαρίου 2011

«Βεβαίως, το κύμα [των μεταναστών] πρέπει να σταματήσει, αν και προσωπικά δεν το πιστεύω όσο συνεχίζεται η άδικη συμπεριφορά των χωρών της Δύσης έναντι των φτωχών και υπανάπτυκτων λαών του Νότου και της Ασίας»: δεν υπογράφει ο Σύριζα ή άλλο αριστερό, αριστερίστικο, αναρχικό κτλ. κόμμα ή κίνημα, παρά μητροπολίτης, και μάλιστα στον Έβρο

Οποιαδήποτε και οσοδήποτε επιτακτική αναγκαιότητα κι αν στηρίζει τον φράχτη, δεν νοείται να παραμερίζεται η ηθική –που μία μόνο διάστασή της είναι ο ανθρωπισμός


το πλήρες κείμενο:

«Περί του λεγομένου φράκτη στον ποταμό Έβρο», σε εισαγωγικά ο τίτλος, γιατί είναι από άρθρο ξένο, στο οποίο παραχωρείται ολοθύμως η σημερινή επιφυλλίδα. Είναι από την επίσημη ιστοσελίδα της Μητρόπολης Αλεξανδρουπόλεως και υπογράφεται από τον ίδιο τον μητροπολίτη Άνθιμο, πνευματικό μάλιστα τέκνο του Ανθίμου Θεσσαλονίκης.

Βασικό στοιχείο είναι πως έχει γραφτεί απομέσα απ’ το χορό, αν προς στιγμήν δεχτούμε σαν επιχείρημα την πεισματική επωδό των οργανωμένων αγανακτισμένων κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα πως όσοι αντιτίθενται στην πολιτική λιντσαρίσματος των μεταναστών μιλούν απέξω απ’ το χορό, από τα βόρεια προάστιά τους κτλ.

Παραθέτω το κείμενο χωρίς καθόλου περικοπές, που θα αλλοίωναν ή και θα εξωράιζαν τη συνολική στάση του συντάκτη, ή πάλι θα διατάρασσαν τις όποιες ισορροπίες κρίνει σκόπιμες ο ίδιος:

«Ζούμε, όσοι κατοικούμε στον Έβρο, το δράμα της εισόδου των λαθρομεταναστών από την Τουρκία. Για την πατρίδα μας, το γεγονός αυτό είναι πρόβλημα που το διαπιστώνει αργότερα η πρωτεύουσα. Για μας όμως, τους Εβρίτες, είναι ένα καθημερινώς επαναλαμβανόμενο δράμα.

»Αναφέρομαι στην αθρόα προσέλευση τόσων ανθρώπων, που άλλοτε κουβαλώντας στην πλάτη τους προσωπικές και εθνικές τραγωδίες κι άλλοτε τα βρέφη στην αγκαλιά τους, περνούν τα σύνορα, κακοποιημένοι, άρρωστοι με σοβαρές αρρώστιες, εξουθενωμένοι, μουσκεμένοι από τα νερά του ποταμού Έβρου.

»Παλιότερα όσους πνίγονταν στα ορμητικά νερά του και τους ξέβραζε η θάλασσα, τους μετέφεραν στο νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως. Είχα στείλει τότε μια αυτοσχέδια ευχή, επειδή μου ζητήθηκε, για να διαβάζεται στο νεκροτομείο, στην περίπτωση που δεν ήταν εύκολο να διαπιστωθεί από την περιτομή, η θρησκευτική προέλευση του νεκρού.

»Ζήσαμε, πριν χρόνια, την αποκοπή, σε ναρκοπέδιο, των κάτω άκρων δύο 17χρονων παιδιών τα οποία φιλοξενήσαμε στο γηροκομείο της Μητροπόλεως για δύο χρόνια. Τελικά, τους αγοράσαμε τεχνητά μέλη, κατάφεραν να περπατήσουν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου εργάζονται μέχρι σήμερα.

»Αυτός ήταν ο λόγος που, παραβλέποντας την εθνική μας ασφάλεια, συμφωνήσαμε να “σηκωθούν” τα ναρκοπέδια, γεγονός που κάποιοι αφελείς τότε χαιρέτησαν σαν αντιπολεμική κίνηση, λες κι αυτή θα μπορούσε ποτέ να γίνει μονομερώς!

»Τα τελευταία δύο χρόνια το φαινόμενο εντάθηκε. Οι λαθρομετανάστες έρχονται κρατώντας πλαστικοποιημένη στα χέρια τους τη σελίδα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που προβλέπει τα δικαιώματά τους. Μόλις παραδοθούν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, την επιδεικνύουν ζητώντας απαιτητικά την εφαρμογή της.

»Απορούσαμε για την κοντόφθαλμη πολιτική της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων “ανθρωπιστικών” φορέων που μας ζητούσαν “τα ρέστα”. Η άριστη συμπεριφορά των συνοριοφυλάκων και των αστυνομικών, που συνόδευαν τους λαθρομετανάστες στα νοσοκομεία Διδυμοτείχου και Αλεξανδρουπόλεως για την θεραπεία τους από τις ποικίλες μεταδοτικές ασθένειες και η “εξ ιδίων” τους εξασφάλιση τροφής και ρούχων, θεωρήθηκε ανεπαρκής. Γι’ αυτό ήρθε η FRONTEX. Πολύς λόγος για το τίποτε…

»Τέλος πάντων, ποια θα είναι η πολιτική της χώρας μας πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, δεν θα την καθορίσω εγώ. Δεν μπορώ, όμως, να μείνω απαθής μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εκ νέου απάνθρωπης συμπεριφοράς. Μου εξομολογήθηκαν παλιότερα αστυνομικοί τις ενοχές που ένιωθαν όταν επαναπροωθούσαν πυροβολώντας τους λαθρομετανάστες, καθώς βρίσκονταν στη μέση του ποταμού. Φοβάμαι ότι και τώρα θα ζήσουμε τραγωδίες και διόλου δεν θα μειώνει την σκληρότητά τους το γεγονός ότι θα τελούν υπό τις “ευλογίες” της ΕΕ.

»Δηλαδή, τι; Όταν στοιβαχτούν οι λαθρομετανάστες στο ελληνικό ρείθρο του ποταμού, πίσω από το συρματόπλεγμα, καθώς θα χιονίζει, ή όταν φουσκώνουν τα νερά, οι άνθρωποι αυτοί θα παραμένουν εκεί νηστικοί και μουσκεμένοι για να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν πίσω στην Τουρκία; Δεν είναι λύση αυτή, τουλάχιστον πολιτισμένη. Και εμείς θα τους βλέπουμε απαθείς να πνίγονται ή να λιμοκτονούν ή να μαστίζονται από τα κουνούπια;

»Βεβαίως, το κύμα αυτό πρέπει να σταματήσει, αν και προσωπικά δεν το πιστεύω όσο συνεχίζεται η άδικη συμπεριφορά των χωρών της Δύσης έναντι των φτωχών και υπανάπτυκτων λαών του Νότου και της Ασίας. Φυσικά, η χώρα μας δεν έχει ατελείωτες δυνατότητες φιλοξενίας. Μα, όπως, τα σύνορα διασφαλίζονται από το στρατό, μόνο όταν εκλείψει και η έσχατη διπλωματική και πολιτική προσπάθεια, το ίδιο να συμβεί και τώρα.
»Η καταφυγή σε εκβιαστικούς τρόπους, σε απάνθρωπες τακτικές και σε εξευτελιστικές για την ανθρώπινη προσωπικότητα μεθόδους, που θα αποβούν μομφή για τον πολιτισμό μας –τουλάχιστον τον ελληνικό– δεν είναι λύση. Το συρματόπλεγμα δεν είναι λύση. Είναι απέλπιδα προσπάθεια, εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία, που παραπέμπει σε άλλες περιοχές και σε άλλες εποχές…»

Αν έχω να αφαιρέσω, πάντως δεν έχω να προσθέσω τίποτα.

Το σχόλιο στην όλη υπόθεση του φράχτη μόνο ένα μπορεί να είναι, κι αυτό με τη μορφή ειλικρινούς πια απορίας, πώς θεωρείται αίφνης νοητό ή από πού κι ώς πού μπροστά στην οποιαδήποτε και οσοδήποτε επιτακτική αναγκαιότητα εγκαταλείπεται η ηθική –που μία μόνο διάστασή της είναι ο ανθρωπισμός; Και μάλιστα παραδίδεται στην πιο ρηχή ειρωνεία, που μιλάει για επιτηδευματίες "κοινωνικώς ευαίσθητους", για εξ επαγγέλματος ανθρωπιστές;

Κι έπρεπε δηλαδή το πρόδηλο να μας το πει ένας παπάς από τον Έβρο, με την έκφραση «ο λεγόμενος φράκτης»; Πως δηλαδή δεν είναι σκέτα φράχτης, ένας φράχτης σε χωράφι, σε μια χώρα εν προκειμένω, που προφανώς και δικαιούται να ελέγξει το χώρο της, παρά ένα σύμβολο, φορέας και εκφραστής ιδεολογίας;

Γιατί το ουσιώδες και δραματικό είναι αυτό, ότι ο φράχτης είναι ιδεολογία. Και σαν επιτομή, πιο συγκεκριμένα, της στάσης μας απέναντι στον μετανάστη είναι η λυδία λίθος του πολιτισμού μας τον 21ο αιώνα.

buzz it!

22/1/11

Οι ήρωες του Μακρυγιάννη

Ελευθεροτυπία, 22 Ιανουαρίου 2011

Τριάντα, τριάντα δύο χρόνια πριν, "Praeterea censeo Makriyannem …", ούτε θυμάμαι πώς είχε προσαρμόσει ο Λίνος Πολίτης τη συνέχεια, το "…Carthaginem esse delendam"* στην περίπτωση Μακρυγιάννη, στο ότι πρώτο μέλημά μας, όπως ήταν το νόημα πια, μέλημά μου δηλαδή, έπρεπε να είναι η έκδοση των Οραμάτων και θαμάτων του Μακρυγιάννη.

Λέω «δε θυμάμαι», μα αμφιβάλλω αν είχα ακούσει ποτέ ολόκληρη τη φράση, αφού από τις πρώτες συλλαβές, για να μην πω απ’ τη στιγμή που πρόβαλλε το κεφάλι του στην πόρτα του γραφείου μου ο αείμνηστος Λίνος Πολίτης, έκλεινα νοερά τ’ αφτιά μου, ελάχιστη πράξη αυτοπροστασίας.

διαβάστε τη συνέχεια...

Και λέω «αυτοπροστασίας», γιατί το υλικό που είχε παραδοθεί για έκδοση από τον κάτοχο του χειρογράφου, τον Άγγελο Παπακώστα, ήταν ιδιαίτερα προβληματικό. Το πήρε ευτυχώς στα χέρια του ο σοφός Πολίτης, το ’φερε σ’ ένα λογαριασμό, το ακατάληπτο «ένα σαλόνι είχαν, κάηκε» έγινε «ένα σεντόνι είχαν καΐκι», το «πόλισμα» «πολύ αίμα», και απειράριθμα άλλα, έμενε η τυπογραφική επιμέλεια, που και πάλι έδειχνε σωστός γολγοθάς.

Αυτά στο εκδοτικό του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, το γνωστό πια ΜΙΕΤ, ποιο εκδοτικό δηλαδή, ο διευθυντής ο Ε. Χ. Κάσδαγλης κι η αφεντιά μου ήμασταν όλοι κι όλοι, μαζί με την καλή μας τη «Δεσποινίς Εξίσου», που κι αυτή ήταν από μόνη της ολόκληρη η Γραμματεία.

Ο Κάσδαγλης κι εγώ λοιπόν, να κάνει ο ένας πάσα στον άλλο το πικρότατο ποτήριο, και σωστός εφιάλτης ο Λίνος Πολίτης με το praeterea censeo του. Κάποια στιγμή ανέλαβε επιτέλους ο Κάσδαγλης, ε καλά, θα βοηθούσα κι εγώ, άντε μαζί μετά, μόνος μου στο τέλος.

Είχε προηγηθεί, όπως είπα, γενναία εργασία του Πολίτη, είχε πάρει μια μορφή το υλικό του Παπακώστα, που παραταύτα φέρεται ακόμα σήμερα μεταγραφέας του χειρογράφου –θάμα κι αυτό. Μόλις όμως καταπιανόσουν σοβαρά, έβλεπες πως χρειαζόταν κι άλλη δουλειά. Ξανά στον Πολίτη, που το δίνει έπειτα στον παλαιογράφο Αγαμέμνονα Τσελίκα, παλιό μαθητή του, πλήθος και τα νέα ευρήματα, κι όλα αυτά ενώ τρέχουν οι τυπογραφικές διορθώσεις.

Ο τυπογράφος έχει παραφρονήσει, στο μεταξύ πεθαίνει ο Παπακώστας, η χήρα πιέζει με δικαστικά μέσα, οι συνθήκες είναι ασφυκτικές. Αλλά, όσο πιο βαθιά μπαίνει κανείς στο κείμενο, ένα κείμενο που είχε θεωρηθεί «θρησκοληπτικό έργο τρελού», ασυνάρτητο (δικαίως, έτσι που είχε παραδοθεί, πρέπει να προσθέσω), τόσο περισσότερο ανακαλύπτει τη σοφή συνοχή του, και τη γοητεία του. Το μεγάλο στοίχημα τώρα είναι να διαβαστούν όλες οι «αδιάγνωστες» λέξεις, να μην υπάρξει κενό. Κάνω κι εγώ συστηματική πια παραβολή με το χειρόγραφο, πλήθος και πάλι τα ευρήματα, έως φύλλα ολόκληρα που είχαν τοποθετηθεί σε λάθος θέση –το κείμενο αλλάζει ολοένα μορφή.

Αν δεν ήταν εφιάλτης, λόγω της πίεσης του χρόνου κυρίως, θα ήταν σκέτη μαγεία, η μαγεία της ανακάλυψης, η ανακάλυψη εντέλει ενός χαμένου κειμένου, λέξη τη λέξη, κομμάτι το κομμάτι στο γιγάντιο παζλ. Ένα παράδειγμα μόνο:

Βλέπει όνειρο ο Μακρυγιάννης πως τον καλεί μαζί με τον Αντρέα Μεταξά ο Όθων στο παλάτι. Φτάνοντας βλέπει «κάτι γυναίκες πολλά λαμπρές»· τις ρωτάει πού πήγε ο Μεταξάς, και στο χειρόγραφο διαβάζουμε: «αυτον αυτον συρεεσιμσα σεπροςμνονμο λενε», δηλαδή: «αυτόν αυτόν σύρε εσύ μέσα, σε προσμένουν, μου λένε». Δύο φορές η λ. «αυτόν», που και μονή να ήταν, δε θα ’βγαζε κανένα νόημα. Έτσι ο Πολίτης είχε σημειώσει στο κριτικό υπόμνημα ότι διττογραφείται το «αυτόν» και οι δύο λέξεις διαγράφονται. Κι όμως, ήταν πεντακάθαρα γραμμένες, πιο καθαρά απ’ τις υπόλοιπες. Διάβαζα λοιπόν και ξαναδιάβαζα φωναχτά, ώσπου με συνέτρεξε η ρουμελιώτικη καταγωγή μου: «Πού πήε ο Μεταξάς;» ρωτάει ο Μακρυγιάννης –«Άφ’ τον αυτόν», δηλαδή άσ’ τον αυτόν, «σύρε εσύ μέσα…» του λένε. Νά το τό όραμα, νά και το θάμα.

Από το 1977 που είχε παραδοθεί το χειρόγραφο, φτάσαμε στο 1982, τον Δεκέμβριο πεθαίνει και ο Λίνος Πολίτης, συνεχίζω τελείως μόνος, κι ενώ είχα πάρει, δύο ακριβώς μήνες πριν, το πρώτο μου παράσημο στο μέτωπο του Μακρυγιάννη, μια γενναία γαστρορραγία.

Συνεχίζω, περίπου γραφείο-σπίτι, σπίτι-γραφείο, ώς αργά το βράδυ, 11-11.30΄ πολλές φορές. Κάποιο από αυτά τα βράδια, φεύγοντας απ’ το γραφείο, που τότε ήταν στην πλατεία Μητροπόλεως, και βαδίζοντας παραζαλισμένος στους έρημους δρόμους, κάτι πήρε το μάτι μου γραμμένο σ’ έναν τοίχο, στην εσοχή μιας πολυκατοικίας, κάτι που για κλάσματα του δευτερολέπτου, ώσπου να το επεξεργαστεί ο καμένος εγκέφαλός μου, ένιωσα πως με αφορά, προσωπικά, κι ένας κόμπος συγκίνησης στάθηκε στο λαιμό μου. Κλάσματα του δευτερολέπτου είπα, και η συγκίνηση εξανεμίστηκε, έγινε λίγο ντροπή, λίγο οργή. Όμως αμέσως έπειτα γέλασα, γελάω πολύ όποτε το θυμάμαι.

Ο τοίχος έγραφε: «Τιμή στους ήρωες του Μακρυγιάννη», προφανώς για τη γνωστή «γιορτή του μίσους», και ήταν εξόχως αγριευτικό τότε αυτό, καθώς δεν ήταν μακριά πίσω μας η χούντα, κυρίως δεν είχαμε τόσο δηλητηριαστεί από την ακροδεξιά στρογγυλοκαθισμένη στα σαλόνια μας, τηλεοπτικά και μη.

Τώρα, τυπογραφική επιμέλεια ήταν αυτό; Μια συναρπαστική περιπέτεια πάντως.


* Με τη φράση "Praeterea censeo Carthaginem esse delendam” (ή τη γνωστότερη "Carthago delenda est") τελείωνε τους λόγους του ο Κάτων ο τιμητής στην αρχαία Ρώμη, άσχετα με το θέμα το οποίο είχε αναπτύξει, τονίζοντας έτσι την πρωταρχική ανάγκη να καταστραφεί η Καρχηδόνα.

[κείμενο στη σειρά "Αφανής αναγνώστης" που επιμελείται ο Μισέλ Φάις στη Βιβλιοθήκη της Ελευεθεροτυπίας, με προσωπικές ιστορίες δώδεκα επιμελητών κειμένων - έχουν προηγηθεί η Γεωργία Παπαγεωργίου και η Βάσω Κυριαζάκου]

buzz it!

21/1/11

Μπουτάρης-«όλων όσοι» 1-0, και δύο άσχετες πλην εύμορφες φάσεις

Διαβάζει (εντυπωσιακά αντιρητορικός) την ομιλία του ο Μπουτάρης κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη:

«Το παράδειγμα του Καραμανλή [...] ας φωτίζει τον δρόμο των επιγόνων του και όλων όσοι ασχολούνται – »

εδώ μασάει την τελευταία συλλαβή τού «ασχολούνται», και σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι απ’ το χαρτί, διορθώνει:

«όσων ασχολούνται με τη δημόσια ζωή»!

Ααα, κι εγώ γουστάρει Μπουτάρη!

διαβάστε τη συνέχεια...

Τι έγινε, ή τι μοιάζει να ’γινε λοιπόν; Ή

(α) κάποιος, κατά τα γνωστά και νόμιμα, του έγραψε τον λόγο, βάζοντας το σιδερωμένο «όλων όσοι», το γραμματικά «σωστό» πλην αστήρικτο για το σημερινό γλωσσικό αίσθημα, κι όταν έφτασε ο Μπουτάρης στο σημείο αυτό ξενίστηκε, και αμέσως, ενστικτωδώς, διόρθωσε αυτό που του φάνηκε λάθος, ή

(β) τον έγραψε μόνος του τον λόγο, χρησιμοποιώντας προφανώς αυτό που του υπαγόρευε το γλωσσικό του αίσθημα, το «όλων όσων» δηλαδή, κι έπειτα έδωσε σε κάποιον τον λόγο του να του τον στρώσει, ή απλώς να ρίξει μια ματιά, κι αυτός ο κάποιος του διόρθωσε το «λάθος» με το «σωστό»,

και έγινε έτσι αυτό το υπέροχο που ακούσαμε όλοι.

Με την α΄ εκδοχή, του λογογράφου δηλαδή, συνηγορεί το ότι στον Τύπο φαίνεται πως μοιράστηκε η ομιλία με το «όλων όσοι», αν κρίνω από την ομοφωνία των πηγών που βρήκα στο ίντερνετ. Το σημειώνω απλώς για την ιστορία, καθόλου δεν μας ενδιαφέρει εδώ· εδώ μας ενδιαφέρει το υγιές, μάλλον το υπαρκτό και δρων γλωσσικό αίσθημα, την ώρα που κάποιος ρεπόρτερ σε κάποια πλημμύρα μιλούσε για τα σακιά με άμμο που έβαζαν «για να συγκρατηθούν τα νερά– τα ύδατα» διόρθωσε αμέσως τον εαυτό του, ενώ o πολύς Χατζηνικολάου έλεγε ότι ο ασθενής «μετεφέρθη, με συγχωρείτε, διεκομίσθη στο νοσοκομείο»!

Ναι, με κάτι τέτοια, γουστάρει, ξαναλέω, Μπουτάρη.



ΥΓ. 1: Είπα Χατζηνικολάου, και προχτές το καταφχαριστήθηκα όταν εξεμάνη με τον κακό χαμό που έγινε στην εκπομπή του για το φράχτη και τους μετανάστες, όπου μιλούσαν όλοι μαζί, και ανέκραξε: "Δεν υπάρχει αυτό που έπαθα σήμερα!" Πολύ τη διασκεδάζω αυτή την τυπικά παραδοξολόγα καθημερινή έκφραση που διαδόθηκε ταχύτατα και έφτασε και στα ιερά αποστειρωμένα χείλη του Χ.

ΥΓ. 2: Είπα εκπομπή του Χατζηνικολάου, και δεν μπορώ να μη σημειώσω τις κορυφές στο τοπ τεν της συζήτησης, απ' τη μια τον πρόεδρο των χρυσαυγισμένων κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα κι απ' την άλλη την αρμόδια υφυπουργό Άννα Νταλάρα, που σχεδόν δυσφορούσε όταν τη ρωτούσαν πόσοι μετανάστες υπάρχουν στη χώρα κτλ. Το καλυτερότερο, στη σημερινή Ελληνοφρένεια δύο κιόλας ακροατές επισήμαναν την ομοιότητα στον τόνο της φωνής της κυρίας Νταλάρα με τον αποστολικό λόγο της κυρίας Λουκά! Κι ο περίφημος Αποστόλης τούς έκανε τη χάρη, έβαλε πλάι πλάι την υφυπουργό να διαμαρτύρεται: "Πού θέλετε να ξέρω εγώ!" και την κυρία Λουκά με το περίφημο "Μετανοείτε" της!

buzz it!

6/1/11

Μικρές νίκες, μεγάλες ήττες

Τα Νέα, 15 Ιανουαρίου 2011

Αν είναι έτσι κι αλλιώς εσφαλμένο ψυχοπαιδαγωγικά να απαγγέλλουν μικρά παιδιά στίχους όπως: «Βάλε τους Τούρκους εμπροστά / σαν το χασάπη τα τραγιά…», είναι επιπλέον εθνικά επιζήμιο να απαγγέλλουν τους ίδιους στίχους παιδιά της μειονότητας


Η σφραγισμένη κοντά δυο χρόνια τώρα παιδική χαρά στον Άγιο Παντελεήμονα «καταργείται και δημιουργούνται προϋποθέσεις για παιχνίδι σε ολόκληρη την πλατεία» –δεν ξέρω πόσα θαυμαστικά να βάλω!

Η είδηση αυτή, μάλλον η απόφαση αυτή, όπως τη διάβασα με το καλημέρα της καινούριας χρονιάς (Βήμα 31.12-2.1), επιστέφει ίσως μια σειρά από μικρές μεγάλες νίκες της ακροδεξιάς. Έτσι, μαζί με τα οικονομικά, με τον άμεσο και έμμεσο κοινωνικό αντίκτυπό τους, βαραίνουν αβάσταχτα οι υποθήκες που ενέγραψε η περασμένη χρονιά στην καινούρια. Και πια ξεφεύγει από τα όρια του χιούμορ ότι το πιο σύντομο ανέκδοτο είναι το «Ευτυχισμένο το 2011». Το ερώτημα μοιάζει ρητορικό:

διαβάστε τη συνέχεια...

Μπορεί τάχα να ανακοπεί η πορεία συντηρητικοποίησης, και μάλιστα η πορεία της ακροδεξιάς που σημειώνει, όπως είπα, μικρές μεγάλες νίκες; Με πρώτη και κυριότερη την άμβλυνση των ανακλαστικών μας, έτσι όπως μας εξοικειώνουν με τη μορφή του τέρατος τα μέσα ενημέρωσης, κυρίως τα ηλεκτρονικά; Διαδικασία που βαδίζει παράλληλα με τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τη συνακόλουθη αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία διέπεται από το παλαιό ούτως ή άλλως τρίδυμο του ωχαδερφισμού, του αμέσως δραστικότερου σταρχιδισμού και του παντός καιρού ελληναραδισμού;

Προσωπικά δυσκολεύομαι να βρω να μαζέψω έστω ψήγματα αισιοδοξίας· σαν για να τινάξω όμως λίγο από τη βρόμα που κολλάει επάνω μας, είπα, με την αλλαγή του χρόνου, να ρίξω στο χαρτί λίγα από τα ρέστα της χρονιάς που μόλις μας άφησε. Πολλά θα μπορούσε να είναι τα πρόσωπα, όπως λέμε, της χρονιάς, αν όμως ξεκινήσουμε ανάποδα περίβλεπτη θέση κατέχει η δασκάλα της μισαλλοδοξίας, καθώς στην περίπτωσή της συμπυκνώνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά των παράλληλων διαδικασιών που περιέγραψα.

Γράφτηκαν ήδη πολλά για τη δασκάλα σε μειονοτικό σχολείο του Έβρου που θέλησε να δυναμιτίσει την ευαίσθητη ισορροπία στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων, χριστιανών και μουσουλμάνων, που αγωνίστηκε για την κατάργηση της διδασκαλίας και στη μειονοτική γλώσσα και δηλητηρίασε τα παιδιά με διχαστικά, τουρκοφαγικά διδάγματα. Πολλά γράφτηκαν και για τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών, με το Αργυρούν Μετάλλιον Ανδρείας. Δεν έχει έτσι νόημα να σταθώ και εγώ στη «νέα Μαντώ Μαυρογένους» του Χαρδαβέλα, του Θέμου Αναστασιάδη, του Λάος και των λοιπών εθνικιστικών κύκλων. Ούτε στην Ακαδημία Αθηνών, που τι Ακαδημία Αθηνών θα ήταν αλλιώς!

Ο λόγος στην ίδια τη δασκάλα που, παρά το πρωτόκολλο, πέτυχε ειδική άδεια να μιλήσει κατά την τελετή της βράβευσής της, να εκδώσει διάγγελμα, θα έλεγα, όπου συνενώνει αλύτρωτες πατρίδες, από τη Βόρεια Ήπειρο ώς τον Άγιο Παντελεήμονα! Αντί για όποια άλλα σχόλια, έχει νόημα να διαβαστεί ολόκληρος ο λόγος της (τον μεταφέρω όπως ακριβώς αναδημοσιεύεται σε πλήθος εθνοπατριωτικά μπλογκ, με όλα τα κεφαλαία του και με το μικρό -τ- στους «τούρκους»):

«Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε της Ακαδημίας Αθηνών,

»εν έτει 2010, όπου η Ελληνική Κυβέρνηση αφαιρεί τον όρο Εθνικής από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και περιθωριοποιεί ως ακραίους εθνικιστές τους απλούς Έλληνες που αγαπούν το Έθνος και την Πατρίδα τους,

»ευχαριστώ θερμά την Ακαδημία Αθηνών, που στο πρόσωπό μου παρασημοφορεί τη Φιλοπατρία και τη διαμόρφωση Θρησκευτικής, αλλά κυρίως Εθνικής συνείδησης στους μαθητές μου, η οποία για όλους τους Έλληνες περιλαμβάνει τη σκλαβωμένη Βόρειο Ήπειρο από την οποία κατάγομαι, τη Μακεδονία μας στην οποία γεννήθηκα και η ελευθερία της οποίας τελεί υπό διαπραγμάτευση, τη Θράκη και την Κύπρο που καταδυναστεύονται από τους τούρκους και τους Ελεύθερους πολιορκημένους Έλληνες που ζουν στον Άγιο Παντελεήμονα.

»Αυτό το Μετάλλιο Ανδρείας αποτελεί για μένα ηθική δέσμευση να συνεχίσω με μεγαλύτερη Πίστη τον αγώνα μου, μέχρι την τελική δικαίωση του Έθνους μας.

»Το αφιερώνω στα δικά μου Πομακόπουλα της Θράκης».

Ούτε θαυμαστικά πια. Αποσιωπητικά…

Σκέφτομαι μόνο πως, πριν από την Ακαδημία Αθηνών, την «ηρωική δασκάλα» την είχε τιμήσει με Αριστείο Καινοτομίας, σε σχετική τελετή στις 13.3.10, η αρμόδια υπουργός Παιδείας, αρμόδια αν μη τι άλλο να ελέγξει την παραβίαση ακριβώς της εκπαιδευτικής πολιτικής του υπουργείου της και γενικότερα της μειονοτικής πολιτικής που ακολουθεί η ελληνική πολιτεία τα τελευταία 20 χρόνια.

Σκέφτομαι πως η ίδια υπουργός, όταν αποδέχτηκε πρόσφατα την παραίτηση της Θάλειας Δραγώνα, ειδικής γραμματέως του υπουργείου της και προϊσταμένης της βραβευμένης δασκάλας, σε σχετική ερώτηση που της έγινε σε ραδιοφωνική εκπομπή απάντησε πως «η κ. Δραγώνα προκάλεσε αντιδράσεις με κάποιες θέσεις της οι οποίες αφορούν σε πολύ ευαίσθητα θέματα που άπτονται της εθνικής μας συνείδησης»!

Σκέφτομαι πόσο είχαν αγωνιστεί για την απομάκρυνση της Δραγώνα Λάος και συντροφία, και τότε λέω, γιά δες λοιπόν τι κάνει η διά βίου μάθηση, πώς έμαθε δηλαδή η υπουργός στο άψε σβήσε ξένες (;) γλώσσες, τα λαοτζίδικα εν προκειμένω.

Γιατί αυτές είναι οι μικρές μεγάλες νίκες που είπα, κι αυτό είναι το θέμα, εμείς τι είμαστε και τι κάνουμε, και όχι η μία, που μακάρι να ’ταν μόνο μία, δασκάλα, οι Θέμοι, οι Χαρδαβέλες και τα Λάος, που τη δουλειά τους κάνουνε βεβαίως όλοι αυτοί. Ή μήπως τους την κάνουμε εμείς;

Γιατί αυτό σημαίνει εξάλλου το «μικρές μεγάλες νίκες», ότι, ακόμα κι αν είναι μικρές οι νίκες οι δικές τους, είναι πολύ μεγάλες οι δικές μας ήττες.


[το κομμάτι αυτό είναι η τακτική μου επιφυλλίδα στα Νέα · επειδή όμως δεν θα δημοσιευτεί στη σειρά του, στις 8/1, το βάζω κατ' εξαίρεση πρώτα στο μπλογκ, για να μην πέσει έπειτα υπερβολικά μπαγιάτικο]

απντέιτ: δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου

buzz it!

25/12/10

Το νικητήριο γκολ, ή Τοροσίδης, για το καλό

Ανοίγω και ξανανοίγω δυο μέρες τώρα το μπλογκ μου, μαραίνομαι. Δύο Σαββόπουλοι στην καθισιά, ποιος θεός το θέλει; Τοροσίδη λοιπόν, ν’ αλλάξει λίγο ο αέρας. Κειμενάκι παραγγελιά από τα Νέα, για το αφιέρωμα «Το φιλμ μιας ιστορικής χρονιάς»:

Το νικητήριο γκολ

17 Ιουνίου 2010, ο Βασίλης Τοροσίδης του Θρύλου του Πειραιά πανηγυρίζει το γκολ του, που έδωσε στην Εθνική Ελλάδος την πρώτη της νίκη σε Μουντιάλ: Ελλάδα-Νιγηρία 2-1, με πρώτο το γκολ του Σαλπιγγίδη, πρώτο γκολ της Εθνικής σε Μουντιάλ.

Μεγάλος σταθμός για το μικρό ελληνικό ποδόσφαιρο, 16 χρόνια από την πρώτη και μοναδική ώς τώρα συμμετοχή της Ελλάδας σε Μουντιάλ, το 1994 στις ΗΠΑ, συμμετοχή που είχε σημαδευτεί από ένα ντροπιαστικό 10-0 σε τρεις αγώνες. Προπονητής ήταν ο Αλκέτας Παναγούλιας, που του καταλόγιζαν ότι μετέτρεψε την ομάδα σε περιοδεύοντα θίασο, τραβολογώντας την από δεξίωση σε δεξίωση των ομογενών.

Η δεύτερη λοιπόν συμμετοχή θέλησε να μας κάνει να ξεχάσουμε την πρώτη. Και τα κατάφερε. Βέβαια, δεν προχώρησε και πολύ παρακάτω η Εθνική: τρεις μέρες κράτησε, κατά τα γνωστά, το θαύμα. Που ήταν όμως θαύμα, κόντρα στη γνωστή μας, επίσης εθνική, μεμψιμοιρία.

Θα το θυμόμαστε, μαζί με τις βουβουζέλες, αυτό το εντυπωσιακό ηχητικό υπόστρωμα, ένα διονυσιακό ισοκράτημα χαράς, που αυτό πια ξεσήκωσε γενικότερη μεμψιμοιρία έως αγανάκτηση. Εμένα, με το συμπάθιο, με συνάρπαζε.
                                                              Τα Νέα, 23 Δεκεμβρίου 2010

                                              * * *

Παραγγελιά λοιπόν από την εφημερίδα, για το αφιέρωμα «Το φιλμ μιας ιστορικής χρονιάς», και σκεπτικό: «Το 2010 έφερε την Ελλάδα στη δίνη της μεγάλης κρίσης. Τα Νέα ξεχώρισαν δεκαοκτώ εμβληματικές εικόνες…» και τις μοίρασαν σε συνεργάτες όπως η αφεντιά μου και άλλους, «δημοσιότερους», για ένα σύντομο σχόλιο. Εμένα μου έπεσε η φωτογραφία του Τοροσίδη: δέχτηκα με χαρά, αν και πρώτη μου προτίμηση θα ήταν κάνας Άγιος Παντελεήμονας, όχι μου είπαν, πολύ ωραία είπα, μοναδική ευκαιρία να γράψω έστω δυο λέξεις για τις βουβουζέλες, αφού δεν αξιώθηκα να γράψω τότε, στην ώρα τους.

Αλλά με τις λιγοστές, αυστηρά μετρημένες λέξεις, πάλι δεν έγραψα τον ύμνο που ήθελα για τις βουβουζέλες. Που έβαζα την τηλεόραση να παίζει ακόμα και σε αγώνες χωρίς κανένα ενδιαφέρον, μόνο και μόνο γι’ αυτήν τη συνοδεία, σαν κρατημένη νότα, που έδινε εντέλει μια μυστηριακή διάσταση στην όλη δράση, στα διαφορετικά επεισόδια που τα έδενε μεταξύ τους, ίδια με το continuum –θα το πω κι ας ακουστεί σαν ύβρις– του Γιάννη Χρήστου. [Μονάχα τ’ όνομα μάς τα χαλούσε, μ' αυτό το διπλό βου, ή την ηχητική συγγένεια με βάζελους και βαζέλες…]

Η συμμορία των δεκαοχτώ του αφιερώματος: Αντώνης Λιάκος, Κώστας Μητρόπουλος, Τίνα Μπιρμπίλη, Γιάννης Η. Χάρης, Δημήτρης Παπαδημούλης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μίμης Ανδρουλάκης, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Σώτη Τριανταφύλλου, Όλγα Τρέμη, Ηλίας Κανέλλης, Άννα Φραγκουδάκη, Χρήστος Χωμενίδης, Κυριάκος Κατζουράκης, Ηλίας Νικολακόπουλος, Σωτήρης Γκορίτσας, Πέτρος Μάρκαρης, Μαρία Χούκλη

buzz it!

23/12/10

Πού πατά και πού πηγαίνει

Τα Νέα, 23 Δεκεμβρίου 2010 [εδώ, με μικροπροσθήκες]

«Και χορεύω σα θηρίο / που του πρέπει παραθείο» τραγουδάει ο Διονύσης Σαββόπουλος: αν όμως ισχύουν οι απόψεις του ότι άλλο τονικό ύψος δίνει η οξεία, άλλο η βαρεία, άλλο η περισπωμένη κτλ., τότε μάλλον ακυρώνεται η ρίμα του

Αν τάχα προφέρονται ακόμη μακρά και βραχέα φωνήεντα, όχι πολυτονικό, αλλά ούτε καν το μονοτονικό δεν μας χρειάζεται!

το πλήρες κείμενο:

Τον δικό της μύθο έχει φτιάξει πια μια παλιά «έρευνα» του Σαββόπουλου που υποτίθεται πως μετρούσε διαφορετικό ύψος της φωνής ανάλογα με τον τόνο της λέξης, έβρισκε δηλαδή ζωντανή ακόμα τη μακρότητα και βραχύτητα των φωνηέντων της αρχαίας ελληνικής.

Η «έρευνα» αυτή έγινε εύλογα σημείο αναφοράς για τους πιστούς του πολυτονικού. Μπαντιέρα την έχει κάνει λ.χ. η διδασκάλισσα της Ελληνικής Αγωγής του Γεωργιάδη, ή έπειτα ο μαθητής τής εν λόγω διδασκάλισσας ψυχίατρος Ι. Τσέγκος: «αλλιώς, ας πούμε, εκφέρεται η λέξη “αβγό” και αλλιώς η λέξη “αγαπώ”! Η πρώτη έχει οξεία, η δεύτερη περισπωμένη. Είναι μακρά η εκφορά της. Ειδάλλως, με το μονοτονικό, το αβγό γίνεται αγαπώ! Ένα και το αυτό» έλεγε εν πάση αφελεία σε ομοϊδεάτη του δημοσιογράφο («Έψιλον» Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας 16.11.08).

Αλλά και στο «Κ» της Καθημερινής (14.2.08), για να περιοριστώ σε δύο σοβαρά έντυπα, ο Σωτήρης Κακίσης, συζητώντας για τη γλώσσα με τον συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη και τον σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο, ανατρέχει στο ιστορικό των μετρήσεων του Σαββόπουλου: «συνειδητοποιήσαμε τότε πως οι άνθρωποι έλεγαν υποδειγματικά ακόμα τις βραχείες και τις μακρές συλλαβές!»*

Τελευταία και πιο κραυγαλέα εμφάνιση της «έρευνας», όπως έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα, η αναδημοσίευση σε πλήθος εθνοπατριωτικά μπλογκ του κειμένου του Σαββόπουλου, χωρίς καμία βιβλιογραφική ένδειξη και με τίτλο «Ο Σαββόπουλος κάνει μάθημα Ελληνικών στην Διαμαντοπούλου»! Αναγκαστικά επανέρχομαι:

19 Ιανουαρίου 1985, στον «Μίλωνα» της Νέας Σμύρνης, σε ημερίδα του τότε ΚΚΕ Εσωτερικού για τη γλώσσα, ο Σαββόπουλος παρουσιάζει τις μετρήσεις του, σύμφωνα με τις οποίες επιζεί η μουσικότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας –και γι’ αυτό η «ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι», και «μόνο η ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι, γιατί μόνο η ελληνική γλώσσα έχει συνείδηση του εαυτού της ως τραγουδιού...»!

Το κοινό ενθουσιάζεται και χρειάστηκε κόπος για να ακουστεί ο συντριπτικός αντιρρητικός λόγος του Β. Δ. Φόρη, του Αλέξανδρου Κοτζιά, του Δ. Ν. Μαρωνίτη, του Α. Μπελεζίνη κ.ά. Δεν είναι τυχαίο πως επιστημονική συνδρομή δεν βρήκε καμία ο Σαββόπουλος, ούτε καν από τον παριστάμενο Μπαμπινιώτη –που χαρακτηριστικά, σε άλλη συνεδρία την ίδια μέρα, είχε τονίσει ότι, για να ευοδωθεί ο αγώνας υπέρ των αρχαίων ελληνικών, πρέπει να αποσυνδεθεί από το αίτημα για επαναφορά του πολυτονικού.

Λίγες μέρες αργότερα έγραψα σχετικά στο περιοδικό Αντί («Δείξε τη δύναμή σου, Ντεστέν», τχ. 280, 1.2.85· βλ. εδώ), απ’ το οποίο αντιγράφω ελάχιστα εδώ. Τον Μάιο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η λέξη (τχ. 44, σ. 423-31) το κείμενο του Σαββόπουλου, με τίτλο «Τα Ελληνικά ως τραγούδι». Και ακολούθησε στο ίδιο περιοδικό, τον Σεπτέμβριο (τχ. 47, σ. 728-36· βλ. εδώ και εδώ), εκτενής απάντηση του αείμνηστου Φόρη, με τίτλο «Ελληνικά παρατράγουδα». Από κει και πέρα αρχίζει η μυθοποίηση και η μυθολόγηση.

Ο συνθέτης είχε απλώς πει το δικό του τραγούδι. Που το πήγε βόλτα αργότερα, το 1996, και στην Αμερική (Πρίνστον, Κολούμπια κ.α.), να θαμπώσει τα αμερικανάκια.** Με βάση τον τρόπο με τον οποίο είχε διαβάσει τη φράση: «ἀπ’ τ’ ἄνθη τοῦ Μαγιοῦ ἐλαφρὲς πνέουν οἱ αὖρες», μέτρησε ντεσιμπέλ και χιλιόκυκλους και σχημάτισε την ακόλουθη σειρά, από τις άτονες στις εντονότερα τονισμένες λέξεις: (1) ἀπ’, (2) ἐλαφρὲς, (3) τοῦ Μαγιοῦ, (4) πνέουν, (5) οἱ αὖρες, (6) τ’ ἄνθη.

Και συγκεφαλαίωσε: (1) άτονες λέξεις, (2) βαρεία, (3) περισπωμένη, (4) οξεία, (5) ψιλή-περισπωμένη και δασεία-περισπωμένη, (6) ψιλή-οξεία και δασεία-οξεία. Αντιστρατευόμενος ουσιαστικά την ίδια τη λογική, την πάλαι ποτέ πραγματικότητα των διαφορετικών τόνων. Όπου η βαρεία, ως γνωστόν, σήμαινε απλώς έλλειψη υψηλού τόνου, γι’ αυτό και σημειωνόταν αρχικά σε όλες τις άτονες συλλαβές (ἄλὸγὸς)... Ενώ η περισπωμένη ήταν απλούστατα ο συνδυασμός οξείας και βαρείας, που ανεβοκατέβαζε στο ίδιο φωνήεν (μακρό, σε δύο δηλαδή χρόνους) τη φωνή...

Ακόμα, στη φράση: «λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα», όπου ο παλμογράφος δεν κατέγραφε, λέει, την αναμενόμενη όξυνση της λ. γυναίκα, ο Σαββόπουλος αναγνώρισε την τρίτη κλίση, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα «έχει περισπωμένη»: «νά λοιπόν η τρίτη κλίση, που κακώς καταργήθηκε, αφού υπάρχει ζωντανή στη φωνή μας!» ανέκραξε θριαμβευτικά. Αν όμως στην ίδια φράση, αντί για γυναίκα, είχε τη λ. κοπέλα, τι θα έκανε, ρώτησε ωραία τώρα ο Νίκος Σαραντάκος, θα έβαζε περισπωμένη στο -ε- της κοπέλας;

«Τίποτε δεν χάθηκε, όλα υπάρχουν!» ήταν η θριαμβική επωδός του Σαββόπουλου.

Ιλαροτραγική αντίφαση στη δική του διατύπωση πως οι Αλεξανδρινοί «εμνημείωσαν» με τους τόνους και τα πνεύματα τη μουσικότητα που είχε αρχίσει να χάνεται, τη μουσικότητα που υπήρχε ώς τότε –και γι’ αυτό δεν χρειάζονταν, ώς τότε, τόνοι και πνεύματα!

Αν όμως προφέρονται και σήμερα ακόμη μακρά και βραχέα φωνήεντα, αν υπάρχουν ενδιάθετα στη φωνή μας, τι μας χρειάζεται η σημείωση των τόνων και των πνευμάτων; Μήπως να καταργηθεί και ο μοναδικός τόνος που διατηρείται στο μονοτονικό –παντελώς άχρηστος πια και αυτός; Δηλαδή ατονικό;

Όχι. Γιατί αυτά που έψαχνε ο Σαββόπουλος έχουν να κάνουν με τη μετρική, το τροχαϊκό, το ιαμβικό μέτρο κτλ., ή αλλιώς, στον πεζό λόγο, ονομάζονται επιτονισμός, όπως έγραφα στην προηγούμενη επιφυλλίδα, έχουν δηλαδή, απλούστατα, σχέση με τις διακυμάνσεις της φωνής μέσα στον συνεχή λόγο.

Το τραγελαφικό είναι πως στο συμπέρασμα αυτό εξωθήθηκε και ο ίδιος ο Σαββόπουλος, όταν ρωτήθηκε τι καταλαβαίνει κατά την εκφώνηση «όμος»= ώμος ή όμως; τι μακρά, τι βραχέα και τι τόνους ακούει: «Η μουσική έχει σχέση με ό,τι ακολουθεί ή προηγείται» απάντησε!

Δηλαδή με τα συμφραζόμενα! Δηλαδή, ποια μακρά και ποια βραχέα, ποιες βαρείες, ποιες οξείες και ποιες περισπωμένες...

Όμως φοβάμαι ότι δεν το κατάλαβε ποτέ αυτό που μόνος του είπε. Πόσο μάλλον οι επίγονοι και οι πιστοί.


* Από τη συζήτηση αυτή φαίνεται πως ο Γ. Πανουσόπουλος έχει θητεύσει στις γνωστές παρασχολές: «Η ελληνική γλώσσα, κι ας μην το ξέρει ο κάθε υπουργός αυτό αλλά το ξέρω εγώ, θεωρείται ονοματοποιός γλώσσα. [...] Η λέξη ενέργεια [...] για έναν Άγγλο είναι σημειολογική και τίποτα παραπάνω. Ένα σύμβολο, που να το εξηγήσει γλωσσικά, αν δεν καταφύγει στα ελληνικά, του είναι αδύνατο». Και σε άλλο σημείο: «όλη αυτή η θεωρία περί ινδοευρωπαϊκής γλώσσας ένα παραμύθι φιλολογικό είναι…»

** Στο σχετικό άρθρο της Γιώτας Συκκά, «Μουσικά μαθήματα για την ελληνική γλώσσα: ο Διονύσης Σαββόπουλος στο “Πρίνστον” και το “Κολούμπια” των ΗΠΑ», Καθημερινή 6.11.96, διαβάζουμε και τα εξής λόγια του Δ.Σ.: «Αν θες να ακούσεις τις περισπωμένες και τις βαρείες, τις ακούς στους καλούς ηθοποιούς και τους καλούς τραγουδιστές. Αυτούς που το “ωμέγα” το λένε πιο μεγάλο από το “όμικρον”, που ανεβάζουν τη νότα όταν πρέπει. Το βλέπουμε και σε ορισμένα σουξέ τα οποία, ενώ έχουν τις προδιαγραφές, δεν πετυχαίνουν, γιατί είναι λάθος ο τονισμός, ενώ συνήθως αυτά που επιτυγχάνουν είναι επειδή ο τραγουδιστής αποδίδει τέλεια το τονικό σύστημα. Φερ’ ειπείν δεν πέτυχε το “Δεν παντρεύομαι” που έλεγε η Λίτσα Διαμάντη, ενώ εξακολουθούν να τραγουδούν έπειτα από δεκαετίες το “Συγνώμη, σου ζητώ συγχώρεσέ με” του Γιαννίδη». Με τέτοια «επιχειρήματα» ο Σαββόπουλος θα έβγαζε άχρηστη όλη τη στιχουργική, όλη την ομοιοκαταληξία του ίδιου του Σαββόπουλου. Όταν λόγου χάρη τραγουδάει: «Και χορεύω σα θηρίο / που του πρέπει παραθείο», ένα ευαίσθητο μουσικό αφτί όπως το δικό του θα έπρεπε να πιάνει το διαφορετικό τάχα τονικό ύψος που δίνει η οξεία στο θηρίο και η περισπωμένη στο παραθείο!

buzz it!

11/12/10

επιμέλεια εκδόσεων

για την επιμέλεια εκδόσεων έχω φλυαρήσει επί πέντε επιφυλλίδες
δεν ξέρω τι άλλο θα βρω να πω τώρα, σίγουρα όμως θ' ακούσω


buzz it!