11/11/11

"ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος"

Δεν είναι από τα καλύτερα τραγούδια του Θεοδωράκη, είναι από τα πιο αδύνατα, ή και τα χειρότερα, ας το πούμε, αλλά τα Τραγούδια του αγώνα, στα οποία ανήκει, σφράγισαν μια εποχή, μια δύσκολη εποχή, εκφράζουν μια δύσκολη εποχή. Δεν ξέρω αν ζούμε, όπως λένε, με μια άσκοπη και κυρίως άτοπη ρητορεία, το τέλος της μεταπολίτευσης, αλλά σίγουρα ζούμε μιαν από άλλη άποψη δύσκολη εποχή. Κι ο παροιμιακός αυτός στίχος του Θεοδωράκη είναι ο πρώτος που μου ήρθε σήμερα το απόγεμα στο νου.

Η συμμετοχή του Λάος στην «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας» είναι η ουσιαστική χρεοκοπία μας. Η συμμετοχή ειδικότερα του Άδωνη Γεωργιάδη είναι ό,τι μπορεί να μας ταπεινώσει πιο πολύ, να κάνει τέλειο τον εξευτελισμό μας.

Πιθανότατα, ή και σίγουρα, ο Άδωνης Γεωργιάδης δεν είναι ο χειρότερος στην ελληνική πολιτική σκηνή, ούτε ο πιο ακροδεξιός, ούτε ο πιο ρατσιστής, ούτε ο πιο εθνικιστής, ή κι ο πιο αγράμματος, ούτε, τέλος, το μοναδικό και χειρότερο μιντιακό κατασκεύασμα.

Όμως η άνοδος στην εξουσία του εμπρόθετου, και επιδεικτικού, αν όχι προκλητικού, καραγκιοζισμού είναι η πανηγυρικότερη πτώση η δική μας.

buzz it!

3 ανέκδοτα με ξανθιές, κάνα δυο ώρες πριν από τη Χρεοκοπία

τουλάχιστον δύο στελέχη του Λάος, Βορίδης και Γεωργιάδης, θα μετέχουν, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, στην κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας που ορκίζεται σε κάνα δυο ώρες: ιδού η οριστική, διόλου ανεξέλεγκτη, χρεοκοπία

ας προλάβουμε να ευθυμήσουμε, με τρία ήδη γνωστά ανέκδοτα:

διαβάστε τη συνέχεια...


ανέκδοτο με Ξανθιά, Νο 1:

Μελίνα Τσιλιμίγκρα, πρόεδρος της Νέος Αργολίδος, μέλος Γραμματείας Ιδεολογικού του Λάος, για «To νόημα του ΟΧΙ σήμερα»:


«[… 10.40:] πλέον οι γαλαζοπράσινες κυβερνήσεις, αδιαφορώντας και αδικώντας την Ιστορία, τις ηθικές αρχές, τους οραματισμούς και τις αγωνίες του ελληνισμού, επιδίδονται σε αγώνα κοκορομαχίας, με απώτερο σκοπό τη σύνθλιψη και αποδυνάμωση του φρονήματος των Ελλήνων, κραυγάζοντας […, 12.25:] ναι στην παραχάραξη της Ιστορίας και τη βεβήλωση της ιστορικής μνήμης με βιβλία που διδάσκουν στα ελληνόπουλα ότι η πυρπόληση της Σμύρνης και οι νεκροί του μικρασιατικού ελληνισμού οφείλονται σε συνωστισμό…»

εδώ κλάμα, και:

«συγνώμη, δε θα ήθελα να μου συμβεί αυτό, απλά δεν μπορώ να πιστέψω πως προσβάλλουν έτσι τη χώρα ΜΟΥ» (τα κεφαλαία δικά μου)

στο τέλος [μετά το 21] εκφωνούνται τα διάφορα Ζήτω, πάλι κλάμα, και:

«αισθάνομαι πολύ άβολα απέναντί σας, δεν ήθελα να συγκινηθώ έτσι, αλλά έτσι παθαίνω συνήθως όταν μιλάω για τη χώρα ΜΟΥ» (τα κεφαλαία δικά μου)

ακολουθεί ο εθνικός ύμνος, όρθια ψάλλει η Τσιλιμίγκρα, όρθιος ψάλλει και ο Άδωνης, εμείς δυστυχώς δεν ακούμε Τσιλιμίγκρα και Άδωνη, βλέπουμε όμως Άδωνη όχι απλώς ευθυτενή αλλά με το κεφάλι σχεδόν ριγμένο πίσω


ανέκδοτο με Ξανθιά-βαμμένη-Μελαχρινή, Νο 2:

Λιάνα Κανέλλη, Χριστιανή Ορθόδοξη, βουλευτίνα –Πρώτη σε σταυρούς– του ΚΚΕ, στο Channel 4:

«we are Bold and Beautiful [αναφορά στο Τόλμη και Γοητεία], it’s chill in Athens but you still need the Acropolis to have a European idea of civilization»

«dear... my dear...»

«MY country…» (τα κεφαλαία δικά μου)

η γνωστή Λιάνα παναπεί, επιτομή αλαζονείας και ιταμότητας, μασημένη τροφή στην πλέον στοιχειώδη σημειολογία, έτσι με τα εθνικά της χρώματα ντυμένη, και όχι απλώς ευθυτενής αλλά με το κεφάλι σχεδόν ριγμένο πίσω


ανέκδοτο με -–εμάς πια τις–- Ξανθιές, Νο 3:

δημοσκόπηση της Kapa Research για το Βήμα της Κυριακής

«Τις θετικότερες γνώμες των ερωτηθέντων συγκεντρώνει ο Φώτης Κουβέλης και ακολουθούν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, η Λιάνα Κανέλλη…»


αποκατάσταση:

και καλά, Κουβέλης, Βαρθολομαίος, Ιερώνυμος, Κανέλλη –αδικήσαμε την Τσιλιμίγκρα;

ίσα ίσα, η Τσιλιμίγκρα ορκίζεται σε κάνα δυο ώρες!

buzz it!

29/10/11

ο Αμαυρωτής, ο Καταλαβεστής και η Πλειοψηφία

[απντέιτ, 31/10, στο τέλος]

ο Αμαυρωτής

ο "φασίστας που αμαύρωσε την ιστορική μέρα"

ο "κοινωνικός και πολιτικός χούλιγκαν που δηλητηριάζει την κοινωνία και ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο σε εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας"

η «φασίζουσα μειοψηφία που επέλεξε τη σημερινή μέρα του ΟΧΙ στο φασισμό να επιβάλει με τη βία την παρουσία της, που επέλεξε να σπείρει το διχασμό"

το "αβγό του φιδιού" αυτοπροσώπως

ο Καταλαβεστής* (π.χ. Μαγκριώτης):

"Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, τους περισσότερους που ήταν εκεί μαζεμένοι αγωνιζόμαστε, για τα νέα παιδιά, για τη γιαγιά που η σύνταξή της περιορίστηκε, για τους ανέργους. Γι’ αυτούς δίνουμε τη μάχη, γι’ αυτούς προσπαθούμε. Κι όχι απλώς κατανοώ την αντίδρασή τους και την αποδοκιμασία τους, τη σέβομαι απολύτως και προσπαθούμε να τους δικαιώσουμε"

και η Πλειοψηφία

η "δικτατορία της μειοψηφίας" οδήγησε στη ματαίωση της παρέλασης (Μπουτάρης)

"Και πώς μετριέται η πλειοψηφία; Με τη συμμετοχή σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ή με τις εκλογές που, με βάση το Σύνταγμα, γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια;" (Παπούλιας)

επίσης η πλειοψηφία μετριέται με τα αντίτυπα που πουλάει η Λένα Μαντά, με τους δίσκους που πουλάει ο Λεπά, τα εισιτήρια που κόβει η Ντενίση


* καταλαβεστής= αυτός που όλα τα καταλαβαίνει


απντέιτ, 31/10, από ιμέιλ φίλου αναγνώστη: "...δεν προσέξατε ότι ο άκρη αριστερά καραβανάς μιλάει στο κινητό του. Αν δηλαδή ο άμυαλος πιτσιρικάς που παρελαύνει μουντζώνει τους επισήμους, ο σώφρων ενήλικος επίσημος μουντζώνει τους προγόνους του (και συναδέλφους του!) που έγραψαν το έπος του 40 κτλ."

buzz it!

3/10/11

140 ευχαριστώ, τα δύο διπλά, και μια μικρή διδακτική ιστορία

ευχαριστώ και από εδώ για τη συγκινητική συμπαράσταση τους 140 που υπέγραψαν μια επιστολή διαμαρτυρίας προς τα Νέα σχετικά με τη διακοπή της συνεργασίας μου

διπλές ευχαριστίες στον Steppenwolf, που είχε αρχικά την ιδέα, διπλές και παραπάνω στον Νίκο Σαραντάκο, για την τελική επιστολή και όλο το κουπί που τράβηξε έπειτα, με τη συγκέντρωση των υπογραφών κτλ.

η αρχική συζήτηση, με θερμές και πάλι συγκινητικές δηλώσεις συμπαράστασης, έγινε στο φιλόξενο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, η υπόθεση των υπογραφών από υπαιτιότητά μου εξελίχθηκε περίπου σε παρωδία, όταν σαν έσχατη εκδήλωση καλής πίστης προς την εφημερίδα, που υποτίθεται πως συζητούσε ακόμα την υπόθεσή μου, ζήτησα να σταματήσει η συγκέντρωση των υπογραφών

παραταύτα υπήρξαν τελικά 140 υπογραφές, σε μια επιστολή απ’ την οποία δε νομίζω πως περίμενε κανείς κάποιο αποτέλεσμα, γεγονός που δίνει, για μένα, ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός της υπογραφής

διαβάστε τη συνέχεια...

η επιστολή στάλθηκε, με 135 αρχικά υπογραφές, στην εφημερίδα, και αφού δεν δημοσιεύτηκε έπειτα από δέκα μέρες, αναρτήθηκε τώρα μαζί με τις υπογραφές στου Νίκου Σαραντάκου. Αναδημοσιεύω και ξανά ευχαριστώ:

Κύριε Διευθυντά
Διαβάσαμε με έκπληξη ότι η εφημερίδα σας αποφάσισε να τερματίσει τη συνεργασία της με τον Γιάννη Η. Χάρη. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και ότι το μοντέλο που ακολουθούσαν τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες θεωρούμενες μεγάλες εφημερίδες δεν είναι βιώσιμο, αλλά είναι παράδοξο οι περικοπές να αρχίζουν από τις καλύτερες πένες της εφημερίδας, πολύ περισσότερο αν σκεφτούμε ότι πρόσφατα η στήλη του Γ. Χάρη έγινε εβδομαδιαία από δεκαπενθήμερη, δηλαδή διπλασιάστηκε η συχνότητά της σε αναγνώριση της μεγάλης αναγνωσιμότητάς της. Είμαστε βέβαιοι ότι δεν είμαστε οι μόνοι που αγόραζαν τα σαββατιάτικα Νέα κυρίως για τον Χάρη και που άνοιγαν την εφημερίδα κατευθείαν στη σελίδα του. Η ενέργεια αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πρόσφατη διακήρυξη του κ. Ψυχάρη, ο οποίος έκανε αυτοκριτική (πόσο ειλικρινή τάχα;) για το μοντέλο των αφειδών προσφορών και της υποβάθμισης του περιεχομένου της εφημερίδας –με τη διακοπή της συνεργασίας του Γιάννη Χάρη, αλλά και γενικότερα με τη συρρίκνωση της ενότητας του Βιβλιοδρομίου, τα σαββατιάτικα Νέα κάνουν ένα ακόμα βήμα στο να αποτελούν απλώς το περιτύλιγμα των βιβλίων και δίσκων που προσφέρονται προς άγραν αγοραστών.
Με τιμή


Ιωάννης Αβραμίδης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη
Χρήστος Αγγελάκος, συγγραφέας
Δημήτρης Αγγελίδης, δημοσιογράφος, Αθήνα
Ευφροσύνη Αγγέλου
Βλάσης Αγτζίδης, ιστορικός, Αθήνα
Θάνος Αθανασίου, μεταφραστής, Γέρακας
Σία Αναγνωστοπούλου, ιστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Βασίλειος Αναστασάτος, Γερμανία
Παρθενόπη Αναστασιάδου, μεταφράστρια, Βρυξέλλες
Κωνσταντίνος Αποστολάκης, Χανιά
Άσπα Αρώνη
Μάνος Αυγερίδης, υποψ. διδάκτορας, Αθήνα
Στράτος Βασδέκης, ιδ. υπάλληλος, Κρακοβία, Πολωνία
Σεραφείμ Βελέντζας, μεταφραστής, Αθήνα
Γιάννης Βελούδης, καθηγητής γλωσσολογίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη
Κώστας Βενιζέλος, δημοσιογράφος, Αθήνα
Λίνα Βεντούρα, πανεπ. Πελοποννήσου
Γιάννης Βουλάγκας, πολιτικός μηχανικός, Λάρισα
Μιχάλης Βουρεκάς, δικηγόρος, Αθήνα
Νίκος Γιαννακόπουλος, άνεργος, Αθήνα
Χριστίνα Γιούργα, αναπλ. καθηγήτρια πανεπ. Αιγαίου
Σωτήρης Γκαρμπούνης, φιλόλογος, Δράμα
Αλέξανδρος Γκεζερλής, ερευνητής, Σιάτλ ΗΠΑ
Βαγγέλης Δαρδαντάκης, Κορυδαλλός
Κατερίνα Δέδε
Νικολέτα Δημητρίου, Θεσσαλονίκη
Παναγιώτης Δρεπανιώτης, μεταφραστής-επιμελητής, Καλλιθέα
Λίλυ Εξαρχοπούλου, συγγραφέας
Αλέξης Ζήρας, κριτικός, πρόεδρος Εταιρείας Συγγραφέων
Σοφία Θεοδωρακοπούλου
Μαρία Θεοδωροπούλου, λέκτορας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θεοχάρης, μεταπτυχιακός φοιτητής, Αθήνα
Ελευθερία Καβουσανάκη, φυσικός, Κονστάντς, Γερμανία
Χρήστος Καζολιάς, εκπαιδευτικός, Αθήνα
Χρήστος Κακλαμάνης, μεταφραστής, Λουξεμβούργο
Μάρω Κακριδή-Φερράρι, επίκ. καθηγ. γλωσσολογίας, Πανεπ. Αθηνών
Αλεξάνδρα Καλογρίδη, βιβλιοθηκάριος, Αθήνα
Valentini Καλφαδοπούλου-Mellas, φιλόλογος-μεταφράστρια, Πειραιάς
Τάσος Καπλάνης, επίκ. καθηγητής νεοελλ. φιλολογίας, Λευκωσία
Θάνος Κάππας, φιλόλογος, Αθήνα
Χρήστος Καραγιαννίδης, ιδ. υπάλληλος, Δράμα
Βασίλης Καράδαης, μαθηματικός, Μόναχο
Εβίτα Καραχάλιου, φιλόλογος, Αθήνα
Ελένη Καρρά
Δήμητρα Κατή, αναπλ. καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών
Γιώργος Κατσούρος, ηλεκτρολόγος μηχανικός, Θεσσαλονίκη
Διονύσης Καψάλης, ποιητής, Αθήνα
Θρασύβουλος Κεφαλάς
Δημήτρης Κιούσης, ιατρός-βιολόγος, Λονδίνο
Γιώργος Κόκκινος, μεταφραστής, Βρυξέλλες
Σοφία Κολοτούρου, ποιήτρια, Παλ. Φάληρο
Γρηγόρης Κονδύλης, μεταφραστής, Αγρίνιο
Παναγιώτα Κούτσικα, δικηγόρος, Βριλήσσια
Γιώργος Κυριαζής, μεταφραστής, Αθήνα
Γιώργος Κυριακάκης, συνθέτης, καθηγητής σύνθεσης, Βερολίνο
Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, επίκ. καθηγητής Παντείου, Αθήνα
Τάσος Κωστόπουλος, δημοσιογράφος
Αγγελική Κώττη, δημοσιογράφος, Αθήνα
Δημήτρης Λαβατσής, τραπεζικός, Χίος
Άγγελος Λεβεντάκης, οικονομολόγος, Μαρούσι
Δέσπω Λιάλιου, αντιπρύτανις ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη
Νίκος Λίγγρης, μεταφραστής, Δροσιά
Χριστόφορος Λιοντάκης, ποιητής, Αθήνα
Δέσποινα Λουκίδου, συντ. φιλόλογος, Θεσσαλονίκη
Αγγέλα Λούμου, αναπλ. καθηγήτρια ΑΤΕΙ Καλαμάτας
Νικόλας Μακροδήμος, δάσκαλος
Γρηγόρης Μανόπουλος, αρχαιολόγος, Ιωάννινα
Δώρα Μαρινάτου, εκπαιδευτικός, Πάτρα
Γεράσιμος Μαυροκέφαλος, καθηγητής αγγλικής, Αθήνα
Ιωάννα Μεϊτάνη, μεταφράστρια, Αθήνα
Στέλιος Μηντσίδης, φυσικός-προγραμματιστής, Αθήνα
Λουίζα Μητσάκου, μεταφράστρια
Δημήτρης Μιχελιουδάκης, γλωσσολόγος, Κέιμπριτζ, Ην. Βασίλειο
Δημήτρης Μουρατίδης, πολιτικός μηχανικός, Πόρτσμουθ Ην. Βασίλειο
Νίκος Μπαμπούνης, γλωσσολόγος, Αθήνα
Κλάουντια Μπέττχερ, Κέρκυρα
Μάριος Μπλέτας, ιστορικός, Αθήνα
Ελένη Μπουκαούρη, συνταξιούχος δημοσιογράφος
Κατερίνα Μπούκη
Νίνα Μπούρη, μεταφράστρια, Αθήνα
Στρατής Μπουρνάζος, επιμελητής κειμένων, Αθήνα
Δημήτρης Μπρόβας, καθηγητής μουσικής, Θεσσαλονίκη
Μαρίνα Μυλωνά, εκπαιδευτικός, Αλεξανδρούπολη
Γιάννης Νικολάου, Αθήνα
Γιάννης Νικολούδης, Αθήνα
Ε. Φοίβος Παναγιωτίδης, επίκ. καθηγητής γλωσσολογίας, Λευκωσία
Βικτώρια Παναγιώτου, φοιτήτρια ιατρικής, Σέρρες
Παύλος Πανταζής, επίκ. καθηγητής, ΑΠΘ
Σταύρος Παναγιωτίδης, υποψ. διδάκτορας, πρόεδρος μεταπτυχ. Παντείου
Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου
Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, υπ. διδάκτορας, Αθήνα
Αθανασία Παπαδημητρίου, δικηγόρος, Ηράκλειο Κρήτης
Χίλντα Παπαδημητρίου, μεταφράστρια, Νέα Σμύρνη
Μαρία Παπαδοπούλου, βιβλιοϋπάλληλος, Θεσσαλονίκη
Πέτρος Παπακαλός, νομικός, Λουξεμβούργο
Γιάννης Παρασκευόπουλος, νοσοκ. γιατρός, Ρόδος
Ναταλία Παρασκευοπούλου, ηλεκτρολόγος μηχανικός, Αθήνα
Πασχάλης Πασχίδης, ιστορικός, Αθήνα
Αχιλλέας Παυλίδης, αρχιτέκτονας, Αθήνα
Αλκιβιάδης Περβαινάς, ιδ. υπάλληλος, Χαλάνδρι
Έλλη Πετράντη, επιμελήτρια εκδόσεων, Αθήνα
Αφροδίτη Πολίτη, δημοσιογράφος, Αθήνα
Αναστάσιος Πορτοκαλάκης, Ιδιωτικός υπάλληλος, Αθήνα
Παναγιώτης Πούτος, Φιλόλογος, Αργυρούπολη
Γιώργος Πρίμπας, φυσικός-ιδ.υπάλληλος, Καλλιθέα
Γιώργος Ριζόπουλος, Δρ πολιτικός μηχανικός, Λευκωσία
Ελεάννα Ροζάκη, δημοσιογράφος, Αθήνα
Μάτα Σαλογιάννη, μεταφράστρια, Αθήνα
Σόλων Σαρακενίδης, συνταξιούχος Δ.Υ., Ξάνθη
Αθηνά Σαρακενίδου, συνταξιούχος ΔΠΘ, Ξάνθη
Νίκος Σαραντάκος, μεταφραστής, Λουξεμβούργο
Μαρίνος Σαρηγιάννης, ιστορικός, Ρέθυμνο
Παύλος Σινόπουλος
Ξένια Σκούρα, εκπαιδευτικός-μεταφράστρια, Ρέθυμνο
Χάρη Σταθάτου, πεζογράφισσα, Αθήνα
Γραμματούλα Σταυρακούδη, κοινωνική λειτουργός, Νέα Σμύρνη
Αθηνά Σταυρίδου, λέκτορας αρχιτεκτονικής ΕΜΠ, Αθήνα
Τάσος Σταυρουλάκης, δημ. υπάλληλος, Ν. Αρτάκη Χαλκίδας
Ανδρέας Στεργιάδης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη
Στέφανος Στέφος, μεταφραστής, Χίος
Βασίλης Συμεωνίδης, φιλόλογος, Δράμα
Λευτέρης Σφακιανάκης, φιλόλογος, Αθήνα
Κοραλία Σωτηριάδου, μεταφράστρια-επιμελήτρια εκδόσεων, Αθήνα
Ξενοφών Τζαβάρας, φιλόλογος-υπ.διδάκτ.γλωσσολογίας, Αθήνα
Αχιλλέας Τζάλλας, Παλαιό Φάληρο
Μαριάννα Τζιαντζή, εργαζόμενη στα ΜΜΕ, Αθήνα
Ευάγγελος Τσαχάς, δικηγόρος, Αθήνα
Λητώ Τσεκούρα, επιμελήτρια εκδόσεων, Αθήνα
Γιάννης Τσιχλής, συνταξιούχος, Νεάπολη Λασιθίου
Αντιγόνη Φιλιπποπούλου, επιμελήτρια εκδόσεων ΜΙΕΤ
Ριχάρδος Φώσκολος, γλύπτης, Τήνος
Μαρία Φώτου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια, Λονδίνο
Γιάννης Χάκκας, γιατρός ακτινοδιαγνώστης, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Χαλκίδης, Λουξεμβούργο
Δημήτρης Χαρβάτης, μεταφραστής, Αθήνα
Βάνα Χατζάκη, μεταφράστρια
Ελένη Χοντολίδου, επίκ. καθηγήτρια ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη
Αγγέλικα Ψαρρά, δημοσιογράφος, Αθήνα
Άντα Ψαρρά, δημοσιογράφος, Αθήνα
Δημήτρης Ψαρράς, δημοσιογράφος, Αθήνα


και η μικρή διδακτική ιστορία,

που την έγραψα ήδη στου Σαραντάκου, σαν απάντηση στην απορία ενός φίλου σχολιαστή πώς από την εφημερίδα δεν «καταδέχονται ούτε έστω μία τυπική ψυχρή απάντηση…»

κάποτε ο Γ. Πηλιχός δημοσίευσε στα Νέα, παρότι είχε βγει στη σύνταξη και ζούσε πια αποσυρμένος μακριά απ’ την Αθήνα, μια μεγάλη “αποκλειστική συνέντευξη” του Ελύτη

ο Ελύτης έστειλε επιστολή στα Νέα όπου δήλωνε ρητά ότι δεν είχε δώσει συνέντευξη, ότι ο Πηλιχός τον εξαπάτησε και υπέκλεψε μια φιλική συζήτηση, προφανώς με κρυμμένο μαγνητόφωνο, και κυρίως διαστρέβλωσε ή πάντως δεν απέδωσε σωστά διάφορα πράγματα κτλ.

τα Νέα δεν δημοσίευαν την απάντηση του Ελύτη, του έδιναν παραπλανητικές υποσχέσεις, έπειτα του κρύβονταν στο τηλέφωνο κτλ., ενώ παράλληλα δημοσίευσαν τις “ανασκευαστικές” απόψεις του Πηλιχού, πως όντως έτσι τα είχε πει ο ποιητής κτλ.

σημασία δεν έχει τελικά ποια ήταν η αλήθεια, σημασία έχει η ιταμή στάση μιας μεγάλης, σοβαρής εφημερίδας απέναντι στον Ελύτη: θυμάμαι την οργή του, κυρίως για τον εμπαιγμό και ουσιαστικά τη φίμωση, οργή αλλά και κάτι σαν απόγνωση μαζί, πόσο ανίσχυρος μπορεί να είναι κανείς μπροστά στην τέταρτη εξουσία

αν δηλαδή η τέταρτη εξουσία δεν έβαζε την επιστολή ενός Ελύτη, σιγά που θα ’βαζε την επιστολή 135, μακάρι και 1.035, και μάλιστα για τη διακοπή συνεργασίας κτλ. κτλ.

buzz it!

2/10/11

Βραβείο vs βραβείο

To Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και τα Ινστιτούτα της Αθήνας, Ελληνοαμερικανική Ένωση, Ινστιτούτο Γκαίτε, Ινστιτούτο Θερβάντες και Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο, απένειμαν την Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου τα Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2011 σε μεταφραστές της αγγλόφωνης, γαλλόφωνης, ισπανόφωνης, γερμανόφωνης και ιταλικής λογοτεχνίας, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Μετάφρασης.

Βραβεύτηκαν οι:

Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης αγγλόφωνης λογοτεχνίας για το βιβλίο Χαμένοι του Daniel Mendelsohn των εκδόσεων Πόλις.

Γιάννης Χάρης, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης γαλλόφωνης λογοτεχνίας για το βιβλίο Συνάντηση του Milan Kundera από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης γερμανικής λογοτεχνίας για το βιβλίο Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή του Rainer Maria Rilke των εκδόσεων Αρμός.

Βασιλική Κνήτου, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης ισπανόφωνης λογοτεχνίας για το βιβλίο Η χρονιά της ερήμου του Pedro Mairal από τις εκδόσεις Πόλις.

Κούλα Καφετζή, Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης ιταλικής λογοτεχνίας για το βιβλίο Δελφοί του Sandro Dell'Orco από τις εκδόσεις Μελάνι.

Χορηγός των φετινών βραβείων ήταν το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διεθνών Κέντρων Μετάφρασης (RECIT), το οποίο αποφάσισε να υποστηρίξει τα βραβεία ως κίνηση αλληλεγγύης προς τους Έλληνες μεταφραστές. Η διευθύντρια του ΕΚΕΜΕΛ Ελένη Ζέρβα τόνισε στην παρέμβασή της ότι «είναι η άλλη πλευρά της Ευρώπης, η πραγματικά ενωμένη Ευρώπη της αλληλεγγύης και της συνεργασίας και έτσι τα φετινά βραβεία ΕΚΕΜΕΛ έχουν ευρωπαϊκή διάσταση με όλη τη σημασία του όρου».

                                          * * *

διαβάστε τη συνέχεια...

Ευχαριστώ θερμά για το βραβείο αυτό, μολονότι ανακόπτει την πορεία μου για ένα άλλο βραβείο, που μου ανήκε αδιαφιλο-νίκητα, το βραβείο των περισσότερων συμμετοχών σε short list, μικρή λίστα, τελική λίστα, ό,τι άλλο εκτός από τα λογιόπληκτα «βραχεία λίστα» ή «βραχύ κατάλογο»… Που με εκδικήθηκαν όμως τη βραδιά της απονομής, καθώς κυκλοφορούσαν αβέρτα, με αποκορύφωμα τη γενική του «βραχέος καταλόγου», που ακούστηκε τουλάχιστον δύο φορές. Είπα να πω κάτι όταν ανέβω στο βήμα, μετά σκέφτηκα θα ήταν μίζερο και μικρόχαρο απέναντι στους μπορεί και ακουσίως αμαρτήσαντες –το γράφω εδώ, να μου φύγει αποπάνω μου.

Αποχαιρέτα το λοιπόν το άλλο βραβείο, κράτα ετούτο και ομολόγησε πως πολύ το χάρηκες, πολύ σου άρεσε –πολύ το χαίρεσαι, εννοείται, και πολύ σου αρέσει.

Το βραβείο αφιερώνεται σε δύο ανθρώπους:

Στον Μίλαν Κούντερα, διόλου αυτονόητα ή και γλείφτικα, παρά γιατί χάρη στον Κούντερα ασχολήθηκα σοβαρότερα, και κυρίως συνέχισα να ασχολούμαι, με τη μετάφραση, τη μετάφραση αποκλειστικά του Κούντερα, και με τη συνεχή, πολύτιμη βοήθειά του. Και γιατί, άμα κάποτε αλίμονο τελειώσουν τα βιβλία του Κούντερα, μόνο εξ ανάγκης μπορεί να εξακολουθήσω να ασχολούμαι με τη μετάφραση, προοπτική που διόλου δε με γοητεύει –το αντίθετο, θα έλεγα.
Με άμετρη λοιπόν ευγνωμοσύνη στον Κούντερα, που είναι η διαρκής έμπνευση.

Και έπειτα στη διαρκή στήριξη, στον Σεραφείμ Βελέντζα, που όλα αυτά τα χρόνια, σε όλη αυτή την εργασία, και όχι μόνο, έβαλε πλάτες γερές, με αγάπη και αφοσίωση.

Όμως πολλές ευχαριστίες οφείλω σε πολλούς ανθρώπους, σε όλους αυτούς που βοήθησαν όλα αυτά τα χρόνια, γιατί η συγκεκριμένη μετάφραση, της Συνάντησης, προϋποθέτει όλες τις προηγούμενες μεταφράσεις. Ευχαριστώ έτσι ολόθερμα και από εδώ όσους βοήθησαν, άλλος λίγο, άλλος πολύ, άλλος σε ένα βιβλίο, άλλος σε περισσότερα ή και σε όλα, και ιδιαίτερα

την Τζένη Μαστοράκη
τον Παντελή Μπουκάλα
την Ντομινίκ Μορν
τον Ντανιέλ Ντεμανζά, εν ουρανοίς πια
την Εύη Νίκα-Σαμψών
την Εύα Καλπουρτζή
τον Χριστόφορο Λιοντάκη
τη Βερονίκ Μπριάν
και το σταθερό, σε όλες τις μεταφράσεις, ντούο:
την Κοραλία Σωτηριάδου, και όπως είπα
τον Σεραφείμ Βελέντζα.

Δε θα τα λέγαμε όμως τώρα όλα αυτά και από εδώ χωρίς τη βράβευση. Για την τιμή αυτή ευχαριστώ θερμά την επιτροπή: τη Λίζυ Τσιριμώκου, τη Χρύσα Προκοπάκη, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, τον Θωμά Σκάση, την Ελένη Ζέρβα.

Την Ελένη Ζέρβα και σαν διευθύντρια του ΕΚΕΜΕΛ, στο οποίο οφείλονται τα βραβεία, τα ξένα ινστιτούτα, τους χορηγούς, με την ευχή να αυξάνονται και να πληθύνονται, αυτοί και οι χορηγίες.

Τέλος τις εκδόσεις της Εστίας, με μια αντίστοιχη ευχή, να αυξάνονται και να πληθύνονται οι απολαβές.

Και πάλι ευχαριστώ.

buzz it!

28/9/11

Τα δικαιώματα του επιμελητή

[εισήγηση σε εκδήλωση του Συλλόγου Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών, 16.12.10, που τώρα αξιώθηκα να τη σουλουπώσω κάπως, για μια έκδοση που ετοιμάζει ο Σύλλογος]


«Τα δικαιώματα του επιμελητή» είναι το θέμα μου. Αρχική μου σκέψη ήταν να το διατυπώσω σαν ερώτηση: «Έχει δικαιώματα ο επιμελητής;», μ’ ένα ερωτηματικό που υποβάλλει ενδεχομένως την αρνητική απάντηση· αλλά είπα να μη σας τρομοκρατήσω. Και το ’βγαλα το ερωτηματικό. Τώρα όμως, διά ζώσης, θα έλεγα, αρχή αρχή κιόλας, πως δεν έχει. Είμαστε εδώ μεταξύ μας, δεν χρειάζεται να υπερασπίσουμε στα δικά μας μάτια την αξία της επιμέλειας, μπορώ έτσι να πω δυο πράγματα φαινομενικά πιο στενάχωρα.*

Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε έτσι το θέμα, αυτόματα σχεδόν, καθώς μιλούσα με τη Βενετία στο τηλέφωνο, όταν μου μετέφερε την πρόσκληση για την εκδήλωση αυτή· ήταν προφανώς μια ιδέα-διέξοδος στο τι στο καλό θα πω, αφού έχω γράψει άλλοτε διεξοδικά για την επιμέλεια· μπορεί όμως να είναι και η απόσταση από το ίδιο το αντικείμενο, μια και το επάγγελμα το έχω χρόνια τώρα αφήσει... Ίσως πάλι είναι κάποια συντηρητικοποίηση, με την ηλικία, μια κάποια, επίσης της ηλικίας, παραίτηση, και μαζί, όπως είπα, η απόσταση, στην περίπτωσή μου σίγουρα και η απώθηση.

Έχω γράψει πέντε επιφυλλίδες στα Νέα για την επιμέλεια, πέντε σελίδες εφημερίδας για την αναγκαιότητα της επιμέλειας,** θα μπορούσα να γράψω άλλες τόσες, κι έρχομαι τώρα και λέω ότι δεν έχει δικαιώματα ο επιμελητής! Τι εννοώ;

διαβάστε τη συνέχεια...

Αλλά καλύτερα να το πιάσω αλλιώς: όταν μιλάμε για επιμελητή, ξέρουμε πως δεν υπάρχει επιμελητής αυτοφυής, παρθενογεννημένος· ο επιμελητής προϋποθέτει ένα κείμενο, και το κείμενο έναν συγγραφέα ή μεταφραστή. Τώρα, ο συγγραφέας και ο μεταφραστής με το κείμενο μαζί δεν προϋποθέτουν ακριβώς, πάντως χρειάζονται έναν αναγνώστη, σίγουρα απευθύνονται σ’ έναν αναγνώστη. Κι εκεί, στη μέση, στο ενδιάμεσο, ανάμεσα στο κείμενο-με-τον-συγγραφέα-του και στον αναγνώστη υπάρχει, φύεται, επινοείται, ή όποιο άλλο ρήμα θέλετε, ο επιμελητής. Διαμεσολαβητής, όπως προκύπτει. Πρεσβευτής κτλ.

Τώρα, και αφού περί δικαιωμάτων ο λόγος, υπάρχει αυτονόητα το δικαίωμα του συγγραφέα ή μεταφραστή και κατ’ επέκταση του κειμένου, κι απ’ την άλλη υπάρχει το δικαίωμα του αναγνώστη. Ο επιμελητής, όμως, τι σόι δικαιώματα να έχει; Ως προς τι; Απέναντι σε τι; Ή σε ποιον; Δεν υπάρχει προφανής απάντηση. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει δικαιώματα ο επιμελητής, ο επιμελητής, όπως είπαμε, μεσολαβητής. Για την ακρίβεια, δεν τίθεται θέμα δικαιωμάτων. (Δικαιώματα θα μπορούσε να έχει, και έχει, σε μια πιο ειδική εργασία, σε φιλολογική επιμέλεια, κάπως σαν τα μεταφραστικά ή τα συγγραφικά δικαιώματα, και με οικονομικό δηλαδή αντίκρισμα. Αυτό όμως είναι άλλη ιστορία.)

Στην τρέχουσα εργασία του επιμελητή δεν τίθεται θέμα δικαιωμάτων. Απλώς, και επειδή μίλησα για δικαίωμα του αναγνώστη, εδώ ακριβώς, απέναντι δηλαδή στο δικαίωμα του αναγνώστη, που είναι από μιαν άλλη άποψη «ιερό», γεννιέται η ανάγκη του επιμελητή, η ανάγκη για επιμελητή, και πια η υποχρέωση του επιμελητή, το έργο του, πιο απλά: το επάγγελμα του επιμελητή.

Αν όμως έχει υποχρέωση, υποχρεώσεις, ο επιμελητής, σαν μεσολαβητής ακριβώς, ή σαν «προασπιστής» του δικαιώματος του αναγνώστη, δεν έχει και δικαιώματα; Εδώ λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο, είπα το όχι. Δηλαδή, και όσο πιο απλά γίνεται και πάλι, ο επιμελητής θα κάνει ό,τι μπορεί για να στρώσει ό,τι μπορεί, να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί, αλλά πάντοτε, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, σε συνεργασία με τον μεταφραστή: το περιορίζω τώρα το θέμα στον μεταφραστή, γιατί εννοείται πως το δικαίωμα του συγγραφέα είναι απόλυτο και απαραβίαστο, σχετικοποιείται όμως απολύτως στην περίπτωση του μεταφραστή.

Σε συνεργασία λοιπόν με τον μεταφραστή οφείλει να πορεύεται ο επιμελητής. Αν τον πείσει, τόσο το καλύτερο· αν όχι, πάσο. Εξαντλεί όποιο περιθώριο μπορεί να έχει, απευθύνεται δηλαδή στον εκδότη και εργοδότη του, κι από κει και πέρα, πάλι πάσο.

Προσοχή: αναφέρομαι στη διόρθωση ασυνταξιών ή «πραγματολογικών» λαθών, ή και στη βελτίωση εκφραστικών αδεξιοτήτων κτλ. Γιατί αν πρόκειται για θέματα ορθογραφίας, εκεί δε χωράει συζήτηση καμία. Πρέπει να υπάρχει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, και αυτό –για πρακτικούς αν μη τι άλλο λόγους– δεν μπορεί να είναι άλλο από το εκάστοτε ισχύον, «σχολικό» ορθογραφικό σύστημα, και κατ’ επέκταση λεξικό. Αλλιώς είναι αδύνατον να δουλέψει κανείς, αν έχει κάθε φορά να κάνει με το ορθογραφικό σύστημα ή τις επιμέρους παρεκκλίσεις, ακόμα και βελτιώσεις, του κάθε μεταφραστή ή συγγραφέα.

Πέρα λοιπόν από ορθογραφικά θέματα, όλα τα άλλα πρέπει να είναι σε συνεργασία με τον μεταφραστή. Προφανώς εννοώ ότι γίνεται εξαρχής μια συζήτηση, πας με δυο-τρεις επισημάνσεις στον μεταφραστή, κερδίζεις τρόπον τινά την εμπιστοσύνη του, και έτσι προχωρείς. Σε ακραία περίπτωση ο μεταφραστής βλέπει μια ολοκληρωμένη διόρθωση, αυτό είναι σωτήριο, μπορεί όμως και να είναι σκέτη καταστροφή, πανωλεθρία. Γίνονται όλα αυτά, θα μου πείτε; Δεν ξέρω, κατά κανόνα όχι· πρέπει όμως, θα ’πρεπε να γίνονται.

Μοιάζει να ηθικολογώ, μπορεί εδώ να μιλάει από κάτω ο μεταφραστής, εγώ δηλαδή σαν μεταφραστής, ή γραφιάς σε εφημερίδα, με ιδιότητες δηλαδή που κοντράρουν από παράδοση, για να μην πω εκ προοιμίου, την επέμβαση, την ύπαρξη καν, του επιμελητή.

Ακούγεται σαν κουβέντα «καβαλημένου» κάτι τέτοιο, π.χ. καβαλημένου μεταφραστή. Όμως, σε ό,τι με αφορά προσωπικά, δεν έχω γράψει, σας διαβεβαιώνω, μισό σκατό στη ζωή μου που να μην έχει περάσει από σαράντα κύματα, δεν εννοώ τα δικά μου, εννοώ τουλάχιστον τέσσερις με πέντε φίλους που διαβάζουν τα πάντα, μερικοί και πάνω από μία φορά, όπως κι εγώ εξάλλου τα δικά τους.

Αλλά και άλλων υποδείξεις, σε λίγες εκ των πραγμάτων φορές, μια και στις περισσότερες μεταφράσεις μου κάνω μόνος και τις διορθώσεις, όποτε πάντως είχα την τύχη να δει τη δουλειά μου κι άλλο μάτι, πέρα απ’ το όσο να ’ναι υποκειμενικό των φίλων, με χαρά μου δέχτηκα υποδείξεις και διορθώσεις.

Όμως, να γράφω άρθρα ολόκληρα για το σαν και το ως, και το δικό μου σαν να μου το κάνει η διόρθωση της εφημερίδας ως, με φέρνει στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Να γράφω ειδικό άρθρο κόντρα στον βλακώδη, αντιγραμματικό κανόνα πως δεν μπαίνει κόμμα πριν από το και, και να μου βγάζουν ακριβώς το κόμμα πριν από το και· να γράφω κατά των λογιότροπων υβριδίων «αποτελούντο», και να μου διορθώνουν το αποτελούνταν ακριβώς σε «αποτελούντο», και πλήθος άλλα, εκεί θα ’θελα να κρατάω μαχαίρι.

Ακραίο ίσως το παράδειγμα, ακραία οπωσδήποτε και η περίπτωση της διόρθωσης σε εφημερίδα: είναι προφανές ότι δε θα ’βγαινε ποτέ εφημερίδα, αν έπιανε να ρωτάει ο διορθωτής ή η διορθώτρια τον κάθε συντάκτη για το καθετί.

Όμως δεν μπορεί να εξαιρούμε πάντα τον εαυτό μας. Πως τα ’χουμε δηλαδή όλα τόσο μελετημένα, και άρα είμαστε υπεράνω διορθώσεων. Δηλαδή «εγώ που το σκέφτηκα αυτό» και «εγώ που το πρόσεξα το άλλο», εν προκειμένω «εγώ με τα ειδικά μου άρθρα για τη γλώσσα», κτλ. Όλοι μπορεί να το σκέφτηκαν το ένα και το άλλο και να ’χουν τις απόψεις και τις θεωρίες τους, τα γούστα τους, επιτέλους, τις προτιμήσεις τους. Αν ο άλλος θέλει, για να σταθώ στο απλούστατο, αν λέω θέλει τον τύπο «ακόμη», γιατί να του τον κάνω εγώ «ακόμα»; Και τούμπαλιν.

Πόσο μάλλον όταν πάμε σε συνθετότερα θέματα, συντακτικά, εκφραστικά κτλ.

Υπάρχει όμως κι άλλος ένας, σημαντικότατος λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να διορθώνουμε σιωπηρά, παρά να δείχνουμε, με τρόπο εννοείται, στον μεταφραστή τα έργα των χειρών του –αφού τα δείξουμε βεβαίως, για άλλους, προφανείς λόγους, και στον εκδότη-εργοδότη μας. Αν λόγου χάρη δείξουμε στον μεταφραστή πως η «φιλήδονη Πούτιφαρ» είναι η φιλήδονη γυναίκα του Πετεφρή, η «κόρη του Χάιρους» την οποία θεράπευσε ο Ιησούς είναι η θυγατέρα του Ιαείρου, ο «Άμπσαλον» ο Αβεσσαλώμ, στο ίδιο κείμενο όλα αυτά, ή πως οι «ιδέες των Λυμιέρ» είναι οι ιδέες του Διαφωτισμού και όχι των αδελφών Λυμιέρ του κινηματογράφου, και… και… και…, όλοι μας έχουμε πλήθος τέτοια παραδείγματα, αν λοιπόν του τα υποδείξουμε αυτά του μεταφραστή και δεν τα διορθώσουμε σιωπηρά, πρώτον θα ’ναι προσεχτικότερος στο μέλλον, έπειτα δε θα βγαίνει να ξιφουλκεί κατά της επιμέλειας: η εκδίκησή μας λοιπόν, ή (συναιρώ πολλά παραδείγματα, πολλά πρόσωπα εδώ, μην ψάχνετε έναν δολοφόνο) δε θα βγει φερειπείν να πει σε συνέντευξη πως δεν του ξεφεύγουν λάθη, επειδή είναι πολύ σχολαστικός.

Αλλά και οι ίδιοι αποφεύγουμε κακοτοπιές. Παράδειγμα θα φέρω σκόπιμα από τον εαυτό μου, με δύο παροιμιώδεις πατάτες μου:

Το πρώτο η Κοινωνιολογική φαντασία του Ράιτ Μιλς, έκδοση του 1974, «Μάρτη του 1974» είδα στον κολοφώνα, άρα η δουλειά γίνεται το ’73.

Έχει σημασία η εποχή: 1973, χούντα ακόμα, εγώ στα 20, ας το πω σαν ένα τόσο δα ελαφρυντικό, αλλά το κυριότερο: δικτατορία, σημαντικό όχι για πολιτικούς λόγους, αλλά για ιστορικούς, και αναφέρομαι στην ιστορία του γλωσσικού: είμαστε ακόμα στην αυτοκρατορία της καθαρεύουσας, έχει προηγηθεί μόνο ένα συντομότατο διάλειμμα με ολίγη από δημοτική στα χρόνια του Γεωργίου Παπανδρέου, η δημοτική κατά κάποιον τρόπο ψάχνεται, όλοι ψαχνόμαστε, πολλά είναι υπό συνεχή δοκιμή, θέματα ορθογραφικά, μορφοφωνολογικά, λεξιλογικά κτλ.

Η έκδοση είναι από τις πρώτες του Ολκού, του παλιού Ολκού του Αντώνη Καρκαγιάννη, η μετάφραση υπογράφεται από την Αικατερίνη Μακρυνικόλα και τον Σπύρο Τσακνιά. Ο Σπύρος Τσακνιάς είναι ο γνωστός ποιητής και μεταφραστής, εν μακαριστοίς τώρα, όπως και ο Αντώνης άλλωστε, η Αικατερίνη Μακρυνικόλα είναι η Νινέτα, η ψυχή του παλιού Κέδρου, που έχει κάνει και αυτή την επιβλητική βιβλιογραφία του Ρίτσου, ήταν και στενή φίλη του ποιητή.

Εγώ έχω αναλάβει την επιμέλεια, και, θυμάμαι καλά, όλη την εργασία μου τη συζητήσαμε σημείο προς σημείο με τους δύο μεταφραστές, σε αλλεπάλληλες πολύωρες συναντήσεις, στο σπίτι του ενός ή της άλλης, ή στα γραφεία του Ολκού. Άρα, ό,τι τυπώνεται, έχει την απόλυτη έγκριση και των δύο μεταφραστών.

Και τι τυπώνεται; Το τερατώδες, ιδίως σήμερα, ρήμα «απολευτερώνω»! Ή άλλα, καθαρώς ορθογραφικά, όπως «τέτιος», «είταν» κ.ά. Προσοχή, δεν ήταν εφεύρημα, κατασκευή δική μου το «απολευτερώνω», κυκλοφορούσε, περιορισμένα ίσως, πάντως κυκλοφορούσε, κι εγώ το ψώνισα από την αγορά –και έπεισα και τους μεταφραστές. Αρκετά ή πολύ διαδεδομένο ήταν το «τέτιος», με γιώτα, ενώ το «είταν» το είχε π.χ. και ο Σεφέρης, ώς την 7η έκδοση των Ποιημάτων του, αν δε γελιέμαι, πριν κάνει την ορθογραφική ενοποίηση ο Σαββίδης με βάση τον Τριανταφυλλίδη, το έγραφε κι ο Ρίτσος και πολλοί ακόμα. Μη νομίσετε πάντως πως το αποτέλεσμα ήταν κάνα ψυχαρικό κείμενο. Βλέπω μάλιστα τώρα, σχεδόν με κάποια κατάπληξη, τους τύπους τρομαΚτικά, σκεΠτόμενους, κατάΚτηση κ.ά. Και λέω «κατάπληξη», γιατί οι τύποι κατάχτηση και σκεφτόμενος δεν ήταν σπάνιοι τότε, ενώ ειδικά ο τύπος τρομαχτικά κάθε άλλο παρά μαλλιαρός θεωρείται και σήμερα, χρησιμοποιείται ομαλότατα και ευρύτατα, αυτόν χρησιμοποιώ και εγώ.

Αλλά αυτό το «απολευτερώνω» δεν περπάτησε με τίποτα. Ήδη από χρόνια αναστενάζαμε από κοινού με τη φίλη τη Νινέτα, που μου έλεγε: «Καλά, εμένα με έπεισες· τον Σπύρο πώς τον έπεισες;» Δεν ξέρω πώς τους έπεισα, ευτυχώς όμως που τους έπεισα· σκεφτείτε τώρα οι επεμβάσεις μου, τέτοιες επεμβάσεις, να είχαν γίνει ερήμην των μεταφραστών!

Μια παρένθεση εδώ, για τα δικά μας, τα συνδικαλιστικά: η μετάφραση εξακολουθεί να ανατυπώνεται, στις εκδόσεις Παπαζήση πια, από χρόνια, δεν ξέρω αν μοσχοπουλάει ακόμα, αν δίνεται δηλαδή ακόμα σε πανεπιστήμια, όπως παλιά, πάντως κυκλοφορεί, σε μορφή που δεν εκφράζει κανέναν από τους συντελεστές, στον πάλαι ποτέ αριστερό εκδοτικό οίκο Παπαζήση που εκδίδει τώρα τα ελληναράδικα αγλωσσολόγητα χλου-χλου του Φίλια –θα το ’χετε δει, το τελευταίο πόνημά του, όπου το χλ χλ που κάνει, λέει, το κύμα στα χαλίκια έδωσε τον μοχλό κ.ά. Είναι ένας ογκώδης τόμος, Τα ημαρτημένα του Λεξικού Μπαμπινιώτη, όπου βγαίνει στον Μπαμπινιώτη από (ακρο)δεξιά, αντικρούει τάχα τη θεωρία των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και δηλώνει ότι ο μόνος ονοματοθέτης είναι η –ελληνική, εννοείται– φύση, έτσι βγήκε απ’ το χλ χλ ο μοχλός, σαν συμπλήρωμα, προφανώς, στο πλ πλ που κάνει, κατά τον Άδωνη τώρα, η θάλασσα, κι από κει βγήκε η λέξη πέλαγος! Ας γυρίσω όμως στα συνδικαλιστικά που έλεγα: Ο τελευταίος λοιπόν νόμος δίνει στον μεταφραστή τη δυνατότητα να αναδιαπραγματευτεί παλιό συμβόλαιό του: και προς αυτή την κατεύθυνση θα ’πρεπε να κινηθεί ο Σύλλογός μας. Κλείνει η παρένθεση.

Το άλλο παράδειγμα που είπα:

Μεταπολίτευση, έτος 1976, περιοδικό Ο πολίτης, σ’ ένα από τα πρώτα τεύχη ο Γρηγόρης Σηφάκης, καθηγητής ήδη τότε, αν δε γελιέμαι, στο Αριστοτέλειο, στη Θεσσαλονίκη, έχει μια εκτενή, εξαιρετική μελέτη για τον Καραγκιόζη. Η δημοτική έχει βγει πια από την παρανομία, έχει πάρει το δρόμο της, υπάρχει μεγάλο βοήθημα η γραμματική και η ορθογραφία Τριανταφυλλίδη, υπάρχει ένας μπούσουλας για τη δουλειά μας, ακολουθώ φυσικά αυτό το ορθογραφικό σύστημα, με μία παρέκκλιση που δεν κατάλαβα ποτέ από πού την εμπνεύστηκα, πού στο καλό την ψώνισα. Ήταν μια θεωρία που νόμιζα, που πίστευα ατράνταχτα πως μου την είχε πει ο E. X. Κάσδαγλης, άλλος εν μακαριστοίς: Έχει να κάνει με το τελικό ν. Που κατά τον γνωστό κανόνα διατηρείται πριν από τα στιγμιαία κ, π, τ, και τα «σύνθετά» τους γκ, μπ, ντ κτλ., επειδή συμπροφέρεται, και έτσι έχουμε: τον πατέρα= τομ μπατέρα κ.ο.κ. Κάποιο αντίστοιχο λοιπόν φαινόμενο υπάρχει τάχα και με το ν πριν από το μ, που διπλασιάζει κατά κάποιον τρόπο το μ, και έτσι λέμε, ή ακούγεται: τημ Μαρία, τομ μύλο κτλ. Άρα διατηρείται και εδώ το τελικό ν! Το ’βαζα λοιπόν κι εγώ το ν πριν από το μ, το ’βαλα και στου Σηφάκη το κείμενο, τηλεφωνάει αυτός στον Άγγελο Ελεφάντη, υπεύθυνο του περιοδικού, και διαμαρτύρεται: «Δεν είναι δυνατόν» λέει «άλλα να εισηγούμαι» (γιατί τότε ετοίμαζαν την Αναπροσαρμογή της Μικρής Γραμματικής Τριανταφυλλίδη) «και άλλα να φέρεται ότι ακολουθώ στα κείμενά μου!»

Φυσικά συμμορφώθηκα αμέσως, θέλησα ωστόσο να επαληθεύσω τη θεωρία μου, να στηρίξω την επιχειρηματολογία μου. Τρέχω στον Κάσδαγλη και του λέω: «Μου ’χατε πει κάποτε ότι…» κτλ. «Εγώ;» μου λέει, «πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό»!

Έμεινα με την απορία, δεν το έλυσα ποτέ το μυστήριο. Σας το λέω τώρα για την ιστορία, τι μπορεί να κάνει ή να πάθει κανείς, σε τι περιπέτειες μπορεί να σύρει τον συγγραφέα ή και τον μεταφραστή…

Τώρα γιατί τα λέω όλα αυτά; Για να συμφιλιώσω τον μεταφραστή με τον επιμελητή μέσα μου;
Ακόμα πιο κοινότοπα, θα έλεγα πως είναι μια βασική συμβουλή, ας την πω έτσι, ενός απόστρατου σε νεοτέρους, όσους δεν μπορώ να πείσω να μην ακολουθήσουν το επάγγελμα αυτό, όση γοητεία κι αν διαθέτει, από μια, αλλά μόνο από μια σκοπιά. Μη με ρωτήσετε ποια –χρειάζεται άλλη εισήγηση...

Σας ευχαριστώ.


* Το κείμενο αυτό νοείται σαν καθαρά εσωτερικό, ετοιμασμένο για μια εκδήλωση των επιμελητών, κι απ’ αυτή την άποψη ευχής έργο θα ήταν να διαβάζεται σε συνδυασμό με τις επιφυλλίδες μου στις οποίες παραπέμπω παρακάτω (βλ. επόμενη σημ.), σχετικά με την επιμέλεια και τον σωτήριο ρόλο της.

** Τα Νέα, «Ο επιμελητής εκδόσεων και η θεά Τζούνο», 17.5.2003· «Τα “ανεύστοχα” και το δικαίωμα του αναγνώστη», 31.5.03· «Ο Βενέδικτος, το Πάρκο και η Τρέμπιτζοντ», 14.6.03· «Η γενναιοδωρία των σοφών (α΄)», 28.6.03· «Η γενναιοδωρία των σοφών (β΄)», 12.7.03· αναδημοσιεύονται με προσθήκες στο βιβλίο μου Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, β΄ τόμ., εκδ. Πόλις, 2008, σ. 31-58.

buzz it!

18/9/11

Ιδού η πόρτα, ιδού και το πήδημα

Αυγουστιάτικες διακοπές τέλος, μπαίνει ο Σεπτέμβρης, ετοιμάζεται η σαββατιάτικη σελίδα μου για τα Νέα. Η σελίδα παραδίδεται ημέρα Τετάρτη, την Πέμπτη έχω δει και το τελικό στήσιμο, συνήθως Πέμπτη αργά το βράδυ, Παρασκευή πρωί, το Βιβλιοδρόμιο φεύγει για το τυπογραφείο.

Η άφαντη σελίδα
Το Σάββατο 3/9 που κυκλοφορεί η εφημερίδα η σελίδα μου δεν υπάρχει. Τηλεφώνημα στον αρχισυντάκτη, δεν έχει ιδέα. Τηλεφώνημα στη Μικέλα Χαρτουλάρη, υπεύθυνη του Βιβλιοδρομίου, δεν έχει ιδέα, μένει μάλιστα κατάπληκτη αφού την είχε δει τη σελίδα κανονικά στη θέση της.

διαβάστε τη συνέχεια...

Τρεις μέρες μετά, Τρίτη 6/9, ειδοποιούμαι από τη Μικέλα Χαρτουλάρη πως η συγκεκριμένη σελίδα που για άρρητους πάντοτε λόγους κόπηκε, θα πληρωθεί, αλλά η σελίδα εν γένει σταματά. Με εντολή του κ. Χρ. Μεμή, του διευθυντή της εφημερίδας, παύω να γράφω –μέχρι νεωτέρας. Η απόφαση έχει, λέει, σχέση με τις περικοπές, που ξεκινούν από τους εξωτερικούς συνεργάτες, όπως η αφεντιά μου.

Είναι αλήθεια πως το Βιβλιοδρόμιο από καιρό συρρικνώνεται, από τις 16 σελίδες έφτασε τις 6· αν τώρα ένας νέος ενδεχομένως κύκλος περικοπών τυχαίνει ν’ αρχίζει από μένα, παραμένει αξιοσημείωτο ότι πρώτα κόπηκε, «επί του πιεστηρίου», μια έτοιμη σελίδα και μετά ανακοινώθηκε η διακοπή της συνεργασίας; η αναστολή της συνεργασίας; Άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι η κατάργηση της συγκεκριμένης στήλης.

Δεν έχει νόημα να σταθώ σε ιδέες-προτάσεις που έγιναν στην ίδια τηλεφωνική συνομιλία, αφού ήταν ανεπίσημες και προφανώς από φιλικό ενδιαφέρον, ιδέες-προτάσεις που μπορεί ωστόσο να αντικατόπτριζαν μια νέα γραμμή της εφημερίδας, να ’γραφα δηλαδή περιστασιακά, και αμισθί, κάποιο σχόλιο, για τις μπροστινές πια σελίδες κτλ.

Η πόρτα;
Περιορίστηκα να αναρτήσω εδώ την κομμένη σελίδα, χωρίς κανένα απολύτως σχόλιο, περιμένοντας τις εξελίξεις. Τους λόγους του κοψίματος ήξερα πως δε θα τους μάθω ποτέ, δε λέγονται συνήθως τέτοια πράγματα. Και εξελίξεις δεν υπήρξαν. Έπρεπε τώρα πια να συνυπολογίσω το κόψιμο κι άλλης σελίδας, δύο μόλις μήνες πριν, και το έμμεσο κόψιμο ενός ακόμα κειμένου, εντέλει μια γενικότερη δυσκολία στη συνεργασία, ιδίως τους τελευταίους μήνες, αφότου δηλαδή άρχισε η καινούρια στήλη «Στην αγορά» -και το τοπίο φωτιζόταν πλήρως.

Πλησίαζε δεύτερο Σάββατο του Σεπτεμβρίου χωρίς την τακτική στήλη μου, όφειλα να προλάβω εικασίες και ερμηνείες. Παραταύτα δεν το αποφάσιζα, ώσπου με πρόλαβαν άλλα: Ένα δημοσίευμα στην κυριακάτικη Αυγή, ένα στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου, για τα οποία κι ευχαριστώ θερμότατα, καθώς και η ανάρτηση του δημοσιεύματος της Αυγής στον ιστότοπο buzz, με τίτλο: «Απόλυση (;) του Γιάννη Χάρη» και την επισήμανση ότι «Ο ίδιος δεν έχει γράψει ακόμα κάτι στο μπλογκ του».

Έσπευσα τότε να γράψω, έτσι κι αλλιώς δεν περίμενα τίποτα πια από την εφημερίδα.

Η σωστή πίτα κι ο χορτάτος σκύλος
Η εφημερίδα, κι εδώ μεταφέρω πια ακριτομυθίες, φαίνεται πως ενοχλήθηκε: από τη δημοσιότητα; και από τα σχόλια αναγνωστών; από το γεγονός ότι κοινοποίησα τη διακοπή συνεργασίας; ενοχλήθηκε που δεν δέχτηκα την πρόταση που δεν μου έγινε ή που θα μου γινόταν; Και που πάντως θα ήταν, αν ήταν, πρόταση για κάποιο σχόλιο αντί για την τακτική εβδομαδιαία σελίδα, οπότε, αν και εφόσον ήταν με αμοιβή, με τα δεδομένα των αμοιβών των συγκεκριμένων κομματιών, θα μιλούσαμε για περικοπή πάνω από 70%, ή αλλιώς για γενναία υποβάθμιση.

Ή αλλιώς για –άλλη μία;– υπόδειξη της πόρτας προς την έξοδο.

Από την εκδοχή της υποβάθμισης ή της ώθησης προς την έξοδο, για λόγους αυτοπροστασίας προτίμησα και προτιμώ να πιστεύω την εκδοχή της διακοπής συνεργασίας, μένοντας στο μόνο σίγουρο δεδομένο, την κατάργηση της τακτικής στήλης του Βιβλιοδρομίου.

Το άλλο σίγουρο είναι πως μια άτυχη χρονιά, σημαδιακά 13η, όπως έγραψα, δεν μπορεί να σκιάσει μια 12χρονη πλούσια και ανέφελη διαδρομή. Κι έτσι, το ξαναλέω, «η σελίδα φεύγει χορτάτη».

Τα τηλεοπτικά
Με τον κ. Χρίστο Μεμή, που διαδέχτηκε τον Παντελή Καψή στη διεύθυνση, δεν φάνηκε αρχικά να υπάρχει πρόβλημα. Ίσα ίσα, από εκτίμηση προφανώς, μου ζητήθηκε να γράψω διάφορα εκτάκτως, τη μια για τα συνθήματα του Γιούρο 2004, την άλλη για το γκολ του Τοροσίδη στο Μουντιάλ, την άλλη για ένα βιβλίο που ξεχώρισα, και άλλα, που δεχόμουν κάθε φορά να τα γράψω, για να μη φανεί διαφορετικά σαν άρνηση να συνεργαστώ ειδικά με τη νέα διεύθυνση.

Τον περασμένο Οκτώβριο μου ζητήθηκε να γράφω, σε μονιμότερη βάση, και σχόλια τηλεοπτικά. Αμήχανος και προβληματισμένος, πώς απορρίπτεις μια πρόταση που γίνεται από καλή προαίρεση, όμως ελάχιστη σχέση έχει με το αντικείμενό σου, ανέσυρα σαν αντιπρόταση μια παμπάλαιη ιδέα μου, που όλο τη συζητούσα με την εφημερίδα κι όλο την ξανάβαζα στο συρτάρι, για μια πολυθεματική σελίδα, πιο ευέλικτη, που ως εκ τούτου θα μπορούσε κάποια φορά να ’χει και κάποιο τηλεοπτικό σχόλιο, για τον Λαζόπουλο π.χ.

Άρεσε η ιδέα, μου ζητήθηκε κάποιο δείγμα, έκανα δύο πλήρεις σελίδες, με τρία κειμενάκια η καθεμιά, και μια δόση άτιτλα σχόλια, που θα συνόδευαν σ’ ένα μονόστηλο τα κυρίως κείμενα. Τα θέματα ήταν διάφορα, όπως διάφορα έγραφα εδώ και χρόνια, πολιτικά, κοινωνικά, γλωσσικά –αυτά σε ποσοστό 50% στο σύνολο: έχει σημασία αυτό. Άρεσαν και τα κείμενα, οι σελίδες δηλαδή, και μου δηλώθηκε πως θα αρχίσουμε μετά τα Χριστούγεννα, καθώς η εφημερίδα ανασχεδιαζόταν.

Οι ωδίνες της νέας στήλης
Μήνα Μάρτιο, σαν για να μπούμε στον 13ο χρόνο που έλεγα, αφού Μάρτιο του 1999 είχα πρωτοξεκινήσει, μου ανακοινώνεται πως αρχίζουμε. Στέλνω την καινούρια σελίδα, ο διευθυντής σχεδιάζει να τη βάλει σε προνομιακή, είναι η αλήθεια, θέση, στο τέλος του ενθέτου Νσυν, τη δίνει στη γραφίστρια να τη στήσει, και θα με ειδοποιήσει. Ειδοποιούμαι, η Κατερίνα Μάρουσιτς έχει στήσει μια υπέροχη σελίδα με μια ακόμα πιο υπέροχη φωτογραφία στο κυρίως κείμενο, που είναι σχετικό με τους μετανάστες και την «Υπατία», κι ώσπου να δούμε κάποιες μικροαλλαγές με φωνάζει ο διευθυντής:

«Έδωσα τη σελίδα να στηθεί» μου λέει, «αλλά δεν είχα διαβάσει τα κείμενα. Τώρα που τα διάβασα, βλέπω ότι δεν είναι αυτά που συμφωνήσαμε». Απορώ. «Είναι σαν αυτά που έγραφες ώς τώρα» συνεχίζει. «Μα φυσικά είναι σαν αυτά που έγραφα ώς τώρα· πώς αλλιώς;» απάντησα. «Μα είχαμε πει για τηλεοπτικά» μου λέει, «Όχι» του λέω, και ψάχνει να βρει τα δείγματα. Τα διατρέχει, βλέπει πως είναι όπως του έλεγα: Είχε περάσει καιρός από τη σχετική συζήτησή μας, πάνω από 5 μήνες, είχε ίσως μείνει με την αρχική ιδέα τη δική του. «Τότε όμως πρέπει να το ξανασκεφτώ και να ξαναστηθεί η σελίδα, δεν είναι για τη θέση που την είχα», μου λέει, ήταν ημέρα Τετάρτη, την Πέμπτη είχαν απεργία, «δεν ξέρω αν προλάβουμε γι’ αυτό το Σάββατο, αλλιώς πάμε για το επόμενο» συνεχίζει, «οπότε θα σε ειδοποιήσω Δευτέρα-Τρίτη».

Και το ανεπίκαιρο
Παρά την απεργία, η σελίδα ετοιμάστηκε, όμως δεν μπήκε εκείνο το Σάββατο. Ούτε Δευτέρα ειδοποιήθηκα, ούτε Τρίτη, την Τετάρτη πια έστειλα ιμέιλ, απάντηση δεν ήρθε, πέρασε και το άλλο Σάββατο, πάλι δεν μπήκε η σελίδα, θέμα γενικότερου σχεδιασμού ακόμα, σκέφτηκα, στέλνω άλλο ιμέιλ: «Πότε αρχίζουμε» – «Περιμένω τη σελίδα, δεν είχες τίποτα συνημμένο» ήταν η απάντηση – «Μα» υπενθυμίζω «η σελίδα είναι έτοιμη, απλώς δεν είχε προλάβει τότε με την απεργία», ωστόσο την ξαναστέλνω, έρχεται και το άλλο Σάββατο, πουθενά η σελίδα, ξαναρωτώ, «Περιμένω να στείλεις κάτι πιο επίκαιρο» ήταν τώρα η απάντηση. Απόρησα, είν’ η αλήθεια, γιατί δεν μου είχε δοθεί αυτή η απάντηση απ’ την προηγούμενη βδομάδα· εν πάση περιπτώσει, βάζω στην μπάντα απορίες και, ομολογώ, κάποιες ανησυχίες, στέλνω «κάτι πιο επίκαιρο», αναρτώ το «ανεπίκαιρο» κείμενο εδώ στο μπλογκ, υιοθετώντας μάλιστα τη δικαιολογία της εφημερίδας, και η καινούρια στήλη εμφανίζεται μέσα πια Απριλίου –την πρώτη φορά χωμένη μετά τις σελίδες με τους κινηματογράφους, από κει κι έπειτα στο Βιβλιοδρόμιο.

Το φάντασμα των τηλεοπτικών
Και συνεχίζει η στήλη. Αδιατάρακτα; Δεν θα το ’λεγα. Και οι ανησυχίες με συνοδεύουν και όλο και φτάνει στ’ αφτιά μου ο απόηχος κάποιας ίσως δυσαρέσκειας, ότι δεν γράφω ό,τι συμφωνήσαμε –αμάν, πάλι αυτά τα τηλεοπτικά; δεν ξέρω.

Πάντως συνεχίζω. Ο τύπος της καινούριας σελίδας, δύο θέματα τη βδομάδα, συν μερικά σχόλια, δεν είναι απλώς η διπλάσια δουλειά που καταρχήν σημαίνει η δεκαπενθήμερη σελίδα που γίνεται εβδομαδιαία· σημαίνει άλλου τύπου εργασία, περίπου συνεχή, οσοδήποτε χαλαρή αλλά πάντως συνεχή, ενασχόληση. Έχει και τα καλά του αυτό, έχει τη γοητεία του, προϋποθέτει όμως κέφι. Και από τις δυο μεριές.

Ο από μηχανής
Κάποια στιγμή, σύμπτωση ή αφορμή, το ιμέιλ ενός αναγνώστη, που φτάνει στις «επιστολές» της εφημερίδας, οι «επιστολές» το προωθούν στον διευθυντή και ο διευθυντής σ’ εμένα. Θεώρησα πως είναι για ν’ απαντήσω, δημοσιεύω στη στήλη μου το ιμέιλ, που αναφέρεται σε σχόλιό μου για τον Μπαμπινιώτη, και σχολιάζω, ούτε τα φαιδρά ούτε τα ιταμά του, παρά μόνο ένα ουσιαστικό σημείο.

Το άλλο ψαλίδι
Και αυτή η σελίδα ετοιμάστηκε, και Πέμπτη βράδυ, όταν είναι πανέτοιμο το Βιβλιοδρόμιο, μου τηλεφωνεί η Μικέλα Χαρτουλάρη και μου ανακοινώνει πως η σελίδα κόπηκε: Δε γίνεται να γράφω για τον Μπαμπινιώτη, που γράφει στο αδελφό Βήμα, ήταν η παρατήρηση-εντολή που μου μεταφέρθηκε, δεοντολογία που επιστρατεύτηκε ξαφνικά έπειτα από δώδεκα ολόκληρα χρόνια, όταν έγραφα πολύ συχνότερα για τον Μπαμπινιώτη, σε σχέση με ένα σκέτο σχόλιό μου τώρα. Να μη γράφω λοιπόν για τον Μπαμπινιώτη, και γενικότερα για γλωσσικά θέματα, αλλά για πράγματα «πιο επίκαιρα» –ξανά το φάντασμα των τηλεοπτικών;

Για να διευκολύνω τα πράγματα, φτιάχνω αμέσως καινούρια σελίδα, με άλλο κείμενο που είχα έτοιμο. Το κομμένο κείμενο το ανάρτησα εδώ στο μπλογκ, χωρίς κανένα σχόλιο πάλι για την περιπέτειά του, που θα εξέθετε λ.χ. την εφημερίδα.

Τώρα όμως τα πράγματα ήταν σοβαρότερα. Πλάι στις παλιές ανησυχίες μου, έπειτα από το κείμενο για τους μετανάστες, την ενδιάμεση δυσαρέσκεια για τα μη τηλεοπτικά κείμενά μου, τώρα ερχόταν ρητή απαγόρευση για τα γλωσσικά θέματα. Τι άλλο έμενε;

Έγραψα ένα σχετικά εκτενές γράμμα στη διεύθυνση, εκθέτοντας την ιστορία της συνεργασίας μου με την εφημερίδα, που ξεκίνησε αποκλειστικά με γλωσσικά: όχι πως έπρεπε να είναι δεσμευτικό αυτό για μια καινούρια διεύθυνση ή μια διαφορετική αντίληψη για την εφημερίδα, έπρεπε ωστόσο να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, καθώς μάλιστα τα γλωσσικά αποτελούσαν, όπως έγραψα, το 50% της ύλης των δειγμάτων που είχα υποβάλει για την καινούρια στήλη. Απάντηση, εύλογα, θα έλεγα, δεν ήρθε. Που από μιαν άποψη σήμαινε πως συνεχίζω. Μέχρι νεωτέρας, τουλάχιστον.

Ήμασταν ήδη Ιούλιο, τον Αύγουστο, όπως είπαμε, διακοπές, και με τον Σεπτέμβριο, με μια σελίδα με κείμενα πάντως όχι γλωσσικά, νά τη η «νεωτέρα».

Εδώ ήρθαμε, εννοώ από εδώ ξεκίνησε αυτή η μακροσκελής εξιστόρηση. Τα συμπεράσματα είναι εύκολα, νομίζω.

buzz it!