6/3/07

83. Το CD, τα σιντίζ και ο δίσκος ακτίνας [δανεισμός, στ΄]

Τα Νέα 11.5.2002

Όσο κι αν αποτελούν μοναδικό πλούτο τα αναντικατάστατα κέικ, χιούμορ, πουλόβερ, μπαρ και νάιλον, που δεν τα έθιξαν ούτε οι πιο ορκισμένοι καθαρολόγοι, είναι αυτονόητο ότι δεν πρέπει να παραιτούμαστε από το δικαίωμα της προσαρμογής των ξένων δανείων, όχι όμως κατόπιν εορτής και χωρίς αίσθηση της κοινωνιογλωσσικής πραγματικότητας, άρα του μέτρου.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αίσθηση του μέτρου: μεγάλη κουβέντα, βεβαίως· και προπαντός: ποιος το ορίζει κάθε φορά το μέτρο; Μπορούν ωστόσο να καταγραφούν κάποιες αρχές. Μεταφέρω την ευσύνοπτη κωδικοποίηση της Μ. Κακριδή-Φερράρι (από τον Εγκυκλοπαιδικό οδηγό για τη γλώσσα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 205):

«Η ελληνική λέξη που επιλέγεται ως μετάφραση του ξένου όρου θεωρείται ότι καλό είναι: (α) να εισάγεται συγχρόνως με τον ξένο όρο, πριν προλάβει δηλαδή να καθιερωθεί ο τελευταίος [...]. Είναι υπερβολικά δύσκολο να θέλουμε να επικρατήσει ο ελληνικός όρος, όταν το αυτούσιο ξένο δάνειο έχει γίνει πια μέρος της κοινής χρήσης της γλώσσας (π.χ. καρμπόν → αντιγραφόχαρτο, τεστ → δοκιμασία

»(β) να είναι εξίσου οικονομική με τον ξένο όρο: να μην είναι ούτε πολυσύλλαβη ούτε περιφραστική, αν δεν είναι και αυτός (όχι π.χ. τηλεομοιότυπο κ.τ.ό. αντί για φαξ, ούτε μουσικοί αγώνες αντί για φεστιβάλ

»(γ) να είναι σχηματισμένη σύμφωνα με τους κανόνες και τις συνήθειες της ελληνικής γλώσσας [...]·

»(δ) να δίνει τη δυνατότητα, όσο γίνεται, αναγωγής στην ξένη λέξη, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία μετάφρασης, από τα ελληνικά στην ξένη γλώσσα: πολυμέσα multimedia».

Με βάση τα κριτήρια αυτά αξίζει να παρακολουθήσουμε διάφορες απόπειρες προσαρμογής. Αλλά προηγουμένως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τα εξής, έστω για λόγους δικαιοσύνης:

Για την αυξανόμενη εισδοχή ξένων λέξεων στη γλώσσα μας λέγεται ότι ευθύνονται η σύγχρονη τεχνολογία και οι χρήστες της, η χορεία των περιοδικών ποικίλης ύλης, των λεγόμενων «λάιφστάιλ», και φυσικά, πρώτοι και καλύτεροι, οι νέοι και η γλώσσα τους. Μπορεί. Για τη μη προσαρμογή όμως, ή καλύτερα για την άρνηση προσαρμογής, ευθύνονται ακριβώς οι τιμητές των παραπάνω τάσεων και κοινωνικών ομάδων!

Είναι εντυπωσιακό αλλά καθόλου παράδοξο εντέλει ότι οι αρνητές του δανεισμού, τουλάχιστον στην πράξη και ενδεχομένως ασυνείδητα, είναι οι βασικότεροι αρνητές της προσαρμογής: αρνούνται για λόγους αρχής και εθνογλωσσικού γοήτρου τις ξένες λέξεις, αλλά, όταν δεν μπορούν να τις εξοβελίσουν ή να τις μεταφράσουν, τις αποκαθιστούν σε όλο τους το ξενικό μεγαλείο: το μπαρ - «τα μπαρς»· το ίδιο επιμένουν να τονίσουν, τώρα πίσω πίσω, την ξενική καταγωγή ακόμα και παλαιότερων, ήδη προσαρμοσμένων λέξεων: το παλτό - «τα παλτό»· έτσι και η Ατλάντα - «της Ατλάντα», ακόμα και η Σάρα - «της Σάρα»!

Πρόκειται σαφώς για τάση «καθαρισμού», η οποία απλώθηκε πέρα και από τα παραδοσιακά κέντρα αντίστασης, από τα ανώτερα δηλαδή κοινωνικά στρώματα και τους μορφωμένους, και ανιχνεύεται στο κοινό αίσθημα και την κοινή πρακτική και στάση απέναντι στη γλώσσα γενικότερα, στο φαινόμενο του δανεισμού εν προκειμένω: τώρα και ο απλός χρήστης, με το πες πες και την ενοχοποίησή του, σπεύδει να βάλει το καθετί «στη θέση του»: τα ξένα με τα ξένα, τα δικά μας με τα δικά μας. Και τα δικά μας πρέπει τότε να δείχνουν την πιο μακρινή καταγωγή τους, όπως ακούσαμε πρόσφατα για το έγκλημα στην περιοχή της Αρτέμιδος, ή για την ποπ τραγουδίστρια Ηρώ, γενική της Ηρούς!

Ότι πρόκειται για ενιαία τάση καθαρισμού το βλέπει κανείς όταν ανοίξει λόγου χάρη το Τρίτο Πρόγραμμα, ναό της εθνικοθρησκευτικής ορθοφροσύνης: πλάι στα περί «μοναδικού ελληνικού πολιτισμού» και τις εκπομπές του Χατζηφώτη θα ακούσετε όλα τα «σόλι και ντουέτι», τα «τύμπανι» και τις «σοπράνι», μαζί με το έργο της «Αλεξάνδρα» Τάδε (επειδή τάχα είναι Ρωσίδα) κτλ. Ή, αν διαβάσει τον σαφώς συντηρητικό γλωσσικά Γιάννη Τζαννετάκο: πλάι στα «μεσολαβησάσης» και τα «κυβερνησάσης αριστεράς» θα δει τη γενική «του Σαράγεβο», αφού τον έχει διαβάσει, όπως ξανάγραψα, να νομοθετεί ότι η Νικαράγουα, αν και πανέτοιμο πρωτόκλιτο θηλυκό, πρέπει να μείνει άκλιτη: «της Νικαράγουα», καθότι ξένη.

Λίγο πριν μπει το ευρώ στη ζωή μας, προτάθηκε εγκαίρως κάτι που έπρεπε να είναι αυτονόητο, να κλίνεται, σαν ευρό - του ευρού, ή καλύτερα το εύρο - του εύρου είπε ο Μπαμπινιώτης, και άρχισαν τα τσου-τσου-τσου και τα άπαπα από εκεί που κατά τα άλλα ομνύουν στο όνομά του, από εκεί που την ίδια στιγμή ωρύονται για τα απροσάρμοστα δάνεια! Ποια τότε δάνεια; Όσα δεν αποτελούν τη δική τους παράδοση, όσα ξεφεύγουν από το δικό τους γνωστικό πεδίο και τον έλεγχό τους. Γιατί η αντίδραση κατά των δανείων κρύβει συχνά το φόβο, και έπειτα και την έχθρα, για το ξένο, το άγνωστο: τι είναι αυτό που ξέρουν αυτοί και δεν το ξέρουμε εμείς: μόντεμ, σου λέει, μουλτιπροσέσορ και ντιφράγκ, ή τέκνο και ιμουσική, εμείς που τέρπουμε την ακοή μας με «ντιβερτιμέντι» και «ρετσιτατίβι αριόζι», που πάμε και σε φόρουμ, πληθυντικός «τα φόρα», που έχουμε και «πιάτι» στην ορχήστρα, ενώ αυτοί πιάτα κοινά, ίσα για να τρώνε.

Ελάχιστα παλαιότερο από το ευρώ είναι το σιντί (CD), ένα παράδειγμα που δείχνει τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η μία είναι αυτό που όλο και πιο συχνά ακούμε: «τα σιντίς», ή ακριβέστερα «σιντίζ», ένας πληθυντικός που θα τον εκτρέφει μοιραία η εμμονή στην ξενική γραφή CD (και CDs). Η άλλη είναι να ξορκιστεί τελείως το κακό: συμπαγής δίσκος, δοκίμασαν αρχικά να μεταφράσουν, φωτοφωνικός δίσκος κ.ά., ενώ τώρα κερδίζει έδαφος ο δίσκος ακτίνας: όλα περιγραφές, επεξηγήσεις, αλλά κανένα τους όνομα, που να μπορεί να συναγωνιστεί, σε συντομία καταρχήν, το σιντί. Όσο για την επικρατέστερη, το δίσκος ακτίνας, απλώς δεν λέει τίποτα έτσι σκέτο: ίσα ίσα, αφαιρεί το βασικό χαρακτηριστικό, το ότι η ακτίνα είναι Λέιζερ –το αφαιρεί, για να μη βάλουμε στο στόμα μας αυτό που πήγαμε να αποφύγουμε, λέξη «βαρβαρική». Αλλά σύμβαση δεν είναι οι λέξεις; Άρα συνεννοούμαστε και έτσι. Όμως ο δίσκος, παλιά, έδωσε δισκοπωλείο και δισκάδικο· ο δίσκος ακτίνας, τι; Ενώ το σιντί, όσο κι αν ξενίζει στην αρχή, μπορεί κάλλιστα να κλιθεί, τα σιντιά, να δώσει και σιντάδικο, και σιντιέρα το μηχάνημα (το CD player), όπως το λένε ήδη όσοι ασχολούνται επαγγελματικά στο χώρο αυτό (κατά τα μπανιέρα, ψωμιέρα, μπετονιέρα και τόσα άλλα), ενώ το πικάπ πεθαίνει χωρίς να έχει ποτέ μεταγλωττιστεί (αυτοφωνόγραφος είχε προτείνει ο Άγγ. Βλάχος, δισκοφόρος ο Γ. Τζαννετάκος!).

Θα συνεχίσουμε.

buzz it!

2 σχόλια:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ είπε...

Συμφωνώ απόλυτα με όσα λέτε και ξαναλέτε, γι' αυτό άλλωστε και δεν έχω σχολιάσει τίποτε ως τώρα. Απλώς, θα ήθελα να εκφράσω την απορία μου γιατί το cd δεν αποδόθηκε ως δίσκος ή ως δισκάκι. Βέβαια, η λέξη δίσκος, την εποχή εκείνη που υπήρχαν ακόμη οι δίσκοι (βινιλίου) θα προκαλούσε σύγχυση. Το δισκάκι ίσως ήταν το καταλληλότερο. Παρόλα αυτά προτιμήσαμε με την απραξία μας και κυρίως με την καθυστέρησή μας το cd. Το ίδιο γίνεται και για όλες τις ξένες (;) λέξεις. Κάθε φορά ψάχνουμε τη λύση στα βαθιά νερά, ενώ βρίσκεται μπροστά μας. Με αυτήν την τακτική, όπως σωστά το σημειώνετε, οι υπαίτιοι γίνονται τιμητές.

Γιάννης Χάρης είπε...

ευχαριστώ για το σχόλιο, πιο πολύ γιατί στάθηκε αφορμή να ανακαλύψω το πολύ ενδιαφέρον μπλογκ σας και τη δουλειά σας!

έχετε δίκιο πως "κάθε φορά ψάχνουμε τη λύση στα βαθιά νερά, ενώ βρίσκεται μπροστά μας", μολονότι στο συγκεκριμένο δε θα συμφωνούσα απολύτως, με τη λύση "δισκάκι" εννοώ: σκέφτομαι λόγου χάρη τώρα πρόχειρα πως, όταν εμφανίστηκε το cd, στους παλαιότερους ήταν ακόμα ζωντανό το άλλο το "δισκάκι", το 45άρι δηλαδή, και σκέφτομαι ακόμα, με κάποιο σχολαστικισμό ίσως, λόγους "κοινωνικής" τάξεως, ότι π.χ. ένα υποκοριστικό θα έπεφτε λίγο για κάτι τόσο "πολύ", για κάτι καινούριο και εντυπωσιακό, που σίγουρα χρειαζόταν το δικό του όνομα.

προσωπικά θα ευχόμουν να επικρατήσει ελληνόγραπτο, σιντί, και φυσικά να κλιθεί, όπως, δόξα τω θεώ, το ακούω αρκετά συχνά: τα σιντιά, με το υποκοριστικό του, το σιντάκι κττ.