18/8/07

Η Βίκυ Μοσχολιού και πάντα το σαλόνι

Τα Νέα, 20 Αυγούστου 2005


Θερινή ραστώνη, και Αύγουστος, λέει, χωρίς ειδήσεις, σαν να μην είναι είδηση οι εθιμικοί πλέον εμπρησμοί των δασών (και η εξίσου εθιμική κρατική αδιαφορία), πλάι μας, και νά, αμέσως αμέσως, ένα πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα, πάλι πλάι μας, και, τη μέρα μόλις που κάθισα να γράψω για τη σελίδα αυτή, ο θάνατος της Βίκυς Μοσχολιού, όχι απλώς πλάι μας, αλλά μέσα-κατάμεσα στην καρδιά μας.

διαβάστε τη συνέχεια...

Ακούω, γράφοντας, το ίδιο βράδυ τις δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας: μέσα στις αναμενόμενες κοινοτοπίες για τη μεγάλη φωνή, κυρίαρχη θέση έχει η αναφορά στη γενναιότητα με την οποία αντιμετώπισε τον καρκίνο. Σκέφτομαι ότι δεν την είχε έμπρακτα και ουσιαστικά αυτή την αναγνώριση η Βίκυ Μοσχολιού. Εξαιτίας ακριβώς της γενικότερης, συστατικής γενναιότητάς της. Της γενναιότητας να είναι πάντα αυτό που ήταν, αυτό που ήθελε να είναι, χωρίς να βάζει τα καλά της για την πάρτη μας. Πολύ πριν δηλαδή από την αρρώστια της, τη ζωή της τη χαρακτήριζε κατεξοχήν η γενναιότητα. Γενναιότητα που την πλήρωσε, εννοείται, βρίσκοντας ευγενικά, ω, και πάντα με φραστικά γενναιόδωρες αποτιμήσεις τής μεγάλης της φωνής, βρίσκοντας, λέω, ουσιαστικά κλειστές τις πόρτες στα σαλόνια μας, εκεί όπου κατά τα άλλα μπάσαμε σηκωτούς στα χέρια καν και καν, από αυτούς που ούτε να τους φτύσουμε δεχόμασταν παλιά, από καλλιτεχνική ή ιδεολογική άποψη. Γενναιότητα ήταν να παραμένει αυθεντικά λαϊκός τύπος, κι ας αλώνιζε και στο έντεχνο ρεπερτόριο όσο ελάχιστοι/ες, γενναιότητα ήταν να υπερασπίζει την ταυτότητά της, από τη δεξιά πολιτική της ταυτότητα ώς τη θρησκευτική. Πέρα δηλαδή από την κοινά αναγνωρισμένη μεγάλη της προσφορά, αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά την έκαναν περίπου αποσυνάγωγη των ευγενών τετραγώνων του καλλιτεχνικού-πνευματικού μικρόκοσμού μας.

Αναφέρομαι σε παλαιότερη επιφυλλίδα μου, για το φαινόμενο ακριβώς της «σαλονοποίησης» (μ’ αρέσει εδώ ο ελεεινός νεολογισμός για μια ελεεινή διαδικασία), και χρησιμοποιούσα παραδειγματικά «ζεύγη», έτσι όπως είχαν υπάρξει κάποια εποχή στην κοινή συνείδηση, η Βουγιουκλάκη με την Καρέζη, η Μαρινέλλα με τη Μοσχολιού κ.ά. Ας μου επιτραπεί να μεταφέρω τη σχετική παράγραφο για το δεύτερο «ζεύγος», που θεωρούσα πως είναι «το πιο χαρακτηριστικό ως προς το σαλόνι παράδειγμά μου»:

«Η Μαρινέλλα» έγραφα, «μεγάλη αναμφισβήτητα φωνή, με ελάχιστες δυστυχώς εξαιρέσεις σημαντικών τραγουδιών, ταυτίστηκε κατά καιρούς με το ευτελέστερο μέρος του λαϊκού τραγουδιού (σήμα ολόκληρης εποχής είχε γίνει π.χ. η Κυρα-Γιώργαινα). Από ένα σημείο μάλιστα και έπειτα, με απόσταση πλέον και από το όποιο, ώς τότε, πάντως λαϊκό ρεπερτόριό της, μια κινησεολογική φλυαρία και προπαντός μια ανάλογη ερμηνευτική επιδειξιομανία επιχειρούν να υπερκαλύψουν την απουσία ουσιαστικά ρεπερτορίου. Η Μαρινέλλα, σόουγούμαν πια, πλημμύρισε με τον κυματισμό των χεριών της και τα αραχνοΰφαντα μανίκια της το σαλόνι μας. Έξω, όμως, από το σαλόνι παραμένει η άλλη μεγάλη λαϊκή φωνή, η Μοσχολιού, με ρεπερτόριο σταθερά, σ’ όλη της τη διαδρομή, μοναδικό, από λαϊκό έως “έντεχνο”. Όμως η Μοσχολιού είναι χύμα λαϊκός τύπος (σπάνια έχω ακούσει αυθεντικότερο λόγο σε συνεντεύξεις, πάντα στέκομαι και την ακούω), δηλωμένη δεξιά, είναι και θρησκόληπτη, παλαιοημερολογίτισσα, ώς και στους δρόμους κατέβηκε για το 666 -–πού να τη βάλεις στο σαλόνι σου ή στο Μέγαρο αυτήν!»

Γιατί η Βίκυ Μοσχολιού «κράτησε τη ζωή της» -–αυτή κι αν κράτησε τη ζωή της! Και φαίνεται αυτό προπάντων στις συνεντεύξεις της, όπως σημείωνα παρενθετικά. Αλλιώς, ούτε παράδοξη ούτε ασυνήθιστη είναι η απόσταση ή και η πλήρης διάσταση ανάμεσα σε έργο και ζωή, καλύτερα σε έργο και ιδιοσυγκρασία. Στις συνεντεύξεις τής Μοσχολιού προβάλλει ένας εκπληκτικά αυθεντικός τύπος, ακούγεται ένας εκπληκτικά αυθεντικός λόγος: «Δίνει τις ωραιότερες συνεντεύξεις» είχε πει γι’ αυτήν η αρμοδιότερη στο είδος Μαρία Ρεζάν, και δεν ξέρω τίνος τμήματος ΜΜΕ μπορεί να γίνει έργο η συγκέντρωσή τους.

Αλλά ιδού, για αντικείμενο και θέμα μελέτης μιλάω κι εγώ, σαν να βγαίνει, σαν να έβγαινε πάντα έξω από τις νόρμες μας η Βίκυ Μοσχολιού, συνολικά και στις πραγματικές της διαστάσεις. Μοναδική φωνή, μοναδικό ρεπερτόριο, μα νά, η Μοσχολιού ήταν η θεία απ’ το χωριό, που ντρέπεσαι να την κυκλοφορήσεις, η Μοσχολιού ήταν η λαϊκιά γκόμενα, που νιώθεις άβολα να την παρουσιάσεις στους κουλτουριάρηδες φίλους σου, κι ας μεγαλούργησε επιτέλους στους πιο οικείους σας χώρους, από τον πρώιμο, ιδιοφυή Ξαρχάκο ώς τον πρωτοεμφανιζόμενο Κραουνάκη. Κι ενώ καμία/κανένας από τον καθαυτό λαϊκό χώρο και σχεδόν καμία/κανένας από τον λεγόμενο έντεχνο δεν έχει το ρεπερτόριό της, με τόσες και προπάντων τέτοιες επιτυχίες. Αν όχι από τίποτ’ άλλο, σίγουρα από ένστικτο, η Βίκυ Μοσχολιού κράτησε τη σταδιοδρομία και το ρεπερτόριό της στο ίδιο πάντα υψηλό επίπεδο απ’ το οποίο ξεκίνησε, χωρίς ουσιαστικά «κοιλιές» και εκπτώσεις. Αλλά τι ήθελε κι αυτή η ευλογημένη να τρέχει, όπως είπαμε, στους δρόμους για το 666 του Αντίχριστου! Τι ήθελε, πιο πριν ακόμα, να μιλάει στις συνεντεύξεις για καντηλάκια και για πίστη, πολύ πριν γίνει τελευταία λέξη της μόδας η επιδεικτική θρησκευτικότητα! Και τι ήθελε πάλι και κατέβαινε να πανηγυρίσει τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας, στις προ-προηγούμενες εκλογές, τότε που έσφαλαν τα exit-polls κι η νίκη τελικά δεν ήρθε, και μείναν οι γαλάζιοι με τη σημαία στο χέρι -–«μαζί τους και η γνωστή τραγουδίστρια Βίκυ Μοσχολιού».

Διασκεδαστές των βασιλέων αστών

Πώς να την οικειοποιηθούν έτσι τα ευγενή τετράγωνα τη Βίκυ Μοσχολιού; Που δεν τους έκανε πουθενά το χατίρι. Και που τους ξέφευγε κι από τις δυο μεριές: ούτε τη διανοούμενη παράστησε ποτέ, ώστε να διεκδικήσει εφ’ όλης της ύλης το στέμμα του έντεχνου, ούτε λαϊκή-με-τους-όρους-όμως-ακριβώς-των-ευγενών-τετραγώνων υπήρξε, έστω φιγούρα «καλτ», σε όλη την γκάμα, από ΛεΠα έως Φλωρινιώτη, ή τον εσχάτως επανακάμψαντα Κοινούση. Δεν τον θυμήθηκα τυχαία εδώ τον Κοινούση: που άνθησε, σαν καταγέλαστο απλώς φυτό πριν από δύο δεκαετίες, εξαφανίστηκε μετά και βρήκε τον Χριστό του, και νά τος, τελευταία, λίπασμα πολύτιμο για τις μεσημεριάτικες εκπομπές, να εμφανίζεται και να μιλάει ακριβώς για τον Χριστό του, και να γρατζουνάει και κάτι θείας αφέλειας και ανύπαρκτης μουσικής «μπαλάντες», που μπροστά τους οι άλλοι ανάλογοι, οι παπαροκάδες, είναι Μπαχ. Και ολοκληρώθηκε το comeback του Κοινούση με εμφάνισή του και σε μαγαζί· και γιατί όχι, ώς εδώ, αφού σε μαγαζιά τραβάει κόσμο και η Στέλλα Μπεζαντάκου ή ο Ταμπάκης. Το θέμα, το θέμα μας, κατά τα ανωτέρω, είναι ότι βρέθηκε εβδομαδιαίο περιοδικό, που δίνει μάλιστα γραμμή στα πολιτιστικά, να παρουσιάσει σε δύο του σελίδες το «Κοινούσης comeback αλά Νέο Κύμα», που «μας πήγε πίσω όχι μόνο στην ιστορία του αλλά στις μπουάτ της παλιάς Πλάκας». Πόσα χρόνια, να πάρει η ευχή, άρκεσαν για να ξεχάσουμε τι ήταν, τι εξέφραζαν: οι μπουάτ από τη μια, ο -–έτσι κι αλλιώς μεταγενέστερος, άρα και πιο πρόσφατος στη μνήμη μας–- Κοινούσης απ’ την άλλη. Αλλά, θέμα επετηρίδας δεν είναι η καθιέρωση εντέλει του οποιουδήποτε, του καθενός, του κάθε είδους, έτσι όπως έλεγε λ.χ. για το σκυλάδικο ο Σαββόπουλος;

Έτσι λοιπόν, πλάι στην κοινή αναγνώριση της φωνής, του ρεπερτορίου, των επιτυχιών, πλάι δηλαδή στα επιτέλους μετρήσιμα, θαρρείς ένα μισό χαμόγελο, μια αδιόρατη ειρωνεία, πάντως μια μισερή αν όχι πάντοτε κλειστή αγκαλιά χαρακτήριζε ώς έναν μεγάλο βαθμό τη στάση απέναντι στη Βίκυ Μοσχολιού. Που έμεινε έξω απ’ το σαλόνι. Αλλά τι να ζηλέψει, που είναι η ίδια, μόνη της, ένα απέραντο σαλόνι; Όπου χωρούσαμε και χωρούμε πάντα οι πάντες, αρκεί ν’ αφήσουμε απ’ έξω τα μικρά, μικρούτσικα και λερωμένα μας παπούτσια.

buzz it!

10 σχόλια:

Γιάννης Χάρης είπε...

Δύο χρόνια από το θάνατο της Μοσχολιού, τέτοιες μέρες ήταν, δεν έλειψαν τα λιγοστά βεβαίως (ε, δυο χρόνια πια, και πάλι Αύγουστος μήνας) αλλά μεγάλα λόγια -μεγάλα "εκ του ασφαλούς" να πω; πώς να το πω; πάντως τζάμπα, αφού αυτή είναι νεκρή, άρα "ακίνδυνη" για τα χαλιά των σαλονιών μας

έτυχε κι ήρθε η σειρά της να μπει εδώ αυτή η επιφυλλίδα, έτσι όπως ακολουθείται η σειρά της δημοσίευσης στην εφημερίδα, δεν το 'κανα για κάνα μνημόσυνο δα, αλλά μια κι ήρθε έτσι, νά δυο σχόλια που δε μου 'χε δοθεί ευκαιρία να τα γράψω:

1. τον τελευταίο χρόνο πριν πεθάνειη Μοσχολιού, ήταν γνωστό πως είναι άσχημα πολύ, εμφανίστηκε στην εκπομπή της Σεμίνας Διγενή, πάντα κεφάτη και πάντα συγκινητικά αυθεντική (από τις ελάχιστες φορές που έχει νόημα η τετριμμένη αυτή λέξη), έτσι χύμα λοιπόν είπε και το παράπονό της, πως δεν την κάλεσαν ποτέ στο Μέγαρο αυτή να τραγουδήσει, έπειτα από τόσους και τόσους που είχαν διαβεί τις πύλες του... Και η οικοδέσποινα συμφώνησε και πρότεινε από την εκπομπή της να την καλέσουν ντε τη Μοσχολιού στο Μέγαρο

κυλούσε η εκπομπή και προς το τέλος η οικοδέσποινα έκανε την ευχάριστη έκπληξη: είχε φτάσει, λέει φαξ από τη διευθύντρια δημοσίων σχέσεων του Μεγάρου, πως θα εκπληρωνόταν η επιθυμία της Μοσχολιού (όχι το χρέος το δικό τους, παρά η επιθυμία, το μαράζι δηλαδή, της Μ...). Και μας τη διάβασε την επιστολή:

έπειτα από τις νενομισμένες, διατεταγμένες φιλοφρονήσεις (τι στο καλό, κοτζάμ δημόσιες σχέσεις είναι αυτές) προς τη μεγάλη τραγουδίστρια (αλλά και την οικοδέσποινα βεβαίως), ανακοινωνόταν μεγαθύμως ("εκ του ασφαλούς" πάλι να πω; αφού ήξεραν ότι πεθαίνει η γυναίκα, και όντως δεν έγινε ποτέ αυτή η "προγραμματισμένη" συναυλία) πως ευχαρίστως να την καλέσουν, αρκεί να μην είναι για να παρουσιάσει τον τελευταίο της δίσκο!!!

2. στην κηδεία, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα, άντε των δυο χεριών, οι συνάδελφοι τραγουδιστές και μουσικοί (ας μη μιλάμε για πολιτικούς και άλλους μεγαλόσχημους), εύλογο πάντως ώς ένα βαθμό, αυγουστιάτικα. Όμως στην πομπή για το νεκροταφείο, λυπάμαι δε θυμάμαι ονόματα, αλλά ζήτημα να ακολούθησαν δυο-τρεις από τους ήδη ελάχιστους που ήταν στη Μητρόπολη: οι άλλοι είχαν πάει με τις κούρσες τους στο νεκροταφείο και περίμεναν να φτάσει η τόσο ταπεινή πομπή, μια και τα στεφάνια είχαν πάει κι αυτά κουρσάτα στο νεκροταφείο, κι έτσι στους άδειους αυγουστιάτικους δρόμους πήγαινε μπροστά έρμη μια νεκροφόρα, κι από κοντά λιγοστός σχετικά κόσμος, οι δυο-τρεις συνάδελφοι που είπα, και προπαντός κόσμος λαϊκός της γειτονιάς, φιγούρες βγαλμένες από ταινίες του '60, συγκινητική έως σπαραχτική νότα, ένα τοσοδούλικο φωτάκι στη μαυρίλα της ασχημίας, της απρέπειας των άλλων

Ανώνυμος είπε...

Αποκαλυπτικό και αιχμηρό το άρθρο σας κ. Χάρη, απορώ πώς μού είχε ξεφύγει! Προσωπικά, ως τριαντάχρονος αριστερός, ποτέ δεν συμπάθησα τη Βίκυ, την οποία γνώρισα στα ύστερά της, αλλά ομολογώ ότι με αναγκάσατε να δω με άλλο μάτι τη συγχωρεμένη καλλιτέχνιδα.

Δράττομαι της ευκαιρίας να ζητήσω μια χάρη, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι, για τους γνώστες γραμματικής.

Ο ορθός γραμματικός τύπος είναι (αόριστος) κορόιδεψαν ή κοροίδεψαν, με τον τόνο στο "ι" και διαλυτικά?

Ανώνυμος είπε...

To "δράττομαι της ευκαιρίας" δεν ξέρω αν σάς ξίνισε, αλλά έτσι γράφουμε οι νομικοί!

Η νομική ορολογία και -κυρίως- γλώσσα είναι μια terra incognita, ένα απολίθωμα, το οποίο αντιστέκεται σθεναρά στην υιοθέτηση της αμιγούς δημοτικής για την οποία δικαίως αγωνίζεστε. Έχετε ασχοληθεί με το θέμα? Συγγνώμη που δεν "δύναμαι να αναγνώσω το σύνολο των δημοισιεύσεών σας επί τω τέλει όπως διαμορφώσω ιδίαν άποψη επί του προκειμένου ζητήματος"!

gazakas είπε...

Ανώνυμε, κι εγώ τριαντάχρονος αριστερός είμαι, αλλά το άρθρο του κ. Χάρη ταιριάζει απόλυτα με την εικόνα που είχα για τη Βίκυ. Όπως και να το κάνουμε ήταν μια από τις μεγαλύτερες φωνές από τη δεκαετίες του '60 και δώθε με εξίσου σπουδαίο ρεπερτόριο.

Όσο για την απορία σου, εγώ το ξέρω "κοροϊδέψαν"!

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ φίλε gazaka,

δεν θέλω να είμαι δογματικός, αλλά πολύ με είχε "ξενερώσει" η όψιμη λατρεία της συγχωρεμένης για τα τηλεοπτικά παράθυρα, και μάλιστα για να προπαγανδίσει υπέρ του Χριστόδουλου και του Καραμανλή!

Εντάξει, δεν ήταν Λένι Ρίφενσταλ η γυναίκα, αλλά τηρουμένων των αναλογιών...

Καμία αντίρρηση βέβαια για την ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΗ καλλιτεχνική της αξία και προσφορά. Επαναλαμβάνω ότι το άρθρο του κ. Χάρη με έκανε να δω τη Μοσχολιού με άλλο μάτι.

Όσο για το ρήμα κοροϊδεύω, δηλώνω προβληματισμένος, και εγώ είχα την ίδια εντύπωση με σένα, αλλά μια αναζήτηση στο google με εξέπληξε! Μόνο ένας καθ' ύλην αρμόδιος μπορεί να δώσει τεκμηριωμένη απάντηση..

Γιάννης Χάρης είπε...

εμ, φίλε ανώνυμε, λες να μη με ξενέρωνε κι εμένα μ' όλα αυτά και με τα παλαιοημερολογίτικά της: ήθελε πάντως κι ένα θάρρος να επιμείνει στα 6-6-6 της, μέσα στη γενική χλεύη, να μη σκεφτεί ποτέ τη δημόσια εικόνα της.

Δεν είναι εκεί όμως το θέμα. Το θέμα είναι ότι γι' αυτούς και γι' άλλους λόγους μια μεγάλη φωνή, με εντυπωσιακά σταθερό στην ποιότητά του ρεπερτόριο, συν τοις άλλοις, δεν βρήκε ποτέ ανοιχτά τα σαλόνια, σ' αντίθεση με πάσης φύσεως φανταχτερά φο μπιζού (τι μπιζού! σκέτα σκουπίδια τις περισσότερες φορές) -μόνο σνομπάρισμα και μικροπρέπεια αντιμετώπισε!

τώρα, το κοροϊδεύω, όπως όλα τα ρήματα, "κανονικά" ανεβάζει στον αόριστο και τον παρατατικό τον τόνο, άρα: κοροϊδεύω - κορόιδευα - κορόιδεψα, όπως χαϊδεύω - χάιδευα - χάιδεψα ή αγοράζω - αγόραζα - αγόρασα. Αλλά εξίσου νόμιμοι είναι και οι τύποι κοροϊδεύαν(ε), χαϊδεύαν(ε), αγοράζαν(ε). [Το κοροΐδευαν το 'χω ακούσει κι εγώ, δεν ξέρω αν είναι διαλεκτικό, δε μου 'ρχεται καμιά εξήγηση αυτή τη στιγμή, σίγουρα θα ξέρουν οι γλωσσολόγοι.]

[φίλε gazaka, σου χρωστάω μια απάντηση στα περί Ιστορίας, αλλά μπήκε καπάκι και το εκτενές του Στρούμπα, και θα καθυστερήσω λίγο, να με συμπαθάς]

Γιάννης Χάρης είπε...

[διορθωσούλα, αν χρειάζεται, στο προηγούμενο: ενώ έγραφα για αόριστο και παρατατικό, στα παραδείγματα έβαλα ανάποδα τους χρόνους]

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστώ ειλικρινά κ. Χάρη για τη ...χάρη. Ο ανώνυμος (προς το παρόν) νομικός είμαι. Θα επανέρχομαι όσο συχνότερα μπορώ για σχόλια

Ανώνυμος είπε...

Η βίκυ μοσχολιού ήταν μια μεγάλη φωνή.
Και μια πάρα πολύ κουτή γυναίκα (αναρίθμητα τα ανέκδοτα σχετικά με τις συνεργασίες της με τους φτασμένους συνθέτες, τον Πατσιφά, και άλλους μεγαλοσχήμονες του δισκογραφικού και του δημοσιογραφικού χώρου).
Είναι γνωστό όσο και αξιοθαύμαστο ότι η μοσχολιού ερμήνευε μοναδικά τα τραγούδια που δεν τα καταλάβαινε καν.
Άρα τι μένει; Αυτό για το οποίο τη θυμόμαστε. Μια μεγάλη φωνή, που ράγισε, που έσπασε πολλά χρόνια πριν από το θάνατό της, έτσι όπως σύρθηκε -στη δύση της πια- στα οικογενειακού τύπου σκυλάδια (όπου και έτυχε να την ακούσω) και στις συνεστιάσεις των συλλόγων των απανταχού...
Σχεδόν πάντα η ιστορία της μνήμης του αριστερού (αρθρογράφου, αναγνώστη, σχολιαστή) πηγαίνει χέρι-χέρι με την τάση τους για αγιογράφηση. Ήμουν αριστερός κι ανάθεμα αν ξέρω τι είμαι πια. Αλλά θυμάμαι τη μοσχολιού, όπως και τον μπιθικώτση να μεσουρανούν στην εφταετία, και να ενσαρκώνουν τα απόλυτα μικροαστικά ιδεώδη των γονιών "να πιάσουμε την καλή" και "να πάρουμε σαλόνι". Θα ήθελα να διορθώσω λοιπόν τον κύριο Χάρη. Η μοσχολιού μπήκε και παραμπήκε στα σαλόνια. Και στα μικροαστικά και στα αριστερά (ελέω Λύρας, και λοιπών δημοκρατικών συνθετών). Όπως έμπαινε καθημερινά και στο δικό της απέραντο μαρμάρινο λουδοβίκειο σαλόνι που θα το ζηλεύανε και η μητέρα μου και η σεμίνα διγενή και η των δημοσίων σχέσεων του μεγάρου.

Γιάννης Χάρης είπε...

βασικές παρανοήσεις, αγαπητέ ανώνυμε:

η Μοσχολιού δεν πούλησε ποτέ αριστεροσύνη, σαν τον Μπιθικώτση, ούτε και τα σκουπίδια που τραγούδησε αυτός τραγούδησε

ούτε και τα σκουπίδια, κάποτε αποκλειστικά και μόνο σκουπίδια, άλλων τραγούδησε, που αυτοί ωστόσο μπήκαν στο σαλόνι [χωρίς μάλιστα να πάψουν να τραγουδούν σκουπίδια, άντε κανένα δήθεν ή καμιά Νικολακοπούλου...],

και σαλόνι είναι [ελεμένταρι, μίστερ Γουότσον], αν τάχα οφείλω να το ξαναγράψω, μια και προφανώς δεν διαβάσατε το άρθρο μου [απαράδεκτο, μίστερ Γουότσον], η εν γένει κοινωνική μας ζωή
[ενδεικτικά και μόνο ανέφερα τα Μέγαρα που ανοίγουν και ξανανοίγουν, με την πολιτική και κοινωνική ηγεσία σύσσωμη, διαταξικά, παρούσα, αν όχι σε χουντίσαντες, σε εξίσου και χειρότερα μεσουρανήσαντες επί χούντας: έχω γράψει και συγκεκριμένο παράδειγμα, αν κάνετε τον κόπο...]

αυτό είναι το σαλόνι, κι όχι κάποια, πολλά, πάμπολλα ενδεχομένως, γιατί όχι, σαλόνια στην κυριολεξία τους στα οποία μπήκε η Μοσχολιού [και επιεικέστατα, τουλάχιστον άσχετη η αναφορά στο δικό της σαλόνι!]

όσο για το τι καταλαβαίνει ο κάθε τραγουδιστής από αυτά που ερμηνεύει [αν τάχα πάντα ερμηνεύει -κι εδώ είναι ένα αξιοπερίεργο αλλά και αξιοθαύμαστο στη Μ.] έχει να κάνει με το τι καταλαβαίνει, ακόμα περισσότερο, ο δημιουργός, και όχι μόνο ο μουσικός, από το έργο που δημιουργεί!
[δε θα σας έτυχε μάλλον να ακούσετε ή να διαβάσετε για δημιουργούς από απλώς κουτούς, όπως λέτε για τη Μ., έως απλούστατα κοινούς μαλάκες [και όχι κάποιες εξαιρέσεις!], που όμως έδωσαν ή δίνουν έργο υψηλής πνοής: δε θα σας έτυχε να ακούσετε, προχωρώ, για το μυστήριο της δημιουργίας