28/5/07

Παίρνει την αλήθεια μου και μου την κάνει λιώμα [Σαββόπουλος, β΄]

Τα Νέα, 4 Σεπτεμβρίου 2004

Στο τραγούδι «Κωλοέλληνες» λ.χ., με το στίχο «Στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς» τι διαφορετικό λέει τάχα ο Σαββόπουλος από το περίφημο “Finis Graeciae” του Γιανναρά; Αλλά και το «Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό στον τόπο αυτό» πόσο απέχει τελικά από το «ανάδελφον έθνος» του Σαρτζετάκη;

το πλήρες κείμενο

Ο Σαββόπουλος είναι η πολύτιμη, ζωντανή μουσική μας παράδοση· δεν χρειάζεται να είναι και η πολιτική μας καθοδήγηση: Γύρω από αυτήν τη βασική θέση οργάνωνα την προηγούμενη επιφυλλίδα, με αφορμή τη συναυλία στο Ηρώδειο, όπου ο Σαββόπουλος μας παρουσίασε αναδρομικά για συνοδοιπόρους του τον Λυκουρέζο και τον Ζουράρι.

Και άφηνα για σήμερα τα δύσκολα, που απλώς τα σημείωνα στην κατακλείδα: πως έτσι κι αλλιώς ο Σαββόπουλος, «πέρα από την καθαυτό δημιουργία του, με την όλη του πολιτεία και τον δημόσιο λόγο του, ακόμα και στις πλέον αναντίλεκτα αριστερές του μέρες, υπήρξε, τουλάχιστον εξ αντικειμένου, παραγωγός εντέλει σύγχυσης και προαγωγός ακρισίας».

Δεν θέλω δηλαδή να μείνω στα προφανή και πολυσχολιασμένα: στην πριμοδότηση του Μητσοτάκη στις εκλογές του ’89 ή τις συναυλίες στα στρατόπεδα επί Βαρβιτσιώτη, ακόμα λιγότερο την ένταξή του στο σταρ σύστεμ και την εμφάνισή του σε μαγαζιά με όρους «παραλιακής» κτλ. Άλλα από αυτά είναι αναπόφευκτα· άλλα μπορεί και ευκταία: λ.χ. το να περάσει κάποιος από το «περιθώριο» ή από το χώρο της Αριστεράς στο κέντρο πια της κοινωνικής ζωής, να αναγνωριστεί δηλαδή ευρύτερα· και όσα έμοιαζαν ανήκουστα και μας πονάνε, όπως η εκστρατεία υπέρ Μητσοτάκη, είναι οπωσδήποτε αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός, άρα και του Σαββόπουλου. Γιατί κανένας δεν οφείλει σε κανέναν να παραμένει ανάλλαχτος. Δεν το οφείλει ούτε καν στο όραμά του: που μπορεί να το υπηρετεί με όποιον τρόπο νομίζει αυτός κάθε φορά· και που μπορεί να το αλλάζει, εννοείται. Το θέμα είναι αν κάθε «στροφή» αποτελεί περιστασιακή κίνηση ή αναθεώρηση παλαιότερης στάσης, αν συνιστά φυσική εξέλιξη και λογική συνέπειά της ή υποδεικνύει κάποιο παλαιότερο σφάλμα, που τώρα το διορθώνει. Πιο απλά, το θέμα είναι κατά πόσο κάποιος θεωρεί πως συνεχίζει όπως ήταν, ή αλλάζει αυτό που ήταν, επειδή το παλιό ήταν κάπου λάθος.

Έχω καταφύγει και άλλοτε στον Κούντερα, που μιλάει για τη βασική συνθήκη του ανθρώπου που βαδίζει μες στην ομίχλη, ενώ οι μεταγενέστεροι τον κρίνουν με απόσταση δεκαετιών, χωρίς να βλέπουν την ομίχλη που τον τύλιγε. Δεν είναι ακριβώς η περίπτωση η δική μας με τον Σαββόπουλο αυτή, αφού, συγκαιρινοί του όλοι, βαδίζουμε όλοι μαζί μέσα στην ίδια ομίχλη. Και κάνουμε έτσι όλοι σφάλματα. Έτσι και ο Σαββόπουλος, γι’ αυτό και την εποχή που έτρεχε στα στρατόπεδα, όπως είπαμε, έκανε δήλωση μετανοίας, επειδή δεν είχε υπηρετήσει στο στρατό! Κι όμως, αυτό το –σύμφωνα με τον ίδιο– «λάθος» δεν ήταν κάτι εντελώς ασυνεπές ή έστω ασύμβατο με την ιδεολογία του, αλλά και με την ιδεολογία και το κλίμα της εποχής. Άραγε η δήλωση μετανοίας ήταν μόνο για τη θητεία κι άφηνε όλα τ’ άλλα ανέγγιχτα; Ή μετάνιωνε και για τα υπόλοιπα ο Σαββόπουλος, κάτι όχι εντελώς ασύμβατο τώρα με την πολιτική αν όχι ιδεολογική του στάση –την εποχή της στήριξης Μητσοτάκη, εννοώ. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν έτσι κι αλλιώς νόημα, ή σίγουρα δεν θα είχαν, αν δεν προβάλλονταν κάθε φορά σαν υπέρτατη και μόνη αλήθεια, με το ύφος της απόλυτης αυθεντίας· ακόμα χειρότερα, με το τάχα μου αγαπησιάρικο αλλά πατερναλιστικό και βαθιά απαξιωτικό «Νεοέλληνες, πουλάκια μου».

Ας πάω όμως στις πιο ανέφελες, αριστερές μέρες. Όταν ο Σαββόπουλος ξεσήκωνε μιαν ολόκληρη εποχή με τις πικρές του αλήθειες για τις «σημαίες από νάιλον» και τον «πονηρό πολιτευτή». Πικρές αλήθειες, είπα, αλλά εντέλει μισές. Θα προσπαθήσω να εξηγηθώ: το τραγούδι είναι ένα είδος που, όσο κι αν προϋποθέτει ή συμπυκνώνει μιαν ολόκληρη ανάλυση που έχει ο δημιουργός στο κεφάλι του, λειτουργεί συνθηματικά. Και τα πιο προχωρημένα αριστερά συνθήματα λειτουργούν συχνά «αριστερίστικα», ενώ στη χειρότερη περίπτωση μπορεί να λειτουργούν αντιδραστικά. Για να δούμε καθαρότερα τη λειτουργία του συνθήματος, του αποκομμένου μοιραία από κάποια ανάλυση, θυμίζω, την εποχή των εν λόγω τραγουδιών, το σύνθημα του ΕΚΚΕ που κυριαρχούσε στις πρώτες μεταπολιτευτικές διαδηλώσεις: «Δώστε όπλα στο λαό της Κύπρου». Όπου, έτσι σκέτο το σύνθημα, σαν εντελώς αυτονόητη «αλήθεια» μα εντελώς εκτός πολιτικής πραγματικότητας, μπορούσε να ανταμώνει τον πιο εθνικιστικό εοκαβίτικο λόγο.

Έτσι και τα τραγούδια, οι στίχοι, από τη φύση τους. Όπου οι σημαίες από νάιλον και ο πονηρός πολιτευτής μπορεί να ανταμώνουν τον πιο αντιδραστικό μικροαστικό λόγο, αυτόν που απαξιώνει σταθερά την πολιτική και τους πολιτικούς. Κρατώ πάντα στο νου μια τραυματική εικόνα, έναν κουστουμάτο με πούρο, πρώτο τραπέζι σε μπουάτ της Πλάκας όπου εμφανιζόταν η Βίκυ Μοσχολιού, να τραγουδάει ενθουσιασμένος μαζί με τον Θέμη Ανδρεάδη τον «πολιτευτάκια».

Σίγουρα δεν φταίει ο Σαββόπουλος αν, την ώρα που με τον πολιτευτάκια του εκφράζει τον επαναστατημένο νέο, την ίδια εκείνη ώρα αγαλλιά κι ο Πλεύρης. Γι’ αυτό και είπα πως ο Σαββόπουλος υπήρξε παραγωγός σύγχυσης «εξ αντικειμένου». Γιατί το μέσον μπορεί καμιά φορά και να προδίδει. Και να προδίδεται έτσι εντέλει η ιδεολογία. Προσωπικά, σπάνια είχα με άλλον δημιουργό την αίσθηση πως –είναι τραγικά ειρωνικό, αλλά θα το πω με τα δικά του λόγια– «παίρνει την αλήθεια μου και μου την κάνει λιώμα».

Αλλά, από το «εξ αντικειμένου» που είπα, φτάσαμε στο «εξ υποκειμένου». Γιατί την «εξ αντικειμένου» σύγχυση ήρθε να την παγιώσει η μετέπειτα πορεία του Σαββόπουλου, πάντα και αυστηρώς στο τραγούδι εννοώ. Στους «Κωλοέλληνες» λ.χ. η σύμπτωση με τον σκανδαλισμένο μικροαστικό λόγο είναι απόλυτη. «Στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς» είναι ο στίχος που δίνει το στίγμα του τραγουδιού. Αλλά τι διαφορετικό λέει τότε από το περίφημο “Finis Graeciae” του Γιανναρά; πού διαφοροποιείται εδώ ο Σαββόπουλος από τον Γιανναρά; Πουθενά. Χώρια που τον Γιανναρά στο κάτω κάτω τον διαβάζουν πολύ λιγότεροι από όσους ακούν Σαββόπουλο. Αλλά και το «Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό στον τόπο αυτό» πόσο απέχει τελικά από το «ανάδελφον έθνος» του Σαρτζετάκη; Όσο η τέχνη, θα μου πείτε. Είναι όμως πάντα τέχνη; Προσωπικά και πάλι, δύσκολα διακρίνω τον δημιουργό της «Θαλασσογραφίας» στον εύκολο πανηγυριώτικο καλαματιανό-χασαποσέρβικο «Ας κρατήσουν οι χοροί», σταθμό της νεορθόδοξης περιόδου του Σαββόπουλου και σουξέ πια και ύμνο των ημερών. Αλλά το θέμα δεν είναι διόλου αν ένα τραγούδι είναι ενδεχομένως κατώτερο από άλλα. Το θέμα είναι ο ιδεολογικός κατιμάς, το θέμα είναι η «Σύναξις» και των «Ελλήνων οι κοινότητες», που με την ορθοδοξία, λέει, «φτιάχνουν άλλο γαλαξία»!

Έμεινε η ακρισία, που έλεγα. Θα αναφερόμουν σε όσα στήριξε και προώθησε ο Σαββόπουλος ως δισκογραφικός παραγωγός, ή σ’ εκείνη τη σειρά εκπομπών «ΖΗΤΩ το ελληνικό τραγούδι», όταν μας τα σέρβιρε όλα ένα, τη Λίτσα Διαμάντη ή τον Βελλή πλάι στη Γαλάνη, λέγοντας πως αυτό είναι το ελληνικό τραγούδι, και ποιος θα διανοηθεί να κρίνει το καλό και το κακό, αλλά και θα κρίνει πάντως, γιατί υπάρχει και κακό, και άλλα τέτοια! Αυτά θα έγραφα, αλλά με έβγαλε από τον κόπο η εμφάνισή του στη λήξη των Ολυμπιακών. Και όχι, δεν μου φταίει η Βίσση ή ο Ρουβάς, που μπορεί να είχαν κι αυτοί τη θέση τους εκεί. Το πώς με ενδιαφέρει. Και πάλι δεν αναφέρομαι στη φυσική τους παρουσία. Αλλά στο ιδεολόγημα που ο ίδιος ο Σαββόπουλος το έχει υπηρετήσει όσο λίγοι, στο «μία είναι η μουσική», αυτό που πίσω από την τάχα μου πολυτυπία κρύβει τον πιο αφόρητο δογματισμό. Και προάγει τότε τη σύγχυση και την ακρισία.

Όμως, και πάλι ο πληθωρικός Σαββόπουλος ξεφεύγει από όλα αυτά. Και οπωσδήποτε ξεφεύγει το έργο του. Αυτό ας κρατήσουμε τουλάχιστον, όσο δεν υπακούει στους κανόνες της ύστερης, νεορθόδοξης και εντεύθεν αγκιτάτσιας-προπαγάνδας.

buzz it!

13 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ουφ!Συγχίστηκα καθώς διάβαζα όλα τα παραπάνω και ξαναθυμήθηκα τον εν λόγω κύριο.Συγχίστηκα όχι γιατί ο Σαββόπουλος,αριστερός τάχα κάποτε,εξελίχτηκε σε συντηριτικούρα του κερατά.Αλλά γιατί μας έχουν πρήξει όλες αυτές οι βεντέτες του δημόσιου χώρου τύπου Σαββόπουλου,Ζουράρι κτλ.
Οτι έγραψε κάποτε μερικά αξιόλογα τραγούδια,νομίζει οτι του δίνει το δικαίωμα να βγαίνει με ύφος Καρδιναλίου και να λέει όλα αυτά τα εμετικά που λέει;
Δεν έχει να πεί τίποτα απλά,γιαυτό και καταφεύγει στα γνωστα παραδοσιακά αναμασήματα και σε χυδαίους εθνικισμούς.
Κατά την άποψη μου το καλιτεχνικό του ταλέντο,το πάλαι ποτέ,γιατί εδώ και χρόνια έχει παρεπιδημίσει για αλλού,δεν είναι άλλοθι για να τον κρίνουμε πιο συγκαταβατικά απο τον Γιανναρά η τον Σαρτζετάκη.
Ελεος πια!

thas είπε...

Επίτρεψέ μου να πω ανώνυμε πως αν επρόκειτο για μερικά αξιόλογα τραγούδια μόνο, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Τα δυο αυτά κείμενα (όπως και τα πρόσφατα για τον Μίκη) έχουν ιδιαίτερο βάρος και αξία ακριβώς επειδή το έργο του Σαββόπουλου υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο. Για τη σημασία του και τον τρόπο που αυτό επέδρασε στη νεοελληνική πραγματικότητα μπορεί και να μη συμφωνήσουμε αυτόματα καθώς στα ζητήματα της τέχνης η προσωπική μας «αλήθεια», το «βίωμα», μάς φανατίζει και οδηγεί σε υπερβολές. Έτσι κι αλλιώς, μια οριστική ιστορία της τέχνης δεν πρόκειται να γραφτεί ποτέ και θα διατηρούμε πάντα το δικαίωμα της προσωπικής κρίσης απέναντι στους μείζονες- γύρω απ’ αυτούς συνήθως πέφτει ο άγριος καυγάς, για τους ελάσσονες συμφωνούμε όλοι και ησυχάζουμε.
Εννοείται πως υπογράφω μέχρι κεραίας όσα λέει ο Γ.Χ. Θυμάμαι μάλιστα τι βαθιά εντύπωση και ενθουσιασμό μου είχε δημιουργήσει τότε το πρώτο κείμενο, που εστίαζε σωστά όχι στην αμφιλεγόμενη και πάντως ευφάνταστη κίνηση με την Καλομοίρα, όσο στην παρέλαση των επωνύμων επί σκηνής, στα όρια δηλαδή που θέτει η δημόσια εικόνα ενός προσώπου που τροφοδότησε κάποτε «του 60 τους εκδρομείς» με ένα άδολο πάθος (τόσο για τον περίφημο «άλλον κόσμο που είναι εφικτός», όσο και για τον ίδιο το δημιουργό). Εδώ πράγματι τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μας και η αλήθεια μας γίνεται λιώμα και πάμε όλοι αδιάβαστοι.

Μια μικρή μόνο παρατήρηση-σκέψη αγαπητέ Γιάννη, για τη σημασία κάποιων στίχων του όπως η τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική ή οι σημαίες από νάϋλον κλπ. Παρότι καταλαβαίνω ότι εκεί υπάρχει «κάτι» που αργότερα θα αποσαφηνιστεί αποκαλυπτικά, προσωπικά συνεχίζω να τις διαβάζω περισσότερο σαν καθαρές ποιητικές συλλήψεις (όπως για παράδειγμα εκείνο το «καημένε Μακρυγιάννη, να ξερες γιατί το τζάκισες το χέρι σου, το τζάκισες για να χορεύουν σέικ τα κωλόπαιδα» του Χριστιανόπουλου) όπου η ποιητική ευφυΐα καβαλάει το νόημα του στίχου, σχεδόν το ακυρώνει. Τουλάχιστον στα μάτια μου- μιλάει ο φανατικός τώρα, ο ερωτευμένος. Άλλωστε ο ίδιος φανατισμός είναι που με κάνει να κοιτάω με αμηχανία και λύπη το έργο του μετά τα τραπεζάκια έξω.

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνώ οτι τα κείμενα του Γιάννη Χάρη για τον Σαββόπουλο,ειναι,όπως τα περισσότερα κειμενά του άλλωστε,αξιόλογα και προσπαθούν να διαυγάσουν κοινωνικά φαινόμενα με την ματιά ενος αριστερού.
Συμφωνώ οτι τα μηνύματα σύγχισης και ακρισίας που εντοπίζει και στις πιο αριστερές μέρες του Σαββόπουλου,ήταν προμηνύματα για την πορεία που θα ακολουθούσε αργότερα.
Δεν συμφωνώ με την τελευταία του παράγραφο."Όμως, και πάλι ο πληθωρικός Σαββόπουλος ξεφεύγει από όλα αυτά."Είναι σαν να ακυρώνει όλα τα προηγούμενα.Και αναφέρομαι στον Σαββόπουλο ως πολίτη και όχι ως καλλιτέχνη.Το καλλιτεχνικό του έργο
είναι αλήθεια οτι σηκώνει πολλές ερμηνείες οπότε ας το αφήσουμε.Για την επιρροή του στην ελληνικη πραγματικότητα επίσης υπάρχουν πολλές απόψεις.Και ακόμη ακόμη δεν είναι τυχαία αυτη η επιρροή με την κατοπινη εξέλιξη και της νεολληνικής κοινωνίας και του ίδιου του δημιουργού.
Εκείνο όμως που είναι αρκετά καθαρό και σαφές,νομίζω οτι είναι η στάση του ως πολίτη,μετά απο κάποιο σημείο και πέρα,τόσο με τις ιδέες που κατέθεσε δημοσίως όσο και με τον βίο και την πολιτεία του.Και η στάση του αυτή ήταν, κατα την άποψη μου,έως άκρα συντηρητική.Ας το δεχθούμε αυτό,χωρίς συναισθηματισμούς που ακυρώνουν την όποια κριτική που του ασκούμε.
Εμένα,"όταν παίρνει την αλήθεια μου και μου την κάνει λιώμα",με εξοργίζει,δεν μου δημιουργεί συναισθήματα λύπης και αμηχανίας.
Γιαυτό και η διαφορετική αντιμετώπιση και ο εν θερμώ σχολιασμός στο πρώτο πόστ που δημοσίευσα.
Ούτε το καλλιτεχνικό του ταλέντο,ούτε η πληθωρική του προσωπικότητα,ούτε η επιρροή που άσκησε κάποτε το έργο του,τον απαλλάσουν απο αυτό που είναι σήμερα και απο την αρνητική επιρροή
που ασκεί εδώ και χρόνια.

Γιάννης Χάρης είπε...

αγαπητέ ανώνυμε συμμερίζομαι απολύτως τη σύγχυση και την οργή σου: μη νομίζεις πως είναι μικρότερη η δική μου, απλώς προσπαθώ κάπως να την τιθασεύσω, μόνο και μόνο για να μπορέσω να αρθρώσω και δυο επιχειρήματα -όπως τουλάχιστον θέλω να πιστεύω. Και πάντως δεν είναι οργή για κάποια τάχα προδοσία, γιατί, όπως γράφω, από πολύ νωρίς είχα τις αποστάσεις μου απ' τον Σ., όσο για τη μεγάλη εντέλει μπλόφα, μπλόφα αναντίρρητη πλέον στα ιδεολογικά, που σηκώνει όμως μεγάλη συζήτηση, κατ’ εμέ, και στα αμιγώς καλλιτεχνικά [«αμιγώς»; γίνεται αυτό; σε "στρατευμένο", είτε έτσι είτε αλλιώς, καλλιτέχνη, με συνεχή εννοώ παρέμβαση στα πολιτικά δρώμενα;]

Εκεί είναι που στενοχωρώ και τον φίλο μου τον thas, και θα τον ξαναστενοχωρήσω, μ' αυτή την ιδέα που είχε να παραπέμψει στην ανάλογη με την περί "τσογλανοπαρέας" μικροαστικούρα του Χριστιανόπουλου :-) Αλλά αν επιμείνουμε σε μια καθαρά αισθητική αποτίμηση της ποιτικής σύλληψης, δε θα βγάλουμε αναπόφευκτα άκρη, τόσο ρευστά και υποκειμενικά που επίσης αναπόφευκτα είναι τα πράγματα, κι έτσι θα τη γλιτώσουμε και πάλι, φίλε thas, και θα συνεχίσουμε ν' αγαπιόμαστε, κι ας σφαζόμαστε στην ποδιά του Σαββόπουλου :-0

Όσο για την τελευταία μου παράγραφο, που μοιάζει να ξενίζει τον ανώνυμο, εννοώ πολύ απλά πως, και στις πιο ανέμπνευστες έως γελοίες και οπωσδήποτε αντιδραστικές στιγμές του, ο Σ. παραμένει ένας μάγος της σκηνής, και, το βασικότερο, όπως επιμένω και στην περίπτωση του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, θα μείνει στην ιστορία του τραγουδιού με τα 5-10-15-25..., αδιάφορο τώρα πόσα, λαμπερά τραγούδια του και όχι για τις πομφόλυγές του.

Το θέμα είναι πάντοτε να μη θολώνουν το τοπίο, το μέσα μας και το έξω γενικότερα, οι όσες και όσο λαμπερές στιγμές αυτών των δημιουργών και μας κάνουν να χάφτουμε και ό,τι άλλο μας σερβίρουν (όπως είναι ειδικότερα, πολύ περισσότερο από τους τρεις αυτούς, η περίπτωση εντέλει του Χατζιδάκι)

Αργύρης Πυροσκάλας είπε...

Αντιλαμβάνομαι το χάσμα που υπάρχει μεταξύ έργων και λόγων και στους τρεις δημιουργούς. Αυτό που ξενίζει κάπως είναι η επιμονή σας (ίσως και εμμονή) να βγάλετε τον Χατζιδάκι ως τον χειρότερο ποσοτικά. Από την μια, θεωρώ, σχεδόν αδύνατο να γίνει αντικειμενικά ποσοτική σύγκριση (ποια θα είναι κριτήρια;) και από την άλλη τα ιδεολογικά ακροβατικά και οι πιρουέτες που έχουν κάνει ο Θεοδωράκης και ο Σαββόπουλος τα τελευταία χρόνια, κάνουν τον «άκριτο εστετισμό» του Χατζιδάκι να φαίνεται, στα μάτια μου τουλάχιστον, λιγότερο κατακριτέος.

τέττιξ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
τέττιξ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
τέττιξ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
τέττιξ είπε...

Ελλείψει χρόνου, απλώς συμφωνώ με τον αργύρη. (Και επιμένω να μη βρίκω κανέναν "άκριτο" εστετισμό: όταν τα αισθητικά αιτήματα αφορούν π.χ. ποιότητα ζωής, τότε είναι ταυτόχρονα ηθικά και, ναι, πολιτικά). Νομίζω πως πολύ δύσκολα οι περιπτώσεις των τριών συμψηφίζονται σε οποιοδήποτε επίπεδο. Άλλωστε μερικά πράγματα η πρόσληψη τα κρίνει δίκαια, πιστεύω.

(Για κάποιο λόγο, σήμερα παρατονίζω αγρίως, γι'αυτό έσβησα τα 3 (!) προηγούμενα σχόλια)

Γιάννης Χάρης είπε...

όσο υψηλότερα είναι τα στάνταρντ, όσο πιο ψηλά μπαίνει ο πήχης, τόσο μεγαλύτερες οι προσδοκίες, τόσο μεγαλύτερες [πρέπει να] είναι οι απαιτήσεις: αρκεί αυτό καταρχήν να εξηγήσει την εμμονή μου, όντως, με τον Χατζιδάκι; εμμονή που επιτείνεται από την πρόσληψη του έργου και κυρίως της πολιτείας, της γενικότερης στάσης του Χ.

και αυτά τα στάνταρντ τα έβαλε ο ίδιος ο Χ., ακολούθησαν οι πιστοί του

ο Θεοδωράκης, μ' όλα τα θεόστραβά του, δεν υπήρξε ποτέ εστέτ -ίσα ίσα, μάλλον λαϊκιστής υπήρξε, δεν θα είχε τότε να του προσάψει κανείς τίποτα από αυτή την πλευρά. Τεράστια λοιπόν η διαφορά, άρα και η ευθύνη, όταν από το άλλο άκρο, τού [έστω, ας μην πω "άκριτου" για την ώρα] εστετισμού, φτάνει κανείς να λαϊκίζει, ασύστολα, θα έλεγα, μερικές φορές

από τον Θεοδωράκη, εξαρχής πατενταρισμένο άρχοντα της αμετροέπειας και της παλινωδίας, δεν μπορεί να έχεις τις ίδιες απαιτήσεις που έχεις από τον Χ., που ο εστετισμός του, ή, άντε, η αυστηρότητα απέναντι στο έργο του και την τέχνη γενικότερα, φτάνει σε φαιδρά πλέον καμώματα, να ελέγχει λ.χ. το κοινό στις συναυλίες του κ.ά. διάφορα. Λίγα λοιπόν θα είχε να προσάψει κανείς στον Θ., όταν με τη μεταπολίτευση παίρνει τον απροκάλυπτα χουντίσαντα στο μεταξύ Μπιθικώτση, τον χουντίσαντα και πλήρως ευτελισμένο καλλιτεχνικά, με την "επίσημη αγαπημένη" και "το ένα τ' άλογο να είναι μαύρο..." κτλ., και που επιπλέον, διάολε, έχει ήδη χάσει τη φωνή του, παίρνει λοιπόν ο Θ. τον Μπ. και τον περιφέρει σε συναυλίες, προσπαθώντας να "αναβιώσει" τις θρυλικές μέρες τού "Άξιον εστί" κ.τ.ό.

Είναι όμως στα όρια πια του θλιβερού όταν ο Χ. βγάζει απ' το σεντούκι όπου ο ίδιος την είχε κλείσει τη Μούσχουρη και βγαίνει στο ηρώδειο και γυρνάει έπειτα δώθε κείθε μαζί της σε συναυλίες, τη Μούσχουρη που επίσης άδικα, κατά τη γνώμη μου, μέσα στον [άνευ προσδιορισμού και πάλι] εστετισμό του την είχε βάλει καραντίνα, της είχε απαγορέψει να λέει τραγούδια του, και όταν πια η Μ. είχε γίνει σκιά του καλλιτεχνικού εαυτού της, ανίκανη επιπλέον να τραγουδήσει μισή λέξη ελληνικά χωρίς γαλλική προφορά, την πήρε ο υψηλοτάτων απαιτήσεων Χ., της έδωσε καινούρια του τραγούδια και κίνησαν μαζί, αξιοθρήνητος θίασος, ανά την Ελλάδα

[έχω σκανάρει τα παλιά μου άρθρα που έλεγα, οσονούπω τα ανεβάζω εδώ, έτσι..., για να μαρτυρήσω πόσο παλιά είναι η... εμμονή μου]

Ανώνυμος είπε...

Πάντως κι εγω διαφωνώ με την διαπίστωση,οτι τελικώς ο Χατζιδάκις, είναι ποσοτικά ο περισσότερο ανακόλουθος ως προς τις ιδέες του,απο τους άλλους δύο.Αναμένω τα κείμενα που έχει αναγγείλει ο Γ.Χ,για να κατανοήσω ίσως καλύτερα αυτή την εμμονή του.

Γιάννης Χάρης είπε...

δεν είναι "ποσοτικό" το θέμα, αν είναι ή δεν είναι περισσότερο και κατά πόσα γραμμάρια ή κιλά ανακόλουθος ο Χ.

Αν δεν ήταν σαφές το τελευταίο μου σχόλιο, για το πού βάζει ο καθένας τον πήχη, θα δοκιμάσω να το πω αλλιώς:

την εποχή της ακμής των δημιουργών αυτών, εν πάση περιπτώσει μέσα και τέλη της δεκαετίας του '60, ολόκληρη τη δεκαετία του '70 και λίγο μετά, για έναν ολόκληρο χώρο [θα αναφερθώ προφανώς στο χώρο που με αφορούσε και με αφορά άμεσα, που με κόφτει και με πονάει] όχι πια εν γένει της αριστεράς αλλά της ανανεωτικής, όπως τη λέμε σήμερα, αριστεράς και λίγο έως αρκετά αριστερότερα,

[α] ο Θεοδωράκης πολιτικά ήταν περίπου αφερέγγυος,

αντίθετα [β] από τον Σαββόπουλο που κατεξοχήν εξέφραζε ιδεολογικοπολιτικά την εποχή, σωστός γκουρού από μιαν άποψη,

και έπειτα [γ] τον Χατζιδάκι, ανύπαρκτο πολιτικά επί χούντας, που "δραστηριοποιείται" όμως μετά τη μεταπολίτευση, και πάνω στις πρώτες αντιδράσεις από την όβερντόουζ, την υπερπολιτικοποίηση των προηγούμενων χρόνων, βρέθηκε εκφραστής, κυρίως μέσω της αισθητικής του [που κι η αισθητική όμως έχει ειδικό και όχι μόνο έμμεσο πολιτικοϊδεολογικό βάρος], αλλά και με τον αμεσότερα πολιτικό του λόγο [καλά, ας μη βάλω εισαγωγικά], βρέθηκε λέω εκφραστής μιας ολόκληρης εποχής, κατάφερε να εκφράσει και παραδοσιακά αριστερούς έως ακροαριστερούς χώρους

επέμενα και επιμένω ότι κι από τους τρεις θα 'πρεπε να κρατούμε το καλλιτεχνικό τους έργο, νά, είναι ήδη χαρακτηριστικό απ' την κουβέντα που γίνεται εδώ πέρα ότι το έργο ήδη έχει μείνει και αυτό μετράει, δεν πά' να βγάζει από τη ναφθαλίνη ο κάθε Χάρης τις όποιες φαιδρές ή αντιδραστικές χειρονομίες του ενός ή του άλλου, αδιάφορα είναι όλα αυτά στους νεότερους, που εύλογα και ορθώς από μιαν άποψη αντιδρούν στις πάσης φύσεως "εμμονές"

[και δεν είναι "εμμονή" μόνο για τον Χατζιδάκι, δεν έχουν γραφτεί και δεν έχω γράψει κι εγώ καθόλου λίγα για τον Σαββόπουλο: μόνο που εκεί το τοπίο ιδεολογικοπολιτικά δεν είναι πλέον θολό, όσο κι αν κάποιοι πάντα [θα] αναζητούν απεγνωσμένα τον παλιό τους εαυτό σε ψήγματα έστω του Σαββόπουλου της κάθε εποχής, ενώ αντίθετα ο Χατζιδάκις, έτσι κι αλλιώς πιο ολοκληρωμένος μουσικός, ιδίως απ' τον Σαββόπουλο, με μέτρα έστω ακαδημαϊκά, παίρνει αυτομάτως ένα προβάδισμα, και πάντοτε λόγω ακριβώς της αισθητικής και του αισθητισμού χαίρει, όπως λέμε, ασυλίας]

Γιάννης Χάρης είπε...

[τώρα βλέπω πως έγραψα σε σχόλιο παραπάνω τη λέξη "στάνταρΝΤ", και όχι μόνο μία φορά -τι να πω, πάλι καλά που δεν της έβαλα και σίγμα τελικό, να την κάνω "κανονικό", μοδάτο πληθυντικό...]