19/1/08

15. Η ταμίας, η ταμία ή η ταμίισσα; (θηλυκά β΄)

Τα Νέα, 9 Οκτωβρίου 1999

Η λέξη «βοσκοπούλα» εκφράζει λ.χ. θαυμασμό για τη «ζηλεμένη κόρη»· θηλυκό τού «βοσκός» δεν υπήρξε ποτέ σε ευρεία χρήση


Η γυναίκα βουλευτής μοιάζει να προτιμά τον αντρικό τίτλο, αντί για έναν τύπο που άλλη μια φορά θα τη διαφοροποιεί, σαν να την περιπαίζει: η βουλευτίνα!

το πλήρες κείμενο:

Η χωριάτισσα αλλά και η βασίλισσα, η φουρνάρισσα αλλά και η πριγκίπισσα, και η γερόντισσα, η γειτόνισσα, η πελάτισσα, η μαγείρισσα, κι η «αρχόντισσά μου μάγισσα τρελή»: μια μεγάλη, διαταξική οικογένεια, που όμως δυσκολεύεται να δεχτεί τη «γυμνασιάρχισσα» και τη «λυκειάρχισσα», ενώ δεν θέλει καν ν’ ακούσει για τη «συγγράφισσα» ή τη «γραμμάτισσα».

Η καθαρίστρια, η πωλήτρια, η τηλεφωνήτρια, και η διευθύντρια, η καθηγήτρια, η γυμνάστρια, η εκδότρια, η διαφημίστρια, η γλύπτρια, ή η εθελόντρια, η αναγνώστρια, η ακροάτρια. Εδώ η ισορροπία αλλάζει: είναι λιγότερα τα «κατώτερα» θηλυκά που συναντούμε με την κατάληξη -τρια, καθώς μάλιστα ορισμένα έχουν και δεύτερο, λαϊκότερο τύπο, ο οποίος έχει επικρατήσει: υφάντρια-υφάντρα, ράπτρια-ράφτρα, τεχνίτρια-τεχνίτρα. Κι όμως, δυσκολεύεται να ενταχθεί εδώ η «σκηνοθέτρια» και η «συνθέτρια», ακόμα και η «συνεργάτρια» (παρά την εργάτρια), και πολύ περισσότερο η «βουλεύτρια» ή η «δικάστρια» –που μόνο σε όνειρο κακό βλέπουν τον εαυτό τους βουλευτίνα και δικαστίνα.[1]

Το θέμα των επαγγελματικών θηλυκών έχει συζητηθεί κατά κόρον, από γλωσσολογική και κοινωνιολογική, αλλά και από καθαρά φεμινιστική σκοπιά. Παραμένει όμως ανοιχτό, καθώς οι γυναίκες κατακτούν όλο και περισσότερα «αντρικά» επαγγέλματα, και δημιουργούνται έτσι νέες ανάγκες, που η γλώσσα δυσκολεύεται να τις καλύψει. Είναι κοινότατος τόπος ότι η ανδροκρατική κοινωνία, αποκλείοντας τις γυναίκες από τον δημόσιο και τον ευρύτερο επαγγελματικό χώρο, απέκλεισε ώς ένα βαθμό και εξακολουθεί να αποκλείει ή οπωσδήποτε να δυσχεραίνει το σχηματισμό θηλυκού. Περισσότερο θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη τη γενικότερη δυσκολία σχηματισμού ή και χρήσης των θηλυκών, επειδή απαντούν πολύ αραιότερα από το αρσενικό, το οποίο θεωρείται ότι τα εμπεριέχει: π.χ. οι άνθρωποι, οι μετανάστες, οι θεατές, οι πρόσφυγες.[2]

Ας σταθούμε ενδεικτικά στους πρόσφυγες. Είναι καλό το παράδειγμα, επειδή η λέξη αναφέρεται σε μεγάλες αριθμητικά ομάδες, και η δική μας ιστορία, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, μας προσφέρει δείγματα πολλά, ζωντανές μαρτυρίες, και ένα χρονικό εύρος αρκετών δεκαετιών (που δεν είναι όμως πάντοτε ικανό για να παγιωθούν γλωσσικοί τύποι). Πρόσφυγες είναι και οι άντρες και οι γυναίκες, κατά κανόνα στην ίδια αναλογία, κι ωστόσο δεν σχηματίστηκε θηλυκό όνομα που να έχει επικρατήσει. Σκέφτεται πρόχειρα κανείς ότι οι πρόσφυγες είναι γενική κατηγορία περισσότερο, παρά ατομική ιδιότητα· ή ότι μια γυναίκα λέει: «είμαστε πρόσφυγες», εννοώντας την οικογένειά της. Τις λίγες φορές που εξειδικεύτηκε η γυναίκα, στην ομιλία της ή στην ομιλία μας, έγινε: η πρόσφυγα - της πρόσφυγας, λιγότερο η προσφυγίνα, ή η πρόσφυγας - της πρόσφυγος. Οι ίδιες οι γυναίκες πρόσφυγες χρησιμοποιούσαν κυρίως το πρώτο: η πρόσφυγα. Κι όμως, ο ομαλότατος αυτός τύπος, που απαντά και σε έγκυρα λεξικά,[3] σήμερα ξενίζει. Απ’ την άλλη, η προσφυγίνα κουβαλά το γενικότερο «στίγμα» των θηλυκών σε -ίνα (σοφερίνα), ενώ η νόμιμη βεβαίως γενική της πρόσφυγος δύσκολα θα επικρατήσει πια, ιδίως στον προφορικό λόγο. Τα νεότερα όμως λεξικά αυτούς τους τελευταίους τύπους αποδελτιώνουν: «προσφυγίνα» δίνει ο Εμμ. Κριαράς, «η πρόσφυγας, γενική της πρόσφυγος» ο Γ. Μπαμπινιώτης (το λεξικό Τριανταφυλλίδη δεν δίνει καθόλου θηλυκό τύπο). Φοβούμαι ότι και στις δύο περιπτώσεις έχουμε ρύθμιση περισσότερο παρά καταγραφή. Τρεις τύποι λοιπόν, όλοι ομαλοί, και κανένας απολύτως «ικανοποιητικός».[4]

Ας γυρίσουμε στα επαγγελματικά. Να δούμε πρώτα αυτά που μοιάζει να εξάντλησαν τις δυνατότητές τους, τα θηλυκά σε -ίνα. Εδώ θυμίζω μια παρατήρηση του Αγαπητού Τσοπανάκη (Ο δρόμος προς την δημοτική, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 336), ότι υπάρχει «σημαντική διαφορά ήθους» ανάμεσα στις καταλήξεις -ίνα, -έσσα και -έζα και στην -τρια, καθώς «δείχνουν μιαν οικειότητα και, ενδεχομένως, έλλειψη σεβασμού». Έτσι, από τη θυρωρίνα ώς τη δικηγορίνα, όλα αποκαταστάθηκαν στο πλευρό του αρσενικού: η θυρωρός, η δικηγόρος, πλάι στα αρχαιόκλιτα θηλυκά σε -ος (η είσοδος). Το ίδιο και η γιατρίνα, που ειπώθηκε και γιατρέσσα και γιάτρισσα, τόσο εξωπραγματική κάποτε, και θαυματουργή, κάτι σαν μάγισσα: γιατρός έγινε κι αυτή, ακόμα και στον λαϊκό λόγο. Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε ότι τα θηλυκά σε -ος, με τη διπλή στήριξη που είδαμε, θα παραμείνουν και θα σταθεροποιηθούν, κι ας σχηματίζουν σκοτεινό πληθυντικό (οι ηθοποιοί=άντρες ή γυναίκες;). Δηλαδή και η υπουργός, η λοχαγός, κι όχι «υπουργίνα» και «λοχαγίνα». Τα -ίνα, εκτός από τα αρνητικά ή χλευαστικά αραπίνα και σοφερίνα (τώρα η οδηγός), θα μείνουν να δηλώνουν τη σύζυγο: «υπουργίνα»=η γυναίκα του υπουργού.

Γι’ αυτό και αρνούνται την κατάληξη αυτή τα θηλυκά των αρσενικών σε -της: βουλευτής, δικαστής, εφέτης κ.ά., χωρίς όμως και να ακολουθούν τα πολλά θηλυκά σε -τρια, όπως αυτά που σημειώσαμε παραπάνω. Μοιάζουν ομαλά, κι ωστόσο δεν το θέλουν να γίνουν βουλεύτρια και δικάστρια. Ίσως ίσως δεν το θέλουν, κατά κάποιον τρόπο, οι ίδιες οι γυναίκες, όπως στις περισσότερες κατηγορίες που εξετάζουμε, γιατί το παιχνίδι της αναγνώρισης δεν έχει κριθεί απολύτως. Έτσι, η γυναίκα βουλευτής ή η γυναίκα δικαστής μοιάζει να διεκδικεί ή να αποζητεί περισσότερο τον αντρικό τίτλο, παρά ένα όνομα που άλλη μια φορά θα τη διαφοροποιεί, κάποτε και θα την περιπαίζει: η «βουλευτίνα», η «δικαστίνα», που δεν είναι δηλαδή αυτό που όλοι ξέρουμε για «κανονικό» βουλευτή και δικαστή, παρά καμώνεται, παριστάνει! Ωστόσο, λύση δεν είναι ο τύπος του αρσενικού: η βουλευτής, γενική της βουλευτή; ή χωρίς γενική, όπως στο λεξικό Μπαμπινιώτη, όπου όμως δίνεται η δικαστής ή το σπανιότερο η εφέτης, με γενική της δικαστού και της εφέτου. Αστήρικτη όμως πλέον η γενική αυτή, αντίθετα λ.χ. από την αρχαϊστική της γραμματέως, η οποία χρησιμοποιείται ακόμη ευρύτατα για τη γραμματέα.

Για τη γραμματέα, λοιπόν· ονομαστική: η γραμματέας; και η συγγραφέας και η ταμίας; Εδώ ο Εμμ. Κριαράς παρατηρεί ότι δεν υπάρχει ονομαστική θηλυκού σε -έας και -ίας. Και στα πολλά σχετικά δημοσιεύματά του αποδελτιώνει τύπους σε -ισσα από τους βυζαντινούς ακόμη χρόνους, για να προτείνει: γραμμάτισσα, συγγράφισσα και ταμίισσα (βλ. ιδίως Τα πεντάλεπτά μου, Θεσσαλονίκη, β΄έκδ. 1988, σ. 114 κ.ε.). Δύσκολο όμως σήμερα να επικρατήσουν οι τύποι αυτοί (ενώ η ταμίισσα ειδικά θα ήταν θνησιγενής: θα γινόταν «ταμίσσα»; Και έτσι και «λοχίισσα-λοχίσσα»;). Φυσικότερη μοιάζει η επέκταση και εδώ του αρσενικού: η γραμματέας - της γραμματέα, όσο κι αν ξενίζει, ιδίως η γενική. Και ακόμα πιο φυσική είναι ίσως η τάση: η γραμματέα - της γραμματέας, η ταμία - της ταμίας (όπως η παρέα - της παρέας και η βία - της βίας).[5]

Ενδιάμεση λύση προτείνει το λεξικό Μπαμπινιώτη: η γραμματέας - της γραμματέως, έτσι και της συγγραφέως, και η ταμίας - της ταμίου. Πώς κωδικοποιείται όμως αυτό και πώς διδάσκεται, ή πώς μιλιέται. Πού τη βρήκε εδώ το θηλυκό την κατάληξη -εως; Από το αρσενικό, που όμως εκείνο εξελίχθηκε ομαλά: του γραμματέα. Τώρα λοιπόν το θηλυκό παίρνει την ονομαστική του τωρινού αρσενικού αλλά τη γενική του παλαιού; Σαν να πατάει σε δύο βάρκες, σαν να αποζητάει την ονομαστική σε -εύς, σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μας. Και εν πάση περιπτώσει η κατάληξη -εως είναι ακόμα ισχυρή στα πολυσύλλαβα: αντιστάσεως, κυβερνήσεως· αλλά της ταμίου; Ας δοκιμάσουμε ενδεικτικά να βγάλουμε τον τύπο η ταμίας απ’ τα βιβλία και να τον δούμε στην καθημερινή ζωή, όπου και μόνο μπορεί να ζυμωθεί, και έτσι να εξομαλυνθεί: απλούστατα, δεν πολυέχει καθημερινή ζωή: συχνότερα μιλάμε για «την κοπέλα στο ταμείο», που, όσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε μαζί της, γίνεται πια «η Άννα», «η Μαρία» κτλ. Τον τίτλο θα τον χρειαστούμε σπάνια: π.χ. «μου έδωσε λάθος ρέστα η ταμίας»· θα ζητήσουμε όμως από τη διεύθυνση «το όνομα της ταμίου»; Και πολύ περισσότερο τα έτσι κι αλλιώς σπανιότερα: της λοχίου και της σμηνίου;[6]

Περισσότερο ασυμμόρφωτα εμφανίζονται τα θηλυκά του λογοτέχνη π.χ. και του καλλιτέχνη, που δεν μπορούν να κρατήσουν τον αρσενικό τύπο, αφού δεν θα ’χουν γενική, κι έτσι παραμένουν καθηλωμένα, με τις γενικότερες δυσκολίες των ανισοσύλλαβων: η λογοτέχνις ή λογοτέχνιδα; γενική της λογοτέχνιδας, με μόνη σταθερή και οικεία την αιτιατική: τη λογοτέχνιδα; Ή η αρχιτεκτόνισσα: θα τον δεχτεί εντέλει τον τύπο αυτό; Ή θα παραμείνει στη σιγουριά του αρσενικού τύπου, μόνη γυναίκα μέσα στις οικοδομές, και θα διπλοτυπεί όμως, όπως κι εκείνος: αρχιτέκτων και αρχιτέκτονας (όπως Πλάτων - Πλάτωνας), με τίμημα κάθε φορά τη γενική της: της αρχιτέκτονος στην πρώτη περίπτωση, της αρχιτέκτονα στη δεύτερη (οπότε ξαναμπαίνουμε στον κύκλο: η αρχιτέκτονα - της αρχιτέκτονας;).

Εδώ ο δρόμος είναι σίγουρα μακρύς. Και πάλι δεν θα εκβιάσουμε εμείς λύση. Ας παρηγορηθούμε ότι σε άλλες γλώσσες, λ.χ. στα γαλλικά και τα ιταλικά, τα πράγματα είναι χειρότερα. Στα γαλλικά ο κηπουρός είναι jardinier, αλλά το θηλυκό του, jardinière, είναι η ζαρντινιέρα! Έτσι και δεν υπάρχει καθηγήτρια, παρά καθηγητής (professeur) με άρθρο θηλυκό. Και για να δηλωθεί μια συγγραφέας, πρέπει να προταχθεί η λέξη «γυναίκα»: une femme auteur. Επίσης, λένε Madame X, le ministre de la Santé, δηλαδή: «η κυρία τάδε, ο υπουργός Υγείας», ή Madame le ministre: «η κυρία ο υπουργός». Ακόμα χειρότερα οι Ιταλοί: il signior ministro..., «ο κύριος υπουργός...»! Η δική μας γλώσσα λοιπόν, με τα πολύ περισσότερα εμπόδια και πραγματικά αδιέξοδα που της δημιουργούν κυρίως οι διαφορετικές καταλήξεις στις διαφορετικές πτώσεις, έχει λύσει πολύ περισσότερα προβλήματα.


1. Η «επισκέπτης στον πύργο της Πίζας» που διάβασα τελευταία, αντί για το ομαλότατο επισκέπτρια (υπάρχει και το επαγγελματικό επισκέπτρια αδελφή [νοσοκόμα]), μάλλον είναι ακουστική επίδραση του λόγιου τύπου σε -ις: η σκηνοθέτις, η καλλιτέχνις κ.τ.ό.

2. Η πολιτική ευπρέπεια, με την κληρονομιά και του φεμινισμού, επιτάσσει σήμερα το διπλό άρθρο: ο/η άνθρωπος κτλ., που πάντως δεν μας λύνει εδώ το γραμματικό πρόβλημα.

3. Π.χ. Αναλυτικόν Ορθογραφικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης του Θεολ. Βοσταντζόγλου, Νεώτατο Ορθογραφικό Λεξικό της Δημοτικής Γλώσσας του Γ. Γεραλή, και το Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη –το οποίο, χαρακτηριστικά, όταν μετεξελίχτηκε στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό δεν περιέλαβε πια τον τύπο αυτόν.

4. Η προσφυγοπούλα αναφέρεται, φυσικά, στο μικρό κορίτσι και συγγενεύει με τα «εξιδανικευτικά», π.χ. η βοσκοπούλα: η κόρη του βοσκού, η πολυτραγουδισμένη «ζηλεμένη κόρη», ή μια σταλιά παιδί, κορίτσι πράμα, που φυλάει ολόκληρο κοπάδι! Για να αναλογιστούμε τώρα ότι θηλυκό τού βοσκός δεν υπήρξε ποτέ σε ευρεία χρήση: δηλαδή, ολόκληρος αγροτικός γλωσσικός πολιτισμός αγνόησε απλούστατα την καθημερινή πραγματικότητα, τη γυναίκα που έβγαζε το κοπάδι στη βοσκή –προφανώς επειδή δεν το έκανε για επάγγελμα, παρά για βοήθεια στον άντρα!

5. «Πιο πρακτική» θεωρεί ο Αγ. Τσοπανάκης τη δημιουργία αυτού του θηλυκού χωρίς -ς, αναγνωρίζοντας ότι «είναι δύσκολο να υιοθετηθεί η [δική του] γραμματικίνα και η συγγράφισσα και αδύνατο να δημιουργηθεί ταμί-ισσα» (Νεοελληνική Γραμματική, 21994, σ. 265).

6. Διάβασα στο μεταξύ για τη «θυγατέρα μιας εγκληματία», και αλλού: «της περιβόητης εγκληματία», που τα θεωρώ φυσική, εύλογη, και σχεδόν σίγουρα αυτόματη προσπάθεια προσαρμογής: τι να ’γραφε δηλαδή ο συντάκτης: «μιας εγκληματίου»; ή «της περιβόητης εγκληματίου»;

buzz it!